Στις 15 Αυγούστου 1971, ο πρόεδρος Νίξον ανήγγειλε ότι είχε διατάξει το μόνιμο κλείσιμο του αποθέματος χρυσού της Fed (Ομοσπ. Τράπεζας των ΗΠΑ) της Νέας Υόρκης στο Λονδίνο (Gold Discount Window). Ετσι, όσοι είχαν δολάρια, στερήθηκαν για πάντα να ανταλλάξουν δολάρια με χρυσό, με βάση την ισχύουσα ισοτιμία. Οι σύμβουλοι του Νίξον ανήκαν στο περιβάλλον συμφερόντων του Ροκφέλερ, όπως ο Χένρι Κίσινγκερ και ο Τζορτζ Σουλτς.
Η μονομερής δράση του Νίξον έγινε απρόθυμα αποδεκτή από τις κυριότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Μέχρι τότε η ισοτιμία ήταν 38 δολ. ΗΠΑ/ουγκιά χρυσού και αυτό έδωσε στις ΗΠΑ τη δυνατότητα να τυπώνει όσα δολάρια ΗΠΑ ήθελε, μιας και η σύνδεση με τον χρυσό είχε ήδη καταργηθεί. Μια δεύτερη περιορισμένη υποτίμηση του δολαρίου (42,22 δολ./ουγκιά) έγινε στις 12 Φεβρουαρίου 1973, πάλι από τον ίδιο.
Ηδη, από το 1945, το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου αποτιμάτο σε δολάρια, εφόσον οι πετρελαϊκές εταιρείες των ΗΠΑ κυριαρχούσαν στην παγκόσμια αγορά. Μια απότομη αύξηση στην παγκόσμια τιμή του πετρελαίου θα σήμαινε ταυτόχρονα και μια δραματική αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης σε δολάρια για την πληρωμή του πετρελαίου. Αμεση συνέπεια θα ήταν η Exxon, η Mobil Oil και οι άλλες πετρελαϊκές εταιρείες του Ροκφέλερ να γίνουν οι μεγαλύτερες εταιρείες παγκόσμια, μετατρέποντας τις τράπεζές τους, την Chase Manhattan, τη Citibank και λίγες άλλες, στις μεγαλύτερες τράπεζες στον κόσμο.
Από τη στιγμή που ο Νίξον διέγραψε τον μηχανισμό ανταλλαγής χρυσού, η υπεράκτια αγορά του ευρωδολαρίου είχε εκραγεί σε ένα τέτοιο μέγεθος, που άρχισε να κάνει ασήμαντη την εγχώρια τραπεζική αγορά των ΗΠΑ.
Σε μια συνάντηση τραπεζιτών και πολιτικών τον Μάιο του 1973, στη Σουηδία, ένας Αμερικανός πρότεινε μιαν άμεση αύξηση ύψους 400% στα έσοδα του ΟΠΕΚ από το πετρέλαιο, ώστε να μπορέσει να διαχειριστεί ευκολότερα τα έσοδα, ανακυκλώνοντας τις ροές των πετροδολαρίων. Ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ, στις 6 Οκτωβρίου 1973, κατέληξε στην εισβολή στο Ισραήλ από την Αίγυπτο και τη Συρία.
Η φάση του πετροδολαρίου ως χάρτινου (fiat) νομίσματος βασιζόταν στην κατά 400% αύξηση της τιμής του πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά, αποτιμημένου σε δολάρια, και στην ιδιαίτερα προσοδοφόρα ανακύκλωση αυτών των πετροδολαρίων στις ΗΠΑ και στην Αγγλία, σε έναν περιορισμένο αριθμό διεθνών τραπεζών στο City, που αποτελούσε το εξωχώριο καταφύγιο για τα πετροδολάρια. Η φάση αυτή κράτησε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, με βάση την κατά 400% αύξηση της τιμής του πετρελαίου, η αγορά του ευρωδολαρίου έφτασε το 1,3 τρισ. δολ. «ζεστού» χρήματος. Προκαλεί ενδιαφέρον το δεδομένο ότι, κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο όγκος των εσόδων του παγκόσμιου εμπορίου ναρκωτικών που «ξεπλενόταν» μέσα από τις υπεράκτιες τράπεζες ξεπερνούσε το 1 τρισ. δολ. ετησίως, με τις μεγάλες τράπεζες στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη να έχουν τη μερίδα του λέοντος αυτών των («ξεπλυμένων») χρημάτων.
Η τραπεζική αγορά ευρωδολαρίων του Λονδίνου αποτελούσε το κέντρο της τεράστιας ανακύκλωσης πετροδολαρίων, δανείζοντας δολάρια σε χώρες που τα ζητούσαν απεγνωσμένα, για να πληρώσουν το ακριβότερο πετρέλαιο του ΟΠΕΚ, μετά το 1974.
Η συμφωνία για την κατά 400% αύξηση της τιμής του πετρελαίου έγινε με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, υπό τον όρο ότι κάθε συναλλαγή που αφορούσε το πετρέλαιο θα γινόταν αποκλειστικά σε δολάρια. Και εφόσον το πετρέλαιο αποτελεί εμπόρευμα με παγκόσμια ζήτηση, το δεδομένο αυτό έδινε τη δυνατότητα στο δολάριο των ΗΠΑ να αποτελέσει παγκόσμιο, αποθεματικό νόμισμα, και μάλιστα χωρίς κάλυψη του δολαρίου (λ.χ. με χρυσό).
Η απο-δολαριοποίηση, τάση και φαινόμενο των ημερών μας, στοχεύει να μειώσει σημαντικά την κυκλοφορία του δολαρίου, προκαλώντας σοβαρά ρήγματα στην πορεία της ηγεμονίας (στον μονοπολικό κόσμο) των ΗΠΑ.
Σημαντικό μέρος του κειμένου είναι από το βιβλίο «Gods of Money – Wall Street and the Death of the American Century», του F. William Engdahl.
* ομότιμος καθηγητής τμήματος ΕΜΜΕ – Πανεπιστήμιο Αθηνών
