Τον Χρήστο Μπράβο (1948-1987) τον γνώρισα λίγο μετά την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του (Ορεινό καταφύγιο), το 1983∙ τον είχαμε καλέσει στη ραδιοφωνική εκπομπή «Πορτρέτα Δημιουργών» που επιμελούμαστε και παρουσιάζαμε από κοινού με τον ποιητή Γιάννη Κοντό. Μάλιστα είχα ήδη γράψει γι’ αυτόν λίγα αλλά πολύ θερμά λόγια στο περιοδικό που διηύθυνα εκείνη την περίοδο (Γράμματα και Τέχνες), επισημαίνοντας τον ομολογουμένως εντυπωσιακό τρόπο με τον οποίο ενάλλασσε, με ελεγχόμενη συγκίνηση, ένα ιδιοποιημένο –μέσα από αφηγήσεις τρίτων ή μέσα από σιωπηλές και διάσπαρτες σε τόπους, τοπία και χρόνο μαρτυρίες και μνήμες δραματικών συμβάντων και καταστάσεων– τραυματικό παρελθόν με ένα επίφοβο παρόν, όπως το βίωνε ερχόμενος στην Αθήνα.
Κι ακόμα, επισημαίνοντας τον τρόπο με τον οποίο συνέπλεκε δημιουργικά την προσωπική του μυθολογία, εμπειρία και μνήμη με τον ζωντανό-αιχμηρό απόηχο ιστορικών, συλλογικής βαρύτητας, συμβάντων της εμφυλιακής και της μετεμφυλιακής, κυρίως, περιόδου, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στη Δεσκάτη Γρεβενών, με μία γλώσσα ώριμη, έτοιμη να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ποιητικού του ιδεώδους, ζυμωμένη με γνήσια στοιχεία του δημοτικού τραγουδιού, λαϊκούς θρύλους και παραμύθια και με έντονα, συνεκτικά, συγκρατητικά του λόγου του ακούσματα ενός αμιγούς ή κατακερματισμένου δεκαπεντασύλλαβου.
Ακολούθησε η δεύτερη συλλογή του, Με των αλόγων τα φαντάσματα (1985), με την οποία –σαν από διαίσθηση ότι δεν του μένει πολύς καιρός– συμπληρώνει και στερεοποιεί τη θεματική και την υφολογική του ταυτότητα, υπακούοντας στις επιταγές ενός καθοριστικού για τη διαμόρφωση του ψυχισμού του βιωματικού-προποιητικού υλικού, με προεξάρχουσες πάνω απ’ όλα τη μορφή του πατέρα, αλλά και άλλες απούσες και παρούσες μορφές ηττημένων της ζωής, εξορίστων, νεκρών –στην πλειονότητά τους κακοθανατισμένων. Σταθεροποιείται στις εκτάσεις μιας μνήμης θα τολμούσα να χαρακτηρίσω ασπρόμαυρης, όπου επικρατούν συνθήκες κατάλληλες για την καλλιέργεια μιας άλλης αίσθησης του χρόνου, για την κατάλυση των τριών αντικειμενικών διαστάσεών του∙ γεγονός που αφενός επιτρέπει την αβίαστη και φυσική ανάδυση των περασμένων στο παρόν της γραφής και αφετέρου συμβάλλει σε μια νηφάλια συγκινημένη εξιδανίκευση προσώπων και καταστάσεων, με τα πρόσωπα συχνά να εξαϋλώνονται ως σύμβολα, χωρίς ωστόσο να χάνουν την υλική τους υπόσταση.
Ο τόπος όπου διαδραματίζονται ή «ακούγονται» (σε χρόνους σκοτεινούς και απροσδιόριστους) τα λυπημένα ποιητικά δρώμενα του Μπράβου δεν κατονομάζεται∙ εξυπονοείται και δεν είναι άλλος από την κακοτράχαλη πατρίδα του, που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, λειτουργεί σαν το σολωμικό «μικρό αλωνάκι», μέσα στον μικρό κύκλο του οποίου αναβιώνουν τα εμφύλια και μετεμφύλια πάθη όλης της ελληνικής υπαίθρου. Με όλα να συμβαίνουν συνοδευόμενα από το αδυσώπητο κουρνιαχτό της μνήμης∙ ακόμα και τα παρόντα να διεμβολίζονται από τις πικρές αλλά πάντα σαγηνευτικές, ενίοτε εκμαυλιστικές, ριπές της και με τους πεθαμένους να διεκδικούν το μερτικό τους στο φως, να αναδύονται σ’ αυτό με ιδιότητες και γνωρίσματα που είχαν ενόσω βρίσκονταν στη ζωή και ταυτόχρονα περιβαλλόμενοι από την αχλή του μύθου∙ να είναι εντέλει αυτοί που γράφουν με το χέρι του ποιητή, υπαγορεύοντάς του –κάποτε επιβάλλοντάς του– τους προσφορότερους για τη μεταθανάτια υποστασιοποίηση και ποιητική δραστηριοποίησή τους τρόπους.
Τρόπους που μαρτυρούν στενότατη, βιωματική σχέση με λαϊκές αφηγήσεις, παραμύθια και θρύλους και «κατακόρυφη ανύψωση» στο πνεύμα του δημοτικού τραγουδιού –κατά την υπόδειξη του Σολωμού–, με συνέπεια ό,τι δεν έζησε ο ίδιος να αποκτήσει στη συνείδησή του υπέρογκες, μυθικές διαστάσεις, το τοπικό να αναχθεί σε γενικό και τα διαχωριστικά όρια των διαστάσεων του χρόνου να διαβρωθούν, επιτρέποντας δραστικές, ποιητικά, χρονικές διασταυρώσεις και συζεύξεις στο παρόν της γραφής. Κάπως έτσι, διδαγμένος και από τον ιδιαίτερο, «λυπημένο» υπερρεαλισμό του Σαχτούρη, ο Μπράβος συγκαταλέγεται στους ποιητές εκείνους που, με επικεφαλής τον Μάρκο Μέσκο και τον Μιχάλη Γκανά, έχοντας αναπτύξει «οργανική σχέση με το δημοτικό τραγούδι και τον λαϊκό πολιτισμό, αξιοποιούν τις μοντερνιστικές κατακτήσεις της σύγχρονης ποίησης και εκφράζονται χωρίς αναστολές ή ενοχές αλλά και χωρίς λαογραφικές ή ηθογραφικές στοχεύσεις και στη ζωντανή γλώσσα των περιοχών καταγωγής τους, στο γλωσσικό ιδίωμα του τόπου τους», όπως επισημαίνει και ο Χρήστος Δανιήλ.
Τριάντα ένα χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του, όλη η ποιητική παραγωγή του Χρήστου Μπράβου –αποτελούμενη από δύο συλλογές, ένα μονόφυλλο με το ποίημα «Σονέτο του σκοτεινού θανάτου» και ελάχιστα ακόμα ποιήματα μεταθανάτια δημοσιευμένα– περιλαμβάνεται, μαζί με την αθησαύριστη έως τώρα σημαντικότατη, διάσπαρτα δημοσιευμένη σε λογοτεχνικά περιοδικά, κριτική του παραγωγή στην ανά χείρας καλαίσθητη έκδοση που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι. Μακάρι ο Βραχνός προφήτης να αποτελέσει το έναυσμα για μια ουσιαστική και εμπλουτισμένη με νέα στοιχεία και εφόδια επαναπροσέγγιση του έργου μιας από τις σημαντικότερες πνευματικές παρουσίας της μεταπολίτευσης. Το αξίζει.
