ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τη Δευτέρα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε όλα τα βιβλιοπωλεία το νέο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη «Χίλιες ανάσες». Η «Εφημερίδα των Συντακτών» δημοσιεύει σε αποκλειστικότητα ένα απόσπασμα από την αρχή του βιβλίου.

Η ζωή τρίβεται πάνω στους ανθρώπους κάποιες φορές σαν χαδιάρα γάτα, άλλες σαν βούρτσα απολέπισης και άλλες σαν καλοακονισμένο λεπίδι που γδέρνει, γδέρνει αλύπητα. Παλεύεται; Χίλιες ανάσες λοιπόν, γιατί τόσες λείπουν. Τόσες και άλλες τόσες.

Πρώτον, ο σπασμένος αριστερός κυνόδοντας στην άνω οδοντοστοιχία. Είχε καιρό να πάει σε οδοντογιατρό.

Δεύτερον, τα τρία μαύρα νύχια στο αριστερό χέρι. Τα είχε κοπανήσει κατά λάθος με το σφυρί, ενώ κάρφωνε ένα κάδρο στον τοίχο λίγες ημέρες, πέντε; έξι; Πριν από τις 27 Αυγούστου.

Τρίτον, οι βόλτες ξεφτισμένος σπάγκος στον ξεκοκαλισμένο καρπό, ομοίως στο αριστερό χέρι. Ηταν που τον έπιανε να σκορπίζεται στις εξοχές και να δένει νεαρούς βλαστούς σε πασσαλάκια, να σώζει υποψήφια δέντρα.

Είχαν απομείνει και κάτι γκρίζες δαχτυλιδωτές τούφες σε πέτσες εδώ κι εκεί στο κεφάλι του, έτσι ήταν τα μαλλάκια του, ψιθύρισε η γυναίκα χαϊδεύοντάς τα, τα μόνα που άγγιξε τρέμοντας σύγκορμη. Ταίριαζε και το μπόι, ένα κι εβδομήντα, το είχαν ήδη μετρήσει. Μάτια δεν υπήρχαν, αυτιά ούτε, βέρα έτσι κι αλλιώς δεν φορούσε ποτέ, υπολείμματα ρούχων τίποτα, ήθελε τα πολύ φαρδιά, να πλέει στα πανταλόνια του.

Ο νεκρός μπροστά της δεν θύμιζε πια άνθρωπο, ήταν ένα άμορφο μισοφαγωμένο κουφάρι που η Πηγή Βογιατζή δεν είχε το σθένος να το δει ολόκληρο και να το τσεκάρει, έριχνε κλεφτές ματιές αποσπασματικά, ώμος, αγκώνας, γόνατο, φτέρνα, ό,τι και όπως είχε απομείνει δηλαδή από το σώμα, και καθυστερώντας με πνιχτά βογκητά και προσπάθεια να μην κάνει εμετό, ψέλλιζε απαντήσεις, παράταιρες λέξεις σε παράλογη σειρά.

Τις έβαζε σε τάξη καταφέρνοντας μια λογική διατύπωση ο ιατροδικαστής, που με τον αξιωματικό του Λιμενικού δίπλα του στέκονταν αμήχανοι, έτοιμοι όμως να συγκρατήσουν τη μεσόκοπη γυναίκα με το μαύρο τζιν και το πέτσινο μαύρο μπουφάν κάθε που άπλωνε χέρι να ακουμπήσει κάπως το πτώμα αλλά μετάνιωνε, παραπατούσε και το πήγαινε για κανονική λιποθυμία.

Πιο πίσω τους και ο ψαράς, αυτός που είχε βρει τον άνθρωπο μες στα δίχτυα του, κάπου ένα μίλι στα ανοιχτά της Σύρας. Αποκλείστηκε η εγκληματική ενέργεια, αποκρούστηκε η πρόταση για διενέργεια εξέτασης DNA, περιττή, τα υπολείμματα μιλούσαν και η δύστυχη που κραύγασε σπαραχτικά, τον άντρα μου δεν ξέρω; απολύτως αξιόπιστη, είχαν πέσει πέντε τηλεφωνήματα, άριστες συστάσεις για το ποιόν της.

Οι διαδικασίες ολοκληρώθηκαν με την υπογραφή της γυναίκας που, Πέμπτη, δεκαεφτά ενδεκάτου 2015, αναγνώρισε τον νεκρό σύζυγό της, Στυλιανό Βογιατζή του Νικολάου και της Αθανασίας, ετών 57, εξαφανισθέντα στις είκοσι επτά ογδόου 2015 από παράκτια βραχώδη περιοχή της νήσου Κουκούτσι, όπου και κατοικούσε.

Ενας καφές για τη χήρα στο Γραφείο Τελετών. Η Πηγή Βογιατζή έσφιγγε τη χούφτα της μη χάσει τις δυο σγουρές γκρίζες τρίχες από το κεφάλι του νεκρού. Επί ένα τέταρτο βουβή κι αυτή και οι παριστάμενοι συμπονούντες, από χθες φτιαγμένοι με το περιστατικό, που είχε συρθεί σαν αναμμένο φιτίλι και είχε σκάσει στις παρέες με ζοφερές περιγραφές, ψαριά με σκορπίνες, παλαμίδες, σαργουδάκια, τρία χταποδάκια και ένα τουμπανιασμένο, ξεσαρκισμένο κορμί ανθρώπου.

Η πρώτη σκέψη, θα είναι πρόσφυγας, θα είναι μετανάστης, πόσοι οι πνιγμένοι των ημερών ανάμεσα Τουρκία και νησιά του ανατολικού Αιγαίου, πόσοι οι αγνοούμενοι που ξεκόβουν και τα ρεύματα τους μοιράζουν μακριά ώσπου να τους παρατήσουν σε βυθούς, μπερδεμένους με φύκια και θαλασσινές περικοκλάδες.

Το από εβδομάδων σήμα για τον αγνοούμενο στα λιμεναρχεία έβαλε τον Συριανό λιμενικό βάρδιας σε δουλειά, εστάλη ενημέρωση για το μακάβριο εύρημα, ειδοποιήθηκε η άτυχη γυναίκα, ξεσηκώθηκε πάραυτα και έσπευσε λαχταρισμένη, όχι με το Βόλβο της αλλά με το Μιτσουμπίσι του, αυτό αγαπούσε εκείνος.

Μα, πώς είχε το κουράγιο να οδηγήσει η ίδια το ημιφορτηγάκι, να καταφθάσει μόνη, πώς θα έκανε μόνη και το ταξίδι της επιστροφής κουβαλώντας το φέρετρο με τον άντρα της, κάνοντας το ίδιο το αμάξι του νεκροφόρα του;

Υπολόγισαν τα έξοδα της μεταφοράς της σορού με κανονική νεκροφόρα, ο ψαράς προσφέρθηκε να τη συνοδέψει, να τσοντάρει και κάτι στον λογαριασμό, η χήρα αμετάπειστη, τα λόγια της λίγα, δεν σήκωνε πίεση, δεν ήθελε παρτενέρ στα επόμενα βήματα.

Πάλι καλά που δεν έδιωξε τον ψαρά και τη γυναίκα του όταν την ακολούθησαν μέχρι την Κοίμηση της Θεοτόκου, όπου άναψε ένα κερί, κοκάλωσε για κάνα τέταρτο συλλογισμένη και μετά γονάτισε παράμερα και αναλύθηκε σε λυγμούς.

Το ζεύγος παρόν και στο λιμάνι για την αναχώρηση του φέρι, συμπαθητικοί και σεβαστικοί άνθρωποι, με την επισημότητα που επέβαλε η τύχη τους να λάβουν μέρος σε μια τραγωδία, κάπως μουδιασμένοι ωστόσο με τη στάση της χήρας, να διώχνει τα μπράτσα τους πρόθυμα να τη στηρίξουν, να κόβει τα λόγια παρηγοριάς που περίμεναν στα στόματά τους. Πάντως, μες στη βαβούρα και στον κόσμο οι δύο πλησίασαν το Μιτσουμπίσι στην ουρά των αυτοκινήτων για επιβίβαση, η σύζυγος έκανε νόημα στην οδηγό, της έδωσε ένα ματσάκι χρυσά χρυσάνθεμα και της έδειξε πέρα το μικρό ψαροκάικό τους, τον άμοιρο Στέλιο είχε μαζέψει η κιτρινομπλέ Ραφαηλία.

Ταξιαρχία Ραφαηλία λέμε και τη μοναχοκόρη μας, είπε κάτι, τα υπόλοιπα, Θεός σχωρέσ’ τον, ελαφρύ το χώμα, καλό κουράγιο και τα παρόμοια τέτοιων περιστάσεων υπήρχαν όλα στα μάτια και στα νοτισμένα ματόκλαδά της.

Εντελώς ξαφνικά η Πηγή γράπωσε το χέρι της γυναίκας, το καταφίλησε, το τράβηξε άγαρμπα πάνω στο στήθος της, κόντεψε να το ξεβιδώσει.

Πέτυχε όμως τον σκοπό της, να βάλει στη χούφτα της Συριανής το φουλάρι που φορούσε στον λαιμό, μαύρο μεν αλλά με άσπρα πουά μικρά σαν φακές.

Εν πλω προς Τήνο ο υπεύθυνος του γκαράζ δεν επέτρεψε στη χήρα να μείνει στο αμάξι κοντά στον άντρα της, λυπάμαι, κυρία, οι κανονισμοί.

Πενήντα εφτά κι αυτή, μια ηλικία με τον Στέλιο, δεν ανέβηκε στα σαλόνια και τα καταστρώματα, την έβγαλε πότε όρθια, ακουμπισμένη στην κλειστή πόρτα του γκαράζ, πότε καθισμένη στο δάπεδο μονάχη και ευτυχώς όχι πια υποχρεωμένη να καμουφλάρει τον φόβο που την έζωνε για την πράξη της.

Εάν είχε έρθει και η κόρη τους για την αναγνώριση τα πράγματα θα εξελίσσονταν αλλιώς. Ηταν δυνατόν όμως η μάνα να υποβάλει το μοναχοπαίδι της σε τέτοια δοκιμασία και με αβέβαιη έκβαση, αφού ο νεκρός θα μπορούσε να έχει σουλούπι, ρούχα και διάφορα που θα απέκλειαν την ταυτοποίηση;

Δεν της τηλεφώνησε καν, καλύτερα το κορίτσι να πήγαινε στη νέα συνέντευξη για δουλειά, η δωδέκατη, ρε μάνα, της είχε πει, τι τις μετράω το ζώον, δεν ελπίζω, μην ελπίζεις. Με την εξαφάνιση του μπαμπά της η Αμαλία είχε επιστρέψει από την Αθήνα με το πρώτο βαπόρι, με το σκυλί της και το χέρι ακόμη στον γύψο. Για είκοσι μέρες πίεζε τους λιμενικούς να συνεχίζουν τις έρευνες, αγγάρεψε την Πόπη Χράπη με το Γκολφ να σαρώνουν ακτές και ερημιές, έζεψε τον συμμαθητή της με το κρις κραφτ να ψιλοκοσκινίζουν το πέλαγος στα ανοιχτά, κινητοποίησε και το silver alert, έπραξε σαν κόρη που θα ’λεγες πως είχε την πιο αρμονική σχέση με τον γονιό της, πράγμα που έστεκε και δεν έστεκε, με τα φεγγάρια. Εκείνο το εικοσαήμερο γύριζε στο σπίτι αργά το βράδυ, κλοτσούσε τον καναπέ να αφρατέψει τις βουλιαγμένες μαξιλάρες, μετά ορμούσε στην μπαλκονόπορτα να ισιώσει την κουρτίνα και τέλος έκανε πλονζόν στο πάτωμα δίπλα στην Μπόνυ, μιλούσε στο σκυλί ξεμπλέκοντας με το ελεύθερο χέρι τα κρόσσια του τραπεζομάντιλου, έβγαζε από την κωλότσεπη το μπλοκάκι της και σημείωνε, γυναίκα, οι άντρες δεν κάνουν τέτοια, ακόμη και όταν ζορίζονται χοντρά, καπνίζουν αμίλητοι κι ακούνητοι είτε μπροστά στην τηλεόραση είτε σε μια καρέκλα στο μπαλκόνι.

Η Πηγή Βογιατζή έβγαλε το κινητό της, ευτυχώς η κόρη δεν απάντησε, ήταν πιο βολικό να αφήσει ένα μήνυμα, τον βρήκαν στα ανοιχτά της Σύρας, ταξιδεύουμε μαζί, τον έχω στο αμάξι, η κηδεία πάει για αύριο το απόγεμα, θα φροντίσω να γίνουν όλα όπως πρέπει.

Τηλεφώνησε και στην Πόπη. Η φιλενάδα της, Πηγούλα, σε σκέφτομαι, Πηγούλα, σ’ αγαπώ αλλά αδύνατον να το κουνήσει από την Αθήνα, ίωση, εντερικά, όλο στην τουαλέτα.

Ενα μισάωρο προτού το βαπόρι πιάσει Τήνο κατέβηκαν την εσωτερική σκάλα τρεις άντρες και στάθηκαν σχετικά κοντά στη χήρα, περιμένοντας να ανοίξει το γκαράζ και συνεχίζοντας το θέμα που τους έκαιγε.

Από όλη την Ευρωπαϊκή Ενωση μόνο στη Μάλτα επιτρεπόταν το εαρινό κυνήγι αποδημητικών, ώσπου ένα γεράκι τραυματισμένο από λαθροκυνηγό έπεσε στην αυλή ενός Δημοτικού Σχολείου ανάμεσα στα παιδάκια και έτσι πήγε στράφι το ωραίο αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος, η κυβέρνηση πήρε πίσω την άδεια.

Θέλοντας και μη η Πηγή Βογιατζή υπέστη τη λιγούρα των τριών για τις κάννες Μέρκελ, κατασκευάζονται σε τέσσερα στάδια με τη μέθοδο της ψυχρής σφυρηλάτησης, ποιότητα χάλυβα κορυφαία, επιλεγμένος γερμανικός heavy-duty από χρωμιομολυβδένιο και χρωμιοβανάδιο, κουμπούρια εγγυημένα από το 1898.

Με τέτοια καραμπίνα η συνονόματη Μέρκελ κυνηγάει και τους Ελληνες, πέταξε φωναχτά ο ένας, χαχανίσανε και οι τρεις κουδουνίζοντας τις αρμαθιές των κλειδιών τους και κοίταξαν παραξενεμένοι τη γυναίκα δίπλα τους, που δεν είχε αντιδράσει στο αστείο τους.