ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δήμητρα Κανελλοπούλου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από τότε που το θυμάμαι, φοιτήτρια στις αρχές του 2000, το κέντρο της Αθήνας είναι σε έργα. Πεζοδρόμια, πεζόδρομοι, πλατείες, πινακίδες, μεταλλικές σχάρες, εκσκαφείς και σκόνη. «Προσοχή έργα». Ο δημόσιος χώρος της πόλης βρίσκεται ήδη από τη δεκαετία του ‘60 στο επίκεντρο των συζητήσεων τόσο του πολιτικού όσο και του επιστημονικού κόσμου.

Τα πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου, ο δημόσιος χώρος αποτελεί ζήτημα σωστής κυκλοφοριακής οργάνωσης με γνώμονα κυρίως το ιδιωτικό αυτοκίνητο. Οι λέξεις «πρόοδος» και «εκμοντερνισμός» συνδέονται τα χρόνια εκείνα, άγαρμπα ίσως, με ερωτήματα καθαρά μορφολογικής διάστασης τα οποία και προσεγγίζουν δρόμους και πλατείες ως υποδομές.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 και κατόπιν του επιτυχημένου για την εποχή εγχειρήματος ανάπλασης της Πλάκας, το ζήτημα του δημόσιου χώρου θα συνδεθεί με γενικότερα ζητήματα κοινωνικής δομής και χρήσεων γης στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής του δήμου για βελτίωση του καθημερινού περιβάλλοντος σε όλες τις γειτονιές του κέντρου.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘90, ο σχεδιασμός του δημόσιου χώρου εισέρχεται σε μια δεύτερη περίοδο κατά την οποία η Αθήνα μπαίνει δυναμικά στον χάρτη των τουριστικών προορισμών στην Ευρώπη. Η κλίμακα και οι φορείς διακυβέρνησης των έργων θα αλλάξουν. Μαζί τους θα αλλάξει και η ταυτότητα ορισμένων δημόσιων χωρών στο κέντρο, των οποίων το τοπίο θα μονοπωλήσουν ψυχαγωγικές και τουριστικές δραστηριότητες.

Κοιτάζοντας πίσω στα σαράντα και βάλε χρόνια έργων στο κέντρο της πόλης, ο δημόσιος χώρος υπήρξε για την κεντρική και τοπική διοίκηση αλλά και την επιστημονική κοινότητα κυρίως ζήτημα λειτουργίας, αισθητικής και πολιτικής. Μέσα από τα τρία αυτά πρίσματα, συχνά μη επικοινωνούντα, τα διάφορα έργα (υλικά ή θεωρητικά) στοχεύσουν στη βελτίωση των δημόσιων χώρων.

Η βελτίωση όμως αυτή, ως έννοια υποκειμενική, χρήζει σήμερα –περισσότερο ίσως από ποτέ– εμβάθυνσης ή τουλάχιστον επεξήγησης. Πότε άραγε ένας χώρος «βελτιώνεται» και με βάση ποια κριτήρια θεωρούμε μια αλλαγή ως βελτίωση; Στη συνέχεια της σκέψης πολλών συναδέλφων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, που έχουν επιχειρήσει να εξετάσουν τα ερωτήματα αυτά, θα ήθελα εδώ να σταθώ στο κριτήριο της πρόσβασης και της μεταβλητότητας του δημόσιου χώρου, τα οποία ναι μεν αντιμετωπίστηκαν εκτενώς –από τους δημόσιους φορείς– στην αισθητική/σχεδιαστική τους διάσταση αλλά λιγότερο στην πολιτική.

Ο δημόσιος χώρος της πόλης σχεδιάζεται μεν αλλά κυρίως παράγεται μέρα με τη μέρα μέσα από πρακτικές ανώνυμες, επώνυμες, άλλοτε συμπληρωματικές και άλλοτε συγκρουόμενες· πρακτικές που τον καθιστούν χώρο κατεξοχήν εν έργω και συνεπώς συνέχεια υπό διαμόρφωση. Ο υπαίθριος μη κτισμένος χώρος προσδιορίζεται έτσι καθημερινά ως δημόσιος ανάλογα με τις πρακτικές που αγκαλιάζει αλλά και ανάλογα με τις συνθήκες που προσφέρει για εξέλιξη, διαφοροποίηση και πειραματισμό.

Η πρόσβαση σε αυτόν αλλά και η μεταβλητότητά του δεν αφορούν μόνο σχεδιαστικά κριτήρια αλλά κυρίως πολιτικά: αποφάσεις και επιλογές τόσο της τοπικής και κεντρικής διοίκησης όσο και των ίδιων των κατοίκων. Περισσότερο από βελτίωση, λοιπόν, των δημόσιων χώρων αξίζει ίσως να μιλήσουμε για ορισμό. Πώς κάθε κοινότητα, κάθε πόλη και κάθε κοινωνία στην εκάστοτε χρονική περίοδο επιλέγει να ορίσει τον δημόσιο χώρο της ως χώρο κοινής χρήσης και έκφρασης;

Τι ορίζουμε στην Αθήνα ως δημόσιο χώρο πέρα από τον καθαρά νομοθετικό ορισμό; Αυτό το ερώτημα όσο κοινό (κοινότοπο;) κι αν ακούγεται, είναι ίσως σήμερα το δυσκολότερο ερώτημα απέναντι στο οποίο καλούνται να τοποθετηθούν επιστήμονες και πολιτικοί ασχολούμενοι με θέματα δημόσιου χώρου, μετακινήσεων και περιβάλλοντος.

Και αυτό γιατί ένας συνειδητός και συλλογικά ωριμασμένος ορισμός του δημόσιου χώρου θα επιτρέψει τεκμηριωμένες επιλογές, δημοκρατικές αποφάσεις και αληθινά καινοτόμες προσπάθειες (και όχι «λύσεις») – καινοτόμες στην ικανότητά τους να αγκαλιάσουν τον πολυδιάστατο χαρακτήρα του δημόσιου χώρου ως υλικό, συναισθηματικό, πολιτισμικό, παράγωγο μιας κοινωνίας ώριμης να αναμετρηθεί με το προβλεπόμενο και το απρόβλεπτο. Αναγνωρίζοντας τελικά ότι ο δημόσιος χώρος κάθε κοινωνικής ομάδας δεν είναι η «βιτρίνα» της, αλλά αυτή η ίδια, ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να πράττει στο σήμερα και ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να ονειρεύεται το αύριο.

*Αρχιτέκτων/μηχανικός ΕΜΠ, πολεοδόμος της Ecole Nationale des Ponts et Chaussées, διδάκτωρ αστικής γεωγραφίας του Université Paris 1 Panthéon-Sorbonne και λέκτορας στην αρχιτεκτονική σχολή ENSA Paris Malaquais στο Παρίσι