Τα γυρίζει τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με την υπόθεση της Huawei, εν μέσω κλιμάκωσης του εμπορικού πολέμου με την Κίνα, και λέει ότι ο κινεζικός τεχνολογικός κολοσσός θα μπορούσε να αποτελεί μέρος μιας εμπορικής συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών, παρότι χαρακτήρισε την εταιρεία «πολύ επικίνδυνη».
«Η Huawei είναι κάτι πολύ επικίνδυνο», είπε χθες ο πρόεδρος των ΗΠΑ σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο.
Την περασμένη εβδομάδα η αμερικανική διοίκηση συμπεριέλαβε τη Huawei στη λεγόμενη «μαύρη λίστα» επιχειρήσεων, απαγορεύοντας της τις συναλλαγές με αμερικανικές εταιρείες χωρίς της έγκριση της κυβέρνησης.
Ωστόσο, χθες, ο κ. Τραμπ είπε ότι είναι «πιθανό» η Huawei να αποτελέσει μέρος εμπορικής συμφωνίας με το Πεκίνο.
«Αν κάνουμε κάποια συμφωνία, θα μπορούσα να φανταστώ τη Huawei να συμπεριλαμβάνεται με κάποιο τρόπο σε αυτή», είπε.
Το Πεκίνο απ’ την πλευρά του έκανε και επίσημο διάβημα διαμαρτυρίας στην Ουάσιγκτον, την οποία κατηγορεί για bullying σε βάρος της εταιρείας τεχνολογίας.
Όπως παρατηρεί το Reuters, ο Τραμπ προέβλεψε ένα άμεσο τέλος του εμπορικού πολέμου με την Κίνα, παρόλο που δεν έχουν προγραμματιστεί συνομιλίες σε ανώτατο επίπεδο μεταξύ των δύο πλευρών, μετά τη λήξη των τελευταίων στην Ουάσιγκτον, πριν από δύο εβδομάδες.
Μέχρι στιγμής τα δύο θέματα, το εμπόριο και η Huawei, παρέμεναν χωριστά καθώς οι αμερικανικές υπηρεσίες Πληροφοριών και Αμερικανοί διπλωμάτες προσπαθούν εδώ και μήνες να πείσουν τους βασικούς εταίρους των ΗΠΑ να μην συνεργάζονται με την κινεζική εταιρεία.
Ο Αμερικανός υπουργός Μάικ Πομπέο εξέφρασε χθες την ελπίδα «τα δύο θέματα να παραμείνουν χωριστά», αφού η κινεζική κυβέρνηση απείλησε να παγώσει τις εμπορικές διαπραγματεύσεως, αν οι Αμερικανοί δεν επιδείξουν «ειλικρίνεια».
Σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό δίκτυο CNBC ο Πομπέο επισήμανε ότι διατηρεί την ελπίδα οι ΗΠΑ να καταλήξουν σε εμπορική συμφωνία με την Κίνα, επαναλαμβάνοντας ωστόσο ότι η Huawei ψεύδεται για τους δεσμούς της με την κινεζική κυβέρνηση.
«Η διοίκηση της Huawei δεν λέει την αλήθεια στον αμερικανικό λαό ούτε στον κόσμο» όταν ισχυρίζεται ότι δεν έχει σχέσεις με την κυβέρνηση, κατήγγειλε ο Πομπέο αναφερόμενος στην κινεζική νομοθεσία η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, αναγκάζει τις εταιρείες της χώρας να συνεργάζονται με τις αρχές.
Προειδοποιήσεις από ΔΝΤ
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στον τομέα του εμπορίου και της τεχνολογίας ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα προκάλεσε απώλειες στις διεθνείς αγορές, με το ΔΝΤ να προειδοποιεί για αυξημένους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία.
Χθες, Πέμπτη, οι μετοχές έπεσαν αρκετά στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, καθώς οι επενδυτές κινήθηκαν διστακτικά εν μέσω επιθετικών δηλώσεων από Ουάσιγκτον και Κίνα.
Ο δείκτης τεχνολογίας S&P στο χρηματιστήριο της Γουόλ Στριτ έπεσε τουλάχιστον 1,2% την Πέμπτη, ενώ ο Dow Jones έχασε 286 μονάδες ή 1,1%. Απώλειες καταγράφηκαν και στο Βερολίνο με τον δείκτη DAX να υποχωρεί κατά 1,7% αλλά και στο Παρίσι, όπου ο δείκτης CAC έκλεισε με απώλειες επίσης 1,7%.
Η πτωτική πορεία συνεχίζεται και σήμερα στο άνοιγμα των αγορών στην Ασία, καθώς ο δείκτης Nikkei στο χρηματιστήριο του Τόκιο έχανε 0,7% στο άνοιγμα.
Εκ μέρους του ΔΝΤ, η επικεφαλής οικονομολόγος του Ταμείου, Gita Gopinath, εκφράζει σε άρθρο της τις ανησυχίες της.
«Η εμπορική ένταση ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα έχουν επηρεάσει αρνητικά τους καταναλωτές και παραγωγούς και στις δύο χώρες. Οι δασμοί έχουν μειώσει το εμπόριο ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα, αλλά το διμερές εμπορικό έλλειμμα παραμένει ευρέως ανεπηρέαστο», σημείωσε.
«Ενώ ο αντίκτυπος στην παγκόσμια ανάπτυξη είναι σχετικά μετριοπαθής αυτή τη στιγμή, η τελευταία κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει αισθητά το κλίμα των επιχειρήσεων και των χρηματοπιστωτικών αγορών, να διαταράξει τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και να θέσει σε κίνδυνο την προβλεπόμενη ανάκαμψη της παγκόσμιας ανάπτυξης το 2019], υπογράμμισε η οικονομολόγος του ΔΝΤ.
Την ίδια ώρα, ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, ο Roberto Azevêdo, μιλώντας στο CNBC, επισήμανε πως ο εμπορικός πόλεμος πλήττει την παγκόσμια οικονομία και ότι «πέρυσι εισήχθησαν περιοριστικά μέτρα ύψους 580 δις. Δολαρίων, επτά φορές υψηλότερα απ’ το προηγούμενο έτος».
