ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 12/12/2018, στο ΚΠΙΣΝ, η ΕΛΣ ξανανέβασε ύστερα από μισόν αιώνα τη «Μανόν» του Μασνέ. Η απολύτως ευπρόσδεκτη επιλογή πρόσθεσε άλλη μια σημαντική γαλλική όπερα στο θαρραλέα εμπλουτιζόμενο και ανανεούμενο δραματολόγιο του μοναδικού λυρικού θεάτρου της χώρας επί της καλλιτεχνικής διευθύνσεως του Γιώργου Κουμεντάκη. Ιδιαίτερα δημοφιλής στον Μεσοπόλεμο αλλά και κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η «Μανόν» υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες και πιο μακρόχρονες επιτυχίες του κορυφαίου συνθέτη της γαλλικής μπελ επόκ.

Η νεοσύστατη ΕΛΣ την είχε πρωτοπαρουσιάσει στο παλιό «Ολύμπια» κατά την τετραετία 1944-1947 και κατόπιν στο νέο «Ολύμπια» τη δεκαετία του ‘60. Η αδιαμφισβήτητη επιτυχία της νέας παραγωγής οφείλεται στην πειστικά εκσυγχρονισμένη σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου, στη γενικώς ισορροπημένη διανομή των πρωταγωνιστικών ρόλων και στην πολύ καλή ανταπόκριση της Ορχήστρας της ΕΛΣ στη δυναμική, γεμάτη σφρίγος διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού.

Εύστοχη σκηνοθεσία

Κινούμενος με περισσή τόλμη, ο Μοσχόπουλος μετέφερε εύστοχα τη δράση από τον εστετίστικα διαμεσολαβημένο, «αμαρτωλό» κόσμο του μπαρόκ των Πρεβό/Μεϊγιάκ-Ζιλ/Μασνέ σε ένα ανενδοίαστα ηδονοθηρικό, κυνικό, αμοραλιστικό παρόν. Στην πάντα και σκόπιμα ημιαφαιρετική σκηνική εικόνα υπέβοσκε συνεχώς η αίσθηση της βιτρίνας, του εφήμερου, της κυνικής συναλλαγής, της αβάσταχτης ελαφρότητας και του ανακυκλώσιμου.

Πατώντας (κάποτε υπερβολικά) χαλαρά στο κείμενο, αλλά ακολουθώντας πιστά τους ρυθμούς και τις εναλλαγές διαθέσεων της μουσικής αφηγήθηκε σκηνικά την ιστορία της Μανόν με ευανάγνωστες αναφορές και οικείες εικόνες. Ετσι, η Α΄ Πράξη διαδραματίστηκε σε αίθουσα άφιξης αεροδρομίου με ιμάντα αποσκευών, η Β΄ σε δωμάτιο/ντουλάπι ξενοδοχείου, στην Γ΄ ο παριζιάνικος «Περίπατος της Βασίλισσας» αποδόθηκε ως αίθουσα επίδειξης μόδας με πασαρέλα και στιλιζαρισμένα «kinky» χορογραφία (υπέροχο το «Credo» ασύστολης φιληδονίας της Μανόν!), ενώ η εκκλησία υποδηλώθηκε ως αφηρημένο τοπίο με σταυρούς.

Η Δ΄ Πράξη –κάπως υπερβολικά και, κυρίως, άστοχα– διαδραματίστηκε σε χαρτοπαικτικό καταγώγιο/πορνείο με ναρκωτικά και σαδομαζοχιστικά παιχνίδια, ενώ στην Ε’ ο αρχικός ιμάντας αποσκευών γίνεται ο δρόμος μέσω του οποίου οι άνθρωποι/σκουπίδια όπως η Μανόν οδεύουν προς απόσυρση… Τη σκηνική εικόνα υποστήριξαν ταιριαστά τα σύγχρονα, χαρακτηριστικά κοστούμια της Κλερ Μπρέισγουελ –«καθημερινά» ρούχα, τουαλέτες πίστας, πέτσινες στολές κ.λπ.–, το εννοιολογικό, πολυώροφο σκηνικό/βιτρίνα της Ευαγγελίας Θεριανού, οι παγεροί φωτισμοί της Σοφίας Αλεξιάδου και η σχηματοποιημένη κινησιολογία της Σοφίας Πάσχου.

Απολαυστικό ακρόαμα

Μουσικά η παράσταση ήταν πολύ καλή. Ως πρωταγωνιστικό ζευγάρι της πρώτης διανομής, η υψίφωνος Μυρτώ Παπαθανασίου και ο τενόρος Γιόαν Χοτέα έφεραν πειστικά και αβίαστα το βάρος των απαιτητικών ρόλων τους. Με καλή τεχνική, με φωνή λαμπερή αν και λίγο βιασμένη στις υψηλές νότες, με άριστη αντίληψη του ιδιαίτερου στίγματος και της πολύπλευρης δραματουργίας του ρόλου, η Ελληνίδα τραγουδίστρια ενσάρκωσε μια σχεδόν ιδανική, σύγχρονη Μανόν.

Απέδωσε έξοχα τις διαδοχικές μεταμορφώσεις της από χαριτωμένο, αφελές νυμφίδιο, σε ερωτευμένη γυναίκα και, έπειτα, σε κυνική βασίλισσα της «γλυκιά ζωής» των πλουσίων και δυνατών, για να πιαστεί τελικά στο δόκανο του νόμου και να πεθάνει μετανιωμένη καθ’ οδόν προς την εξορία. Αντίστοιχα, ο Ρουμάνος τενόρος υπήρξε ένας φωνητικά υγιής και εύηχος, ταιριαστά νεανικός ιππότης.

Τους δύο πλαισίωσαν καλά και ισορροπημένα ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης ως ανευθυνοϋπεύθυνος εξάδελφος Λεσκό, ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς ως παρεμβατικός πατέρας Κόμης Ντε Γκριέ, ο τενόρος Νίκος Στεφάνου ως Γκιγικό ντε Μορφοντέν, ο βαρύτονος Χάρης Αδριανός ως «playboy/bon viveur». Απρόσμενα μέτριο σκην(οθετ)ικά και φωνητικά ήταν το τρίο των Πουσέτ, Ζαβότ, Ροζέτ (Λούστα, Πουλημένου-Καπόν, Μαραγκού). Καλή ήταν η απόδοση της Χορωδίας της ΕΛΣ.

Από την τάφρο της ορχήστρας, ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός διηύθυνε την παράσταση με νεύρο και σφρίγος, διασφαλίζοντας τη συνοχή και τον καλό συντονισμό του ακροάματος. Ισορρόπησε καλά τις δυναμικές της ορχήστρας, άντλησε από τους μουσικούς ωραίες σολιστικές συνεισφορές και διέπλασε χυμώδη, ρευστή μελωδική φραστική στις κορυφαίες λυρικές σελίδες της όπερας.