Ο ρόλος της βιταμίνης Κ στη διαδικασία πήξης του αίματος είναι γνωστός και καλά τεκμηριωμένος. Ενδιαφέρον προκαλούν, ωστόσο, τα αποτελέσματα σχετικά πρόσφατων μελετών που προσδίδουν στη βιταμίνη Κ έναν επιπλέον ρόλο στην υγεία των οστών. Ετσι, αυξημένη πρόσληψή της φαίνεται να σχετίζεται με υψηλότερη οστική πυκνότητα και μικρότερο κίνδυνο για κατάγματα.
Πώς καλύπτει όμως ο ανθρώπινος οργανισμός τις ανάγκες του σε βιταμίνη Κ; Γνωρίζουμε ότι απαντάται κυρίως σε δύο μορφές στη διατροφή μας.
Η πρώτη, η Κ1, βρίσκεται κυρίως σε πράσινα φυλλώδη λαχανικά -ιδίως φύλλα από παντζάρια-, μπρόκολο, σπαράγγια, ορισμένα φρούτα και βότανα, τα οποία αποτελούν και τη βασικότερη πηγή διατροφικής πρόσληψης.
Η δεύτερη μορφή, η Κ2, βρίσκεται σε πολύ μικρότερες ποσότητες στο αυγό, σε κάποια τυριά και κρέατα, ενώ σε μεγάλες ποσότητες συναντιέται σε λίγες μόνο τροφές, όπως είναι για παράδειγμα οι ζυμωμένοι σπόροι σόγιας (γιαπωνέζικο natto) κ.λπ.
Στον ανθρώπινο οργανισμό μια ποσότητα βιταμίνης Κ παράγεται και από βακτηρίδια που ζουν στο έντερό μας, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι η διαιτητική Κ1 είναι πιθανό να μετατρέπεται σε Κ2.
Τα τελευταία χρόνια λοιπόν, πλήθος μελετών έχουν δημοσιευτεί σε παγκόσμια κλίμακα, υποστηρίζοντας τη σχέση μεταξύ της διαιτητικής πρόσληψης βιταμίνης Κ και της οστικής πυκνότητας.
Η οστική πυκνότητα πρακτικά καταδεικνύει (υποδηλώνει μήπως;) πόσο ασβέστιο έχουν τα οστά μας και επομένως πόσο σκληρά και ανθεκτικά είναι. Συνεπώς, αποτελεί τον βασικό διαγνωστικό κλινικό δείκτη για την οστεοπόρωση.
Ομως, η ωφέλιμη δράση της βιταμίνης Κ στα οστά δεν εξαντλείται εκεί, καθώς φαίνεται να βοηθά όχι μόνο στην αύξηση της οστικής πυκνότητας αλλά και στη μικροαρχιτεκτονική των οστών. Αυτό σημαίνει ότι τα οστά γίνονται πιο ανθεκτικά ακόμη και αν δεν σημειωθεί αύξηση της οστικής πυκνότητας. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι το εύρημα αυτό προκύπτει από περιορισμένο αριθμό μελετών, κυρίως εξαιτίας διαφόρων δυσκολιών που προκύπτουν κατά τη σχετική μελέτη.
Η ωφέλιμη δράση της βιταμίνης Κ αφορά ιδιαίτερα τη συμβολή της στην ενεργοποίηση κάποιων βιομορίων που καθορίζουν την αποτελεσματικότητα εναπόθεσης του ασβεστίου στα οστά. Παράλληλα, η Κ2 φαίνεται να συνεισφέρει και στους κυτταρικούς μηχανισμούς ενεργοποίησης της σύνθεσης των οστών.
Αυτό που αξίζει να σημειωθεί, και αποτελεί πλέον γνώση, είναι ότι η εναπόθεση ασβεστίου στα οστά δεν τελειώνει στην εφηβεία, όπως πιστεύαμε, αλλά αποτελεί μια δυναμική διαδικασία καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας.
Σε μελέτες της δικής μας ομάδας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο δείξαμε ότι η παράλληλη διατροφική κάλυψη σε ασβέστιο, βιταμίνη D και βιταμίνη Κ σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες για ένα έτος οδήγησε σε αύξηση της οστικής τους πυκνότητας, η οποία παρέμεινε και στις μετρήσεις που κάναμε δύο χρόνια μετά την παρέμβαση.
Μάλιστα, η συγχορήγηση βιταμίνης Κ, ανεξαρτήτως μορφής (Κ1 ή Κ2), έδωσε καλύτερα αποτελέσματα απ’ ό,τι η χορήγηση μόνο ασβεστίου και βιταμίνης D.
Συνεπώς, από τα έως τώρα επιστημονικά δεδομένα φαίνεται ότι η βιταμίνη Κ αποτελεί σημαντικό παράγοντα και για τη σκελετική μας υγεία.
Μια διατροφή πλήρης και ισορροπημένη σε ασβέστιο, βιταμίνη D και βιταμίνη Κ μπορεί να έχει σημαντικά οφέλη και να οδηγήσει σε βελτίωση της οστικής μας υγείας, ακόμα και μετά το πέρας της εφηβείας.
*Δρ., Πρόεδρος της Ενωσης Διαιτολόγων-Διατροφολόγων Ελλάδος, επιστημονικός υπεύθυνος της Nutriscience
