«Τον έρωτα πρέπει να τον επινοήσουμε απ’ την αρχή, γνωστό αυτό», έγραφε ο Ρεμπό στο «Μια εποχή στην κόλαση»… Και την ιστορία της τέχνης, επίσης! Και σε ό,τι με αφορά ιδιαίτερα, σίγουρα πρέπει να επινοήσουμε απ’ την αρχή και την ιστορία του κινηματογράφου.
Αλλοτε δεν υπήρχε η δυνατότητα πρόσβασης σε ταινίες. Επρεπε να τις έχεις δει όταν προβάλλονταν στους κινηματογράφους (όσες είχαν διανομή) ή σε κάποιες λέσχες κι ύστερα… να εμπιστευτείς τη μνήμη σου! Σήμερα, με το διαδίκτυο, μπορείς να βρεις τα πάντα. Και τις ταινίες που είχες δει (για να τις επαναξιολογήσεις), αλλά, κυρίως, για να ανακαλύψεις και πολλές άλλες, άγνωστες, εξίσου σημαντικές.
Δυστυχώς όμως, όσο και να ψάξεις αυτές τις άγνωστες αλλά σημαντικές ταινίες, ποτέ δεν θα τις βρεις στα λεξικά και στις ιστορίες κινηματογράφου που κυκλοφορούν. Εκεί, έχω την εντύπωση ότι ξαναδιαβάζω τα ίδια και τα ίδια στερεότυπα, λες κι ο ένας συγγραφέας έχει αντιγράψει τον άλλον! Πάντα διαβάζουμε για κάποιες ταινίες-σταθμούς (οι ίδιες πάντα), κάποιες από κάθε είδος (οι ίδιες πάντα) ή από το τάδε κίνημα ή σχολή (οι ίδιες πάντα), και σίγουρα όλες τις βραβευμένες.
Ελάχιστοι συγγραφείς και κριτικοί νιώθουν υποχρεωμένοι να ξαναδούν ταινίες (και να εκτιμήσουν πώς αυτές λειτουργούν σήμερα), να ρισκάρουν ν’ ανακαλύψουν άγνωστες, να εξετάσουν τα είδη και τις σχολές με μια άλλη, σύγχρονη ματιά – να διατυπώσουν, εν τέλει, μια πιο προσωπική άποψη για τον κινηματογράφο.
Μου αρέσει πολύ να ανακαλύπτω ταινίες σημαντικές, έξω από τα καθιερωμένα. Κι είναι τόσο πολλές! Συγκινούμαι να συνομιλώ με σκηνοθέτες που, αν και δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας, επικοινωνούν μαζί μας με τις ταινίες τους, αρκεί να το θελήσουμε. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν πιο μπροστά από την εποχή τους και έμειναν αδικαίωτοι, άλλοι έβγαλαν γλώσσα στους παραγωγούς τους και το πλήρωσαν με την αφάνεια, άλλοι παραήταν τολμηροί για να μπουν σε καλούπια…
Θεωρώ ότι σήμερα, την εποχή της ελεύθερης πρόσβασης στα έργα τέχνης –όταν πλέον δεν υπάρχουν δικαιολογίες– είναι πολύ σημαντικό να δώσουμε τη θέση που αξίζει στους υποτιμημένους, «ξεχασμένους» δημιουργούς και τις ταινίες τους – και όχι μόνο στον κινηματογράφο!
Δεν είναι μια πράξη ψυχρής κριτικής αξιολόγησης. Ούτε μια πράξη καλοσύνης. Για μένα, είναι πράξη αγάπης κι ευγνωμοσύνης για τη χαρά και την αισθητική απόλαυση που μου πρόσφεραν με τις άγνωστες, ξεχασμένες αλλά υπέροχες ταινίες τους.
Είναι και καθήκον. Γιατί είναι πολύ πιο σημαντικό να αποκαθιστάς το αδικημένο έργο, παρά να καταδικάζεις το υπερεκτιμημένο.
Σε τελευταία ανάλυση… είναι και θέμα χρόνου. Παραφράζοντας τον Ζιλ Ντελέζ, διαπιστώνω πόσο δίκιο είχε όταν έγραφε: «Γιατί να χάνουμε τον χρόνο μας με το να ασχολούμαστε με κάτι, που εν τέλει θεωρούμε κακό;».
*σκηνοθέτης, διευθυντής Film Studies BA MA, New York College, Athens
