Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών της 26ης Μαΐου διαμορφώθηκαν πανευρωπαϊκά, λαμβάνοντας υπόψη και τις εθνικές πολιτικές ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας μέλους, χωρίς την ίδια στιγμή να αποτελούν εκλογές με αμιγώς εθνικά χαρακτηριστικά.
Σε ό,τι αφορά δε τους συσχετισμούς εντός του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος που διαμορφώθηκαν σε αυτήν την εκλογική αναμέτρηση, μπορούμε να πούμε πως όπου η πολιτική μάχη δόθηκε με ένα ριζοσπαστικό και προοδευτικό πρόγραμμα, όπου η εκλογική μάχη δόθηκε με όρους ενίσχυσης της κοινωνικής Ευρώπης, με όρους ενίσχυσης της καθημερινότητας των Ευρωπαίων πολιτών, τα αποτελέσματα ήταν παραπάνω από ικανοποιητικά.
Οι νίκες σε χώρες του ευρωπαϊκού νότου, όπως η Πορτογαλία και η Ισπανία, αλλά και η πρόσφατη προοδευτική μετατόπιση σε επίπεδο πολιτικών προτάσεων του Δημοκρατικού κόμματος στην Ιταλία, που έφερε ενίσχυση των ποσοστών του, μπορούν να χαρακτηριστούν ελπιδοφόρες για το μέλλον της ευρύτερης ευρωπαϊκής προοδευτικής παράταξης. Τα δε πολιτικά τους προγράμματα που χαρακτηρίστηκαν από αμιγώς προοδευτικές προτάσεις για την ενίσχυση της ανάπτυξης μέσω αειφόρων πολιτικών, την αντιμετώπιση της ανεργίας και της εργασιακής ανασφάλειας, την ενίσχυση των κοινωνικών δομών, αλλά και την προστασία του περιβάλλοντος μπορούν να αποτελέσουν έναν οδικό χάρτη για την ανασύσταση της σοσιαλδημοκρατίας.
Στην Ελλάδα, σε κλίμα συνολικής μετωπικής πόλωσης και σύγκρουσης ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και στο ΣΥΡΙΖΑ, τη μάχη για τη δημιουργία μιας κοινωνικής Ευρώπης και Ελλάδας την έδωσε με σημαντική επιτυχία μόνο το Κίνημα Αλλαγής, υπό την ηγεσία της Φώφης Γεννηματά.
Ομολογουμένως, ο ΣΥΡΙΖΑ υπό την ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα τα τεσσεράμισι χρόνια της διακυβέρνησής του δεν κατάφερε να αλλάξει τους όρους και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της πολιτικής αναμέτρησης. Δεν θέλησε, δεν προσπάθησε, και ίσως να μην μπορούσε να δημιουργήσει προϋποθέσεις προοδευτικής πολιτικής ηγεμονίας. Το ύφος, το ήθος, αλλά και η εν γένει διαχείριση της εξουσίας από την πλευρά του ήταν προβληματικά και οδήγησαν στην εκλογική παλινόρθωση, αν όχι εκλογική επέλαση της Νέας Δημοκρατίας. Μιας παράταξης που δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οδήγησε την χώρα στα μεγάλα εθνικά αδιέξοδα των ελλειμμάτων και των μνημονίων.
Σε κάθε περίπτωση, το Κίνημα Αλλαγής έχοντας συγκεκριμένες στρατηγικές στοχεύσεις προς τον ευρύτερο χώρο του προοδευτικού κέντρου και της κεντροαριστεράς, αλλά και ένα ευρωψηφοδέλτιο, όπου η εμπειρία και η στελεχιακή ανανέωση συνυπήρχαν αρμονικά, κατάφερε να ενισχύσει τα ποσοστά του από την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση.
Πώς όμως μπορούμε να διευρύνουμε ακόμη περισσότερο την επιρροή του ΚΙΝ.ΑΛΛ. στην κοινωνία, ενόψει και των επερχόμενων εκλογών της 7ης Ιουλίου; Μα μόνο κάνοντας σημαία τις αξίες μας. Προσαρμόζοντας, εξειδικεύοντας και επικεντρώνοντας τις προγραμματικά στα μεγάλα ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες και Ελληνίδες σήμερα. Κλειδί σε αυτήν την προσπάθεια είναι η ανάκτηση των ακτιβιστικών χαρακτηριστικών μας. Οφείλουμε να συνομιλήσουμε απευθείας με την κοινωνία, πηγαίνοντας από πόρτα σε πόρτα, από χώρο εργασίας σε χώρο εργασίας, από καφενείο σε καφενείο. Οφείλουμε να υπενθυμίσουμε στους παλιούς, αλλά και να μάθουμε στους νεότερους τα μεγάλα κοινωνικοοικονομικά επιτεύγματα της παράταξης μας μεταπολιτευτικά, επιτεύγματα χωρίς τα οποία η όψη της Ελλάδας θα ήταν εντελώς διαφορετική.
Ενόψει των εκλογών της 7ης Ιουλίου, η περαιτέρω στελεχιακή ανανέωση των ψηφοδελτίων, αλλά και οι επιλογές για το ψηφοδέλτιο Επικρατείας μπορούν να παίξουν κομβικό ρόλο για την περαιτέρω διεύρυνση της εκλογικής μας επιρροής.
Γιατί το Κίνημα Αλλαγής αποτελεί την μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί τον προοδευτικό προσανατολισμό της Ελλάδας. Το έκανε στο παρελθόν και μπορεί να το ξανακάνει και σήμερα.
*Ο Γιάννης Δάλμας είναι σύμβουλος για θέματα βιώσιμης ανάπτυξης και ανισοτήτων στην Ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και μέλος της γραμματείας του τομέα Ευρωπαϊκών υποθέσεων του Κινήματος Αλλαγής
