Στις 29/4/2026, στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του κρατικού Μεγάρου Μουσικής, η υψίφωνος Μυρτώ Παπαθανασίου με τον Θεόδωρο Κίτσο στο arciliuto πρόσφεραν ένα ρεσιτάλ με τραγούδια του πρώιμου μπαρόκ υπό τον τίτλο «Πάθη από τον έρωτα». Το πρόγραμμα της βραδιάς περιλάμβανε σε εναλλάξ εκτέλεση τραγούδια Ιταλών συνθετών της λεγόμενης «seconda pratica» («δεύτερη πρακτική»), γραμμένα στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα.
Οπως περιεκτικά περιγράφει το συνοδευτικό κείμενο του προγράμματος της Μάιρας Μηλολιδάκη, πρόκειται για φωνητική μουσική που, έχοντας αποστασιοποιηθεί από την περίτεχνη πολυφωνία της Αναγέννησης, στρέφεται σε μια νέα εκφραστική γλώσσα με επίκεντρο τον λόγο και το συναίσθημα. Πρόκειται για ενίοτε -όχι πάντα- στροφικές συνθέσεις, σε στίχους με χαρακτήρα περιπαθούς εξομολόγησης, διατυπωμένους συνήθως σε α’ πρόσωπο, που λειτουργούν σαν είδος μουσικής και συναισθηματικής αρχαιολογίας, φωτίζοντας τις πολύ βαθιές εκφραστικές ρίζες της όπερας. Τα τραγούδια -τα περισσότερα απεριφράστως ερωτικά˙ εξ ου και ο τίτλος/τσιτάτο από την «Ερωφίλη» του Χορτάτζη- εκτελέστηκαν εναλλάξ με σολιστικά κομμάτια για νυκτό έγχορδο (λαούτο, chitarrone) τα οποία ερμήνευσε ο Κίτσος σε arciliuto.
Πρόκειται για νυκτό όργανο των αρχών του 17ου αιώνα, «συμβιβασμό» ανάμεσα στην πολύ μεγαλύτερη θεόρβη και το αναγεννησιακό τενόρο-λαούτο˙ ουσιαστικά το arciliuto είναι ένα τενόρο-λαούτο που διαθέτει μεν την προέκταση του «λαιμού» της θεόρβης αλλά δεν έχει την ένταση στις υψηλές και χαμηλές νότες που έχει η θεόρβη λόγω των μεγαλύτερου μήκους χορδών. Ωστόσο, κατά την εκτέλεση των τραγουδιών, αυτή ακριβώς η χαμηλότερη δυναμική και αιχμηρότητα του ήχου είχε ως συνέπεια μια -ας την πούμε- μουσικοαισθητική ανισορροπία ανάμεσα στο τραγούδι της υψιφώνου και την ενόργανη συνοδεία.
Η Παπαθανασίου τραγούδησε πασίγνωστα αλλά και λιγότερο γνωστά φωνητικά κομμάτια, επιλογές από εκτενείς συλλογές τραγουδιών των Τζιούλιο Κατσίνι («Amarilli», «Non ha ‘I ciel cotanti lumi»), Κλάουντιο Μοντεβέρντι («Θρήνος της Αριάδνης»), Στέφανο Λάντι («Augellin», «Amarillide»), Ζιγκισμόντο ντ’Ιντια («Mercè grido piangento», «Torna il sereno Zefiro»), Τζοβάνι Τζιρόλαμο Κάπσμπεργκερ («Avrilia mia», «Occhi soli d’amore», «O fronte serena») καθώς επίσης δύο τραγούδια των διάσημων θυγατέρων του Κατσίνι, της Σέτιμα («Se miei tormenti») και της Φραντσέσκα («Chi desia di saper»).
Τα δύο τελευταία ερμήνευσε η Παπαθανασίου συνοδευόμενη από τον Κίτσο με μπαρόκ κιθάρα, ο πιο αιχμηρός ήχος της οποίας προσέδωσε ένα ανεπαίσθητα «σπανιόλικο» ήθος στις εκτελέσεις, ενώ λειτούργησε πιο ταιριαστά και στην ιδιοσυγκρασία των τραγουδιών.
Ολα τα φωνητικά κομμάτια ήσαν γραμμένα κατά τις πρώτες τρεις δεκαετίες του 17ου αιώνα. Κάποια, όπως το διάσημο «Amarilli» του Κατσίνι, παρέμειναν γνωστά μέχρι τον 20ό αιώνα. Μάλιστα έχουν ηχογραφηθεί αναρίθμητες φορές από διάσημους τραγουδιστές: από τον Τζίλι το 1927 έως την Μπάρτολι, τον Παβαρότι και τον Βάργκας! Εχοντας μεγάλη και μακρά εμπειρία στη λυρική σκηνή, η Ελληνίδα υψίφωνος διέπλασε σαγηνευτικά εκφραστικές ερμηνείες, απόλυτα ταιριαστές στο επιτηδευμένα περιπαθές στίγμα φωνητικών συνθέσεων. Το κυριότερο, ωστόσο, πιο ευπρόσδεκτο και πιο απολαυστικό ήταν ότι το τραγούδι της υπηρέτησε αυτές τις πιο ιδιωτικής κλίμακας φωνητικές συνθέσεις με ταιριαστά εκφραστικά μεγέθη.
Η Παπαθανασίου τραγούδησε με τονικά ασφαλή φωνή και με απόλυτα ελεγχόμενη, αψεγάδιαστα φινιρισμένη φραστική που διαπλάθονταν αριστοτεχνικά με βιρτουοζίστικες αυξομειώσεις της δυναμικής/σβησίματα, ενώ αποδίδονταν σκηνικά με έντονα στιλιζαρισμένη θεατρικότητα. Ενδιάμεσα των τραγουδιών ο Κίτσος ερμήνευσε σε arciliuto 12 ενόργανα κομμάτια του Αλεσάντρο Πιτσίνι προερχόμενα από το «Πρώτο και το Δεύτερο βιβλίο με κομμάτια για λαούτο και κιταρόνε» (1629, 1639). Παρά τον έκδηλα χαμηλόφωνο ήχο του οργάνου οι προσεκτικά ζυγιασμένες εκτελέσεις προσέδωσαν στην ακρόαση των κομματιών αυτών μια όχι αταίριαστη, εσωστρεφώς στοχαστική διάσταση. Μια βραδιά που, δεδομένης της ισχνής παρουσίας του μπαρόκ -ιδιαίτερα του πρώιμου- στην αθηναϊκή μουσική ζωή, μας χάρισε με υψηλές προδιαγραφές πρόσβαση στους κρυφούς θησαυρούς της μουσικής της εποχής του Μοντεβέρντι (που ήταν, επίσης, η εποχή του Χορτάτζη και του Κορνάρου)…
ΥΓ.: Για μία φορά -επιτέλους!- οι φανερά ψαγμένες μεταφράσεις των στίχων του 17ου αιώνα πρόβαλλαν συμβατές προς το ύφος των τραγουδιών και, ταυτόχρονα, παρέμεναν λειτουργικά πιστές στο πρωτότυπο και ταιριαστές στην επιτήδευση της μουσικής.
