Θα ‘λεγε κανείς πως οι ταινίες της Varda ήταν φτιαγμένες από την επιφάνεια της επιφάνειας των πραγμάτων, τα οποία παρατηρούσε προσεκτικά και κατέγραφε συνειδητά. Πίσω απ’ αυτήν την επιφάνεια, υπήρχε ένας κόσμος ολόκληρος, έτοιμος να κομματιάσει αυτήν την επιφάνεια και να αποκαλύψει τα σωθικά της.
Στην κοσμική μοναξιά της η αρετή φύτρωνε σαν τη χλόη. Αδιαφορώντας για το καλό και το κακό, το μόνο που την ενδιέφερε ήταν το process της γνώσης, δηλαδή η αλήθεια. Και κάπως έτσι μπορούσε να μετατρέπει έναν τενεκέ σε ασήμι. Και μπορεί η θεματογραφία της να ήταν αρκετά εστιασμένη, με τον τρόπο που καθόριζε περίπου και το έργο του Goethe, στην τέχνη ωστόσο αυτό που έχει σημασία είναι η οπτική γωνία ή οι ευφυείς παραλλαγές του ίδιου θέματος.
Ετσι κι αλλιώς οι «γνώστες» ξεκινούν ανοίγοντας νέους δρόμους, αλλά μετά δύσκολα καινοτομούν. Η Varda μάς επέβαλε εκείνο το καθαρά προσωπικό της στιλ, έναν διακριτικό λυρισμό. Λάτρης καθώς ήταν του κινηματογράφου, οι ταινίες της ήταν οι ομολογίες της πίστης της στη θρησκεία του φωτός και της εικόνας και οι ήρωές της κρατούσαν φωτογραφίες για λαμπάδες.
Για εκείνη η ματιά διεύρυνε ακατάπαυστα το πεδίο λειτουργίας του πόθου, το οποίο παρέμενε σε εκκρεμότητα μέχρι το τέλος. Οι ταινίες της δεν ήταν συμφωνίες, αλλά μουσικές δωματίου, που δεν θα πάψουν να έχουν την αξία τους, για αυτούς που έχουν «αυτιά» να τις ακούσουν και ευαισθησία να τις χαρούν.
Με άλλα λόγια, επιχείρησε μια επίδειξη τέλειας γνώσης της ιστορίας της αισθητικής του κινηματογράφου. Και είχε όλο το δικαίωμα να το κάνει.
