ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενώ τα σύννεφα της ύφεσης πυκνώνουν πάνω από την παγκόσμια οικονομία και οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες του πλανήτη αναστέλλουν η μία μετά την άλλη τις προγραμματισμένες αυξήσεις των επιτοκίων τους, οι ενστάσεις για τις δυνατότητες της νομισματικής πολιτικής στη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών εντείνονται.

Η αιφνιδιαστική απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ (FED) την περασμένη Τετάρτη να αναβάλει ώς το τέλος του έτους τις αυξήσεις των επιτοκίων της ήταν το τελευταίο καμπανάκι για την επικίνδυνη τροχιά στην οποία έχει μπει η αμερικανική και η παγκόσμια οικονομία.

Ο φόβος πια δεν αφορά την προβλεπόμενη οικονομική επιβράδυνση αλλά μήπως αυτή εξελιχθεί σε ύφεση και αποτυπώθηκε πλήρως τις τελευταίες ημέρες με τις σημαντικές απώλειες σε Wall Street και άλλα μεγάλα χρηματιστήρια του κόσμου αλλά και με την αντιστροφή των αποδόσεων στην αμερικανική αγορά ομολόγων.

Η απόδοση των αμερικανικών δεκαετών ομολόγων υποχώρησε συγκεκριμένα χαμηλότερα από αυτήν των τρίμηνων εντόκων γραμματίων, κάτι που αποτελεί συνήθως τον προπομπό μιας επερχόμενης ύφεσης και είχε να συμβεί από τα μέσα του 2007, λίγο πριν από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Ασχημες επιδόσεις

Η αντίδραση των κεντρικών τραπεζιτών ήταν άμεση. Ο επικεφαλής της Fed του Σικάγου, Τσαρλς Εβανς, απέρριψε χθες από το βήμα συνεδρίου στο Χονγκ Κονγκ το ενδεχόμενο ύφεσης τονίζοντας ότι η αμερικανική οικονομία παραμένει ισχυρή, ενώ η πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ Τζάνετ Γέλεν υποστήριξε ότι η αντιστροφή της καμπύλης αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων ενδεχομένως να αποτελεί σήμα μείωσης των επιτοκίων.

Ας σημειωθεί ότι νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) –αναθεωρώντας κάθετα τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη της ευρωζώνης φέτος από 1,7% σε 1,1%– μετέθεσε και αυτή στο τέλος της χρονιάς το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων της. Παράλληλα ανακοίνωσε νέες φτηνές πιστώσεις για τις τράπεζες.

Στην Ασία ομοίως, η Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας άφησε τα επιτόκιά της στα γνωστά αρνητικά τους επίπεδα ενώ αυτή της Κίνας ενίσχυσε επειγόντως τη ρευστότητα στην οικονομία χαλαρώνοντας τους περιορισμούς πιστώσεων στις εμπορικές τράπεζες.

Οι επιλογές αυτές, αν και στοχεύουν στην αναχαίτιση της οικονομικής συρρίκνωσης και τον καθησυχασμό, δεν έχουν καταφέρει για την ώρα πολλά.

Η ροή των άσχημων επιδόσεων συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό σε όλες σχεδόν τις μεγάλες οικονομίες του κόσμου ενώ, αν και η συγκράτηση των επιτοκίων αποτελεί συνήθως χαρμόσυνο νέο για τις αγορές, αυτές συνεχίζουν να κάθονται σε αναμμένα κάρβουνα.

Εδώ και μήνες μια έντονη συζήτηση μεταξύ των οικονομολόγων και των πολιτικών μαίνεται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού με θέμα την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής και των «ορθόδοξων» οικονομικών πολιτικών που εφαρμόστηκαν τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες.

Η βασική οικονομική προτεραιότητα που δόθηκε σε αυτήν την περίοδο ήταν ο έλεγχος του πληθωρισμού αντί της πλήρους απασχόλησης.

Η προτεραιότητα αυτή κατέστησε σταδιακά τις κεντρικές τράπεζες απόλυτα ανεξάρτητες και επί της ουσίας κυρίαρχες στο πεδίο λήψης των οικονομικών αποφάσεων. Σταδιακά οι κεντρικές τράπεζες εξελίχθηκαν σε βασικούς ρυθμιστές της ζήτησης στην οικονομία.

Οι κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας και τα προγράμματα λιτότητας υιοθετήθηκαν προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις επιλογές των πολιτικών τους. Από την άλλη πλευρά όμως περιόρισαν τη δυνατότητα των κυβερνήσεων και των οικονομικών υπουργείων να παρεμβαίνουν με επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές και να διορθώνουν τις ανισορροπίες στην οικονομία.

Ποσοτική χαλάρωση

Η μείωση των επιτοκίων όμως, όπως και τα τρισεκατομμύρια των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης που οι κεντρικές τράπεζες εφάρμοσαν σε αυτή τη δεκαετία, δεν κατάφεραν να βάλουν ποτέ την παγκόσμια οικονομία σε ένα μονοπάτι βιώσιμης ανάπτυξης. Ολο και περισσότεροι οικονομολόγοι υποστηρίζουν έτσι ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να κάνουν περισσότερα. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις είναι αυτές που θα πρέπει να αξιοποιήσουν τη δύναμη του κράτους για να αλλάξουν την πορεία της οικονομίας προς την ύφεση. Στο πλαίσιο αυτό πολιτικές που αναδύθηκαν στην περίοδο της Μεγάλης Υφεσης στη δεκαετία του ’30 ξαναμπαίνουν στο τραπέζι της συζήτησης.

Μέρος αυτών αποτελεί και η αμφιλεγόμενη Μοντέρνα Νομισματική Θεωρία, θιασώτες της οποίας είναι σήμερα αρκετοί ριζοσπάστες του αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος. Η εν λόγω θεωρία διατείνεται ότι κυβέρνηση που εκδίδει το δικό της νόμισμα δεν μπορεί ποτέ να χρεοκοπήσει και δεν χρειάζεται να ανησυχεί για τα ελλείμματα.

Εχει βασικό στόχο την πλήρη απασχόληση η οποία μπορεί να επιτευχθεί μέσω των υψηλότερων δημοσίων δαπανών. Η κεντρική τράπεζα υπηρετεί το υπουργείο Οικονομικών και χρηματοδοτεί δαπάνες και ελλείμματα με την έκδοση νέου χρήματος.

Στις ενστάσεις για τον κίνδυνο του πληθωρισμού που μπορεί να προκαλέσει μια τέτοια πολιτική, η Μοντέρνα Νομισματική Θεωρία αντιτείνει ότι η εφαρμογή της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής έχει όρια (διακόπτεται όταν δεν χρειάζεται άλλη τόνωση της οικονομίας και μέτρο αυτού αποτελεί η πλήρης απασχόληση) και ακόμη ότι υπάρχουν διάφοροι τρόποι για το μπλοκάρισμα της υπερβάλλουσας ζήτησης στην οικονομία (που οδηγεί σε πληθωρισμό), όπως ρυθμιστικοί κανόνες, οι έλεγχοι και κυρίως η φορολογία.

Οπως είναι φυσικό η θεωρία αυτή βγάζει από τα ρούχα τους αρκετούς οικονομολόγους του συστήματος που διαμορφώνει τις σημερινές οικονομικές πολιτικές ενώ κάποιοι κεϊνσιανοί οικονομολόγοι τη θεωρούν υπεραπλουστευτική.

Αν μη τι άλλο πάντως, η κλιμάκωση της συζήτησης γι’ αυτήν τη θεωρία αναδεικνύει την τεράστια ανάγκη αλλαγής πλεύσης στα κέντρα λήψης των οικονομικών αποφάσεων και πιο συγκεκριμένα στη δημοσιονομική πολιτική.