«Κάποιοι σε βλέπουν να τραγουδάς στον δρόμο και σκέφτονται: κρίμα ο φουκαράς. Δεν το κάνω για ένα μεροκάματο. Αγαπάω το τραγούδι και δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό. Εάν μπορούσα να πάω σε ένα μαγαζί και να πληρωθώ αξιοπρεπώς, θα πήγαινα».
Αυτά μας λέει ο Πλούταρχος Μανωλέσσος, που το τελευταίο διάστημα τραγουδάει σε περιοχές του κέντρου όπως το Σύνταγμα και το Κολωνάκι κερδίζοντας την αγάπη του κοινού.
Οι περαστικοί τον ξεχωρίζουν αμέσως: πάντοτε καλοντυμένος και με προσεγμένη εμφάνιση, μεταφέρει με καροτσάκι το φορητό σύστημα καραόκε το οποίο έχει φτιάξει.
Τραγουδάει όλα τα είδη: από ελαφρά της εποχής του Γούναρη και του Αττίκ μέχρι λαϊκά και ξένες μπαλάντες.
Καθώς τον παρακολουθούσαμε και τον ακούγαμε για αρκετό καιρό, αποφασίσαμε να μιλήσουμε για τη ζωή του, τη σχέση του με τη μουσική και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει.
Η αφήγησή του μας μεταφέρει σε μια άλλη εποχή. Η σχέση του με τη μουσική ξεκινά από την παιδική ηλικία με τη συμμετοχή σε χορωδίες και στη συνέχεια παρακολουθεί μαθήματα στο Εθνικό Ωδείο. Ηθελε μάλιστα να γίνει τενόρος.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 τραγουδούσε μαζί με μεγάλα ονόματα της εποχής στην κρατική ορχήστρα της τότε ΕΙΡ σε προγράμματα που μεταδίδονταν ραδιοφωνικά.
Στη συνέχεια όμως δεν καταφέρνει να έχει την πορεία που θα ήθελε στο τραγούδι και στις αρχές της δεκαετίας του ’70 φεύγει για το εξωτερικό.
Αρχικά στο Βέλγιο και τη Γερμανία και στη συνέχεια περνά τις όχθες του Ατλαντικού και εγκαθίσταται μόνιμα στον Καναδά.
«Εμφανιζόμουν σε ταβέρνες, μεγάλα μαγαζιά, ξενοδοχεία, χοροεσπερίδες, γάμους και εκδηλώσεις της ομογένειας. Δεν έκανα άλλη δουλειά εκτός από εκείνη του τραγουδιστή.
»Τραγουδούσα σχεδόν καθημερινά για 30 χρόνια. Φτιάξαμε μια μπάντα τρεις Ελληνες και δύο Αρμένηδες. Είχαμε πελατεία από πολλές εθνικότητες και τραγουδούσα σε εφτά γλώσσες για να τους ευχαριστήσω όλους. Αυτό πρέπει να κάνει ο καλλιτέχνης».
Επιστρέφει στην Ελλάδα, συνταξιούχος πια, τα πρώτα χρόνια της κρίσης. Οι εμφανίσεις στα μαγαζιά και τις ταβέρνες δεν είναι εύκολες:
«Δεν μπορείς να βρεις ένα αξιοπρεπές μεροκάματο. Κάποια νέα παιδιά τραγουδάνε σε ταβέρνες ή άλλα μαγαζιά τζάμπα ή για 20 ευρώ. Δεν μπορείς να ξενυχτάς και να δουλέψεις έτσι» αναφέρει με πικρία.
Ετσι παίρνει την απόφαση να αρχίσει να τραγουδάει στον δρόμο και για να συμπληρώσει το εισόδημά του, αλλά περισσότερο, όπως επισημαίνει, λόγω της ανάγκης του να μείνει κοντά στο τραγούδι:
«Δεν είναι τα χρήματα. Πιο πολύ με ικανοποιεί όταν ο κόσμος σού δίνει προσοχή. Αρκετοί στέκονται να με ακούσουν, έρχονται να μου μιλήσουν και με ρωτούν γιατί δεν εμφανίζομαι κάπου».
Οι καλλιτέχνες του δρόμου αντιμετωπίζουν συχνά πυκνά και προβλήματα με τις αρχές:
«Ενας αστυνομικός μού είχε πει μια φορά ότι αυτό που κάνετε είναι υπέροχο, αλλά έχω εντολή να σας πω ότι δεν επιτρέπεται να τραγουδάτε εδώ» είναι ένα από τα στιγμιότυπα που ανακαλεί, ενώ μας υπενθυμίζει τις κινητοποιήσεις των καλλιτεχνών του δρόμου στη Θεσσαλονίκη.
Οι εμφανίσεις του στο κέντρο της πρωτεύουσας ξεκινούν, καιρού επιτρέποντος, γύρω στις 8.30 το πρωί και ολοκληρώνονται το μεσημέρι. Το καλοκαίρι ανηφορίζει και προς Κηφισιά.
«Οταν δεν έρχομαι, αρκετοί θαμώνες και περαστικοί ρωτάνε πού βρίσκομαι. Ανεξάρτητα από τη δική σου κατάσταση πρέπει να μπορείς να δώσεις κέφι στον κόσμο, αυτό έχω μάθει μετά από τόσα χρόνια στο τραγούδι» λέει πριν μας αποχαιρετήσει.
