Το ημερολόγιο έγραφε 18η Ιανουαρίου 2018, ημέρα Πέμπτη. Οι πυροσβέστες έσπασαν την πόρτα του δώματος επί της οδού Αιμιλίου Βεάκη 9 και αντίκρισαν απανθρακωμένο το σώμα του Γιώργου Μανιάτη. Μια κάφτρα από την αγαπημένη του πίπα φαίνεται ότι είχε βάλει φωτιά στο στρώμα του κρεβατιού του και είχε κατακάψει το άσυλό του. Ολα εκεί μέσα, μετά το τραγικό γεγονός, καρβουνιασμένα.
Σ’ αυτόν τον θανατωμένο χώρο μπήκε η κάμερα του σκηνοθέτη Σταύρου Ψυλλάκη για τις ακροτελεύτιες λήψεις του ντοκιμαντέρ του «Για Χωρίς Λόγους συναντήσεις με τον Γιώργο Μανιάτη». Μετά την πρώτη παρουσίασή του στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, προβάλλεται εκ νέου, μεθαύριο Κυριακή (9.15 μ.μ.), στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά Οδός 48, κινηματογράφος «Λαΐς»), στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Με τα μάτια ανοιχτά» της Ενωσης Ελληνικού Ντοκιμαντέρ.
Στις σελίδες της εφημερίδας έχουν ήδη γράψει από τις στήλες τους για τον Γιώργο Μανιάτη ο Γιώργος Σταματόπουλος και ο Δημήτρης Γκιώνης –με αφορμή την προβολή της ταινίας του Σταύρου Ψυλλάκη–, αλλά υπάρχει και η έκδοση των απάντων του τεθνεώτος συγγραφέα από τις εκδόσεις Στιγμή του Αιμίλιου Καλιακάτσου.
Το κυρίως λογοτεχνικό έργο του Γιώργου Μανιάτη συγκροτείται μέσα σε μία δεκαπενταετία (1961-1976), αρχής γενομένης από το συγκλονιστικό χρονικό-μαρτυρία «Δραπέτευσα από τη Λεγεώνα των Ξένων – Το τρίτο αντάρτικο στην Αλγερία, 1957-1961» (αυτοέκδοση 1961, 1962). Θα ακολουθήσουν κυρίως γλωσσοκεντρικά του κείμενα, από τα οποία απουσιάζουν τα πρόσωπα και οι χαρακτήρες, καθώς η γλώσσα στήνει ένα οιονεί αντάρτικο στο μεταίχμιο του νοήματος:
● «Ο Μίδας βασιλιάς έχει αυτιά γαϊδάρου ή εκατέρωθεν της ουσίας. Υπό Θεμίστοκλους» (Κέδρος 1972) – αντιρρητικό κείμενο στα «Δεκαοχτώ Κείμενα».
● «Objet sans valeur» («Αντικείμενο άνευ αξίας») – το οποίο συστεγάζει τις νουβέλες «Φάιαρ-οπ και Σέρντιλις» (Κέδρος 1972).
● «Η μυθολογία του ενός ή η μυθολογία του άλλου», με συναυγείς εικόνες της Νίκης Καναγκίνη (Πολύπλανο 1975).
● «Εξεργα. Να αποσύρεσαι αυτό είν’ αγάπη, Το μήκος κύματος, Ρίζα οκνή, δέντρο απρόφταστο, Η συν-εν-ΤΕΥΞΗ» – σχολιογραφικά κείμενα για τη συγγραφική του ιδιογλωσσία (Κέδρος, 1976).
● Τέλος, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, τυπώνει το τελευταίο λογοτεχνικό του αποτύπωμα: το μυθιστόρημα «Ο Σκύλος και η Χάρυβδη. Πρώτη αγάπη» (Εστία 1989).
Ο δραπέτης «λεγεωνάριος»
Ο Γιώργος Μανιάτης, το πρώτο παιδί εννεαμελούς οικογένειας, έπρεπε να ξεπεράσει –κατά δήλωσή του–τον ήρωα πατέρα, ανάπηρο από κρυοπαγήματα στην πρώτη γραμμή του αλβανικού μετώπου.
Γεννημένος στη Μεσσήνη, ολίγων ετών τον βρίσκουμε εσωτερικό μετανάστη στο Νέο Ψυχικό, που το χώριζε από το Παλαιό το –πλέον μπαζωμένο– Διαβολόρεμα. Σ’ αυτό θα παίξει με τα παιδιά των φτωχών υπό το αυταρχικό φάντασμα ενός θείου-τύρρανου-χωροφύλακα. Μαθητής πρώτος σε όλα, κοφτερό μυαλό και ευαίσθητη ψυχή, από τότε ψάχνεται κόντρα στον καθωσπρεπισμό.
Στα δεκαπέντε του γράφεται στη Σχολή Ναυτοπαίδων Πόρου και μετά δύο χρόνια θα την εγκαταλείψει. Εκτοτε θα ζήσει ως εμπεδόκλειος θεόθεν φυγάς και αλήτης, όχι της ζωής, αλλά όλων των θεσμών που αποξενώνουν και αλλοτριώνουν τον άνθρωπο. Θα ταλαιπωρηθεί για λίγους μήνες στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου και για τέσσερα χρόνια θα καταταχθεί στη Λεγεώνα των Ξένων.
Αμφίθυμος για την επιλογή από την πρώτη ημέρα, δεν θ’ αργήσει να πάει με την πλευρά των επαναστατημένων Αλγερινών. Αφού ζήσει από κοντά τις θηριωδίες του γαλλικού και του μισθοφορικού στρατού, θα δραπετεύσει μαζί με τον Ιταλό Μάρκο Ζανκέτα. Τη στροφή του προς τη μουσική δεν θα την αναφέρουμε εδώ, καθώς είναι η δεύτερη πτυχή της προσωπικότητας του Γιώργου Μανιάτη.
Το σημείο μηδέν της γραφής
Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης σε επιφυλλίδα του στην εφημερίδα «Το Βήμα», τον Μάρτιο του 1975, υπό τον τίτλο «Ενας μασκαρεμένος φαύνος», σημειώνει: «[…] “’Ο Μίδας”’ μου είχε δημιουργήσει πανικό. Γιατί, πέρα και κάτω από τα δάνειά του, μετρούσε σε ορισμένους πόρους του τον χρόνο αντίστροφα: ξήλωνε την περίοδο σε φράσεις, τη φράση σε λέξεις, τη λέξη σε γράμματα, ανοίγοντας ύστερα σε κάθε γράμμα μια σχισμή, για να μπορεί να αναπνεύσει η αρχική και τελική σιωπή της έκφρασης. Ετσι η γραμματική ξανακέρδιζε επαφή με το μυαλό, ακριβώς στο σημείο μηδέν: εκεί που γεννιέται η άρθρωση […]».
Υιοθετούμε τη μαρωνίτεια κρίση για το σημείον μηδέν τής κατά Μανιάτη έκφρασης και ανασύρουμε ένα απόσπασμα από το δοκίμιο του Ρολάν Μπαρτ, «Ο βαθμός μηδέν της γραφής»: «[…] Η μορφή αιωρείται μπροστά στο βλέμμα σαν ένα αντικείμενο. Ο,τι κι αν κάνουμε, παραμένει ένα σκάνδαλο: υπέροχη, φαίνεται απαρχαιωμένη· αναρχική, είναι ακοινωνική, ιδιότυπη σε σχέση με τις εποχές ή τους ανθρώπους, είναι οπωσδήποτε μοναξιά […]».
Και με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα: «[…] Το γραπτό με γράφει, όπως το όνειρό μου με ονειρεύεται. Το γραπτό με καταστρέφει για να γεννηθεί· αλλά έτσι γεννιέμαι λίγο ακόμη. Η γραφή, που μεταμορφώνει τη γραφή, μεταμορφώνει κι εμένα.
»Δεν έχω ακόμη τελείως γεννηθεί, αυτό με κάνει συγγραφέα. Ετσι, δεν γράφω “για να πω κάτι”, ας είναι και τον πόνο μου· γράφοντας, λ έ ω τ ο ν ί δ ι ο τ ο ν ε α υ τ ο μ ο υ (σ.σ. οι αραιώσεις ανήκουν στον συγγραφέα). Πριν το κάνω, ο εαυτός είναι πάντα εκεί, αλλά ακριβώς παραείναι εκεί, παρουσία τρομακτική που η θέα της με παγώνει – παρουσία απουσίας. Είναι εκεί σαν ένας άδειος καθρέπτης. Κοιτάζω και βλέπω ότι υπάρχω, δηλαδή ότι είμαι χαμένος. Κοιτάζομαι και ο καθρέπτης μένει κενός […]».
