ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναψαν τα αίματα καταπώς φαίνεται στην Επίδαυρο ήδη στο ξεκίνημά της (έπονται κι άλλα στη συνέχεια…), με τον διαφανή, αποσπασματικό, πολύγλωσσο όσο και αινιγματικό «Οιδίποδα» διά χειρός Μπομπ Γουίλσον να αποσπά ένα αρκετά συγκρατημένο χειροκρότημα από τις παρυφές του κοίλου, αλλά και αρκετές αποδοκιμασίες από την κορυφή του.

Η αντιπαράθεση συνεχίστηκε ως όφειλε και στα κοινωνικά δίκτυα, με τους μισούς να διατείνονται πως ό,τι είδαμε δεν ήταν παρά η ξεπερασμένη πρωτοπορία μιας τριακονταετίας πίσω, και τους άλλους μισούς να επανέρχονται στον μινιμαλισμό του σκηνοθέτη και την προσφορά του, μετακινώντας έτσι πιθανόν τη δική τους αμηχανία σε ένα άλλο επίπεδο. Απόλυτα θετικές κριτικές, από καρδιάς, δεν συνάντησα μέχρι τώρα.

Πρεμιέρα στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Ο λόγος είναι φαντάζομαι ότι όλοι κινήσαμε να πάμε στην Επίδαυρο όχι για τον μυθικό βασιλιά της Θήβας, αλλά κυρίως για αυτόν, τον βασιλιά του μεταμοντέρνου, που έγινε διάσημος, πλούσιος και περιζήτητος για ό,τι άλλο εκτός από τον «σεβασμό» στο γράμμα των κειμένων που ανεβάζει.

Ο Μπομπ Γουίλσον δεν είναι απλώς ένας «δύσκολος» καλλιτέχνης: είναι αυτός που κάποτε –η αλήθεια είναι αρκετά χρόνια πριν– ανέβασε τον βαθμό «δυσκολίας» στην πρόσληψη ενός καλλιτεχνήματος σε ένα άλλο επίπεδο, σε αυτό της απόλυτα προσωπικής συνειρμικής σκηνικής γραφής, συχνά μάλιστα τόσο εμμονικής και τόσο δυσνόητης ώστε να πλησιάζει για πολλούς το φάσμα του αυτισμού.

Με αυτά και τα άλλα, ο Γουίλσον έγινε αληθινά ένας από τους αρχιμάστορες στην κατεδάφιση παλιών σκηνικών εικόνων και ανέγερσης στη θέση τους των δικών του αρχιτεκτονημάτων, δεμένων με υπερρεαλισμό και τεχνολογία, ατάκτως ερριμμένων μα και εξαιρετικά ενορχηστρωμένων, χαοτικών μεν, αλλά και περφεξιονιστικών, σχεδόν πάντα πιστών σε αισθητικούς άξονες που διαρρέουν το έργο του καθ’ όλη τη δημιουργική ζωή του.

Είναι τόσο έντονη η υπογραφή του σκηνοθέτη, τόσο συμπαγής η υφολογία του, ώστε σχεδόν περνάει αδιάλυτη στα έργα όσων θέλουν να τον μιμηθούν, γεγονός που ερμηνεύει μεταξύ άλλων και τον λόγο των τόσων δημιουργημάτων ανά τον κόσμο που «θυμίζουν αόριστα Γουίλσον».

Κι όσο για την επιτυχία;… Αρκεί να φανταστεί κανείς πως ο Γουίλσον διαθέτει έναν μικρό στρατό από φανατικούς θαυμαστές που τον ακολουθούν παντού για να καταγράψουν κάθε νέα του παραγωγή (ήμουν ψηλά στην Επίδαυρο την προηγούμενη Παρασκευή και είδα με τα μάτια μου αρκετούς ξένους να μαγνητοσκοπούν με τα κινητά τους κάθε λεπτό της παράστασης!).

Επομένως, ας μην περιμένουμε να δούμε «Οιδίποδα» στην Επίδαυρο, όπως δεν ήταν ακριβώς «Οδύσσεια» αυτό που είδαμε πριν από κάποια χρόνια στο Εθνικό…

Πρόκειται για καθαρό Γουίλσον (οι μεγάλες μπλε οθόνες με το νέον στην άκρη το δηλώνουν εξαρχής άλλωστε) και για τη δική του παρέμβαση στον αρχαίο μύθο. Για να αξιολογήσουμε επομένως ένα τέτοιο δημιούργημα οφείλουμε να το συγκρίνουμε όχι τόσο με τους άλλους «Οιδίποδες» όσο με τους υπόλοιπους «Γουίλσον» που έχουμε δει…

Ετσι λοιπόν δεν πρέπει να λησμονούμε πως ο Γουίλσον ανήκει πάντα σε εκείνους που όταν δέχονται ένα δώρο είναι ικανοί να ενθουσιαστούν με το περιτύλιγμά του περισσότερο από το ίδιο το περιεχόμενο. Εδώ, αυτό σημαίνει πως για τον Γουίλσον πιθανόν ο μύθος του Οιδίποδα έχει ακόμα μεγαλύτερη γοητεία όταν τον δούμε όχι σαν ένα συμπαγές, ενιαίο «κείμενο», αλλά όμοια με τα θέατρα όπου αυτός ανεβαίνει.

Ο «Οιδίποδας» του Γουίλσον έχει ανεβεί σε χώρους όπως η Πομπηία και το Τεάτρο Ολύμπικο, πριν φτάσει στην Επίδαυρο. Δεν είναι επομένως ένα «κείμενο» αλλά κάτι «μετακινητό», που ταξιδεύει. Και δεν είναι κάτι πακτωμένο στον χρόνο και τον χώρο του, αλλά κάτι άυλο, δίκτυο αναφορών, γλωσσών, προσώπων και άλλων μύθων, πανανθρώπινων, που τώρα, με αφορμή τον Οιδίποδα, φωτίζονται και αυτοί όλοι μαζί, σε μια αλλόκοτη σειρά που όχι μόνο δεν φοβάται αλλά αγαπά το αποσπασματικό και αναπάντεχο κάλεσμα της έμπνευσης.

Χωρίς αμφιβολία ο δικός του Οιδίποδας είναι η διήγηση ενός παλιού μύθου για την αιώνια ανάγκη να κινηθούμε προς το φως. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για πεις μια καλή ιστορία και ο πιο δοκιμασμένος από αυτούς είναι να την αφηγηθείς: αυτό αναλαμβάνει η Λυδία Κονιόρδου στον ρόλο μιας διαχρονικής αφηγήτριας.

Και τι απομένει από αυτήν την ιστορία; Σκόρπιες φράσεις έρχονται στο μυαλό και κολλάνε στα τοιχώματά του, φράσεις που επιμένουν… Συχνά μάλιστα δεν είναι αυτές ανάμεσα στις «μεγάλες» διάσημες φράσεις που μένουν στην Ιστορία, μα για τον καθένα μας κάτι άλλο, κάποτε κάτι μικρό που μυστηριωδώς αρνείται να χαθεί στη χοάνη της μνήμης και επιστρέφει στην επιφάνεια.

Για τον Γουίλσον αυτές είναι φράσεις από την παλιά, την πρώτη προσπάθεια της Αναγέννησης να κατανοήσει τον Οιδίποδα, στο πρώτο ανέβασμά του στο Τεάτρο Ολύμπικο του Παλάντιο. Ετσι, από εκεί, από την πρώτη εκείνη ταπεινή κι απλοϊκή αλλά και τόσο μεγαλειώδη πρώτη σύγχρονη αναγέννηση του αρχαίου λόγου, ξεκινάει ο δικός μας ναός, λέει ο Γουίλσον.

Και χτίζει πάνω του μια Βαβέλ από πολλές γλώσσες –όσες τουλάχιστον διαθέτει προς το παρόν ο θίασός του–, γερμανικά, ιταλικά, ελληνικά, που διασπείρουν το μήνυμα: οι Μιχάλης Θεοφάνους και Αλέξης Φουσέκης δίπλα στους Angela Winkler, Dickie Landry, Meg Harper, Kayije Kagame και Casilda Madrazo.

Μα υπάρχει, τέλος, ένας ακόμη τρόπος να φτάσουμε στον μύθο. Διαπερνώντας αυτή τη φορά τα όνειρά μας. Και σε αυτό επεμβαίνει αλήθεια ολόκληρη η καλλιτεχνική ομάδα της οποίας προΐσταται ο σκηνοθέτης…

Περίεργες φιγούρες στη μια άκρη της σκηνής, με τον νεαρό Οιδίποδα να τρέχει στο κέντρο με ένα σχοινί στα χέρια… στην άλλη άκρη, ένας σαξοφωνίστας άλλοτε παίζει και άλλοτε ανανταριάζει τον αρχαίο χώρο με τον ήχο του. Ζωντανεμένοι πίνακες ενός άγχους που μεταδίδουν το αλλόκοτο και το εκκεντρικό ζητώντας να μας συμφιλιώσουν μαζί του.

Τρεις ακόμα σκηνές, που χαράζουν το όνειρο του σκηνοθέτη: Στη μία, ο Οιδίποδας ακούει τη μοίρα του πατώντας σε μεγάλες λαμαρίνες, σε έναν κόσμο όπου τα βήματα κάνουν αντίλαλο και χάνουν την ισορροπία τους.

Στη δεύτερη, ο γάμος του Οιδίποδα και της Ιοκάστης δίνεται σαν μια χορευτική επίδειξη –ιντερμέδιο και αφρικανική τελετή–, με μια ξαφνική έκρηξη χαράς που στέκει ανάμεσα στον φόβο που προηγείται και στη διάψευση που έπεται. Και τέλος, στην τρίτη, οι περίφημες καρέκλες του Γουίλσον στήνονται και σκορπίζονται με την τελική αποκάλυψη: είμαστε μια συλλογή περαστικών σκιών που ακούν την ιστορία του Οιδίποδα και διαβαίνουν αμίλητοι.

Αυτά ανάμεσα σε άλλα, πιο δύσκολα και πιο αμετάφραστα… Ορισμένες σκηνές είναι αλήθεια πως έμοιαζαν εκνευριστικά γριφώδεις. Κι άλλες πάλι, επαναλαμβανόμενες ακόμα και για τον Γουίλσον. Υπήρξαν όμως και στιγμές που ανέδιδαν αισθητική τελειότητα, κομψότητα και –γιατί όχι;– συγκίνηση. Και αυτό είχε να κάνει είπαμε και με το περιτύλιγμα. Αναρωτηθείτε για λίγο αν τα τόσα μνημεία, οι τόσες ιστορίες και οι τόσοι άνθρωποι που πέρασαν μαζί του, δεν υπήρξαν και αυτοί μαζί μέρος της δικής του, μυθικής, διαδρομής από το φως στο σκοτάδι και πάλι πίσω, προς το σκοτεινό φως.

Και πώς να σχολιάσω, τώρα, τον κύριο στα ψηλά που έβαλε τις φωνές την Παρασκευή γιατί, λέει, ακούστηκαν «γερμανικά στην Επίδαυρο»;… Σύμφωνοι, δεν ήταν μια μεγάλη παράσταση. Ηταν όμως, ακόμα κι έτσι, η παράσταση ενός αληθινά μεγάλου καλλιτέχνη του καιρού μας.