Μπάφιασε κλεισμένος στο σπίτι δυο μέρες, παρέα με τα έκτακτα δελτία της ΕΜΥ και την έως ανυπόφορη τηλεόραση. Λίγο μετά τις εννιά, που ο Ζορμπάς του Ξενοφώντα ή ο Ξενοφώντας του Ζορμπά έκανε μια στάση (το είχε τάξει και στον εαυτό του: «Ετσι και κάνει μια στάση…»), φόρεσε το φουτεράκι με την κουκούλα και βγήκε στον δρόμο («Οποτε σου τη δίνει, να κατεβαίνεις στο κέντρο, να βλέπεις ανθρώπους…», ψιθύρισε ο δικός του).
Μια μέρα πρωτύτερα, ο πιο καλός του φίλος συμπλήρωνε 12 χρόνια απουσίας («Αντώνη», του ψιθύρισε ο δικός του. «Αντώνη τον έλεγαν»). Τράβηξε από Βατραχονήσι («Νησί του Ιλισού κάποτε…», ψιθύρισε ο δικός του) για Στάδιο, μπήκε στο μουσκεμένο Ζάππειο, παρατήρησε αυτοσχέδιες στέγες άστεγων, πέρασε απέναντι την Αμαλίας, χώθηκε στην Πλάκα, Μοναστηράκι.
Λειτουργούσε η εκκλησία («Παντάνασσα», ψιθύρισε ο δικός του. «Η Μικρό Μοναστήρι, Μοναστηράκι· μετόχι του Μεγάλου Μοναστηριού Καισαριανής»). Είπε μια στιγμή να μπει («Οχι στάσεις επί εδάφους, μόνο στάσεις μνήμης», ψιθύρισε ο δικός του).
Ανηφόρισε την Αθηνάς. Κυριακή πρωί –παρατήρησε– στο παλιό κέντρο βρίσκεις τα πάντα· λεφτά να υπάρχουν. Εντυπωσιακό θέαμα στην πλατεία Δημαρχίας. Τουρίστες φωτογράφιζαν με τα κινητά: Η μεγαλύτερη σύναξη περιστεριών που είχε δει στη ζωή του· σχεδόν δεν έβλεπες πλατεία. Λες και κατέβηκαν εκεί σε σιωπηλή διαδήλωση όλα τα περιστέρια της Αθήνας. Μετανάστευσαν δυο δρασκελιές από την πλατεία μεταναστών, την Ομόνοια.
Επιασε πάλι να ψιχαλίζει. Στην Πατησίων ανέβασε την κουκούλα. Πατησίων και Γλάδστωνος είδε την πινακίδα: «Εδώ η ΠΕΑΝ ανατίναξε την ΕΣΠΟ», δίπλα τα κατεβασμένα ρολά του κοσμηματοπωλείου, δυο σημειώματα, μια αφίσα με τον Ζακ («Αφού γι’ αυτό κατέβηκες!», του έκλεισε το μάτι ο δικός του»). Πήρε λεωφορείο από την Ακαδημία.
