Εντελώς αντικανονικά, ωστόσο, γυάλισε στη μικρά ο Νώντας, μάλλον όχι για το προκοίλι και τη φαλάκρα του. Ούτε για το ντεμοντέ του μουστάκι. Η Αμέλια ζήλεψε τη σχέση του με την Ελβίρα, που συμπλήρωνε έτος οσονούπω, παλιώνοντας σαν το καλό μεθυστικό κρασί. Τον λιμπίστηκε ακριβώς επειδή έβλεπε ευτυχισμένη δίπλα του την ευεργέτιδά της. Ασε την αναστάτωση που της προξενούσαν οι τιτανομαχίες που εκούσα – άκουσα άκουγε κάθε τρεις και λίγο στην κρεβατοκάμαρα και της άναβαν άσβεστες φωτιές. Με το καλημέρα του ’κανε τα γλυκά μάτια, αλλά πού να το καταλάβει έτσι κακοποιημένα που ήταν κάτω από μελανιασμένα μάγουλα, κατακόκκινα ασπράδια και διογκωμένα δακρυϊκά και ηθμοειδή οστά.
Μήνας και κάτι χρειάστηκε στην ακαταπόνητη και υπομονετική νοσοκόμα να τη συνεφέρει κάπως, να τη μετατρέψει ξανά σε ελκυστικό θηλυκό. Οι περιποιήσεις τού πολλά βαρύ Πόλυ, ευτυχώς, δεν της άφησαν σημάδια. Φυσικά, την έθεσε υπό την αιγίδα της. Το ’χε χούι να προστατεύει τους δυστυχείς και τους αδυνάτους, ίσως εξαιτίας του συμπλέγματος κατατρεγμού που καταλαμβάνει τον πυρήνα του συλλογικού ασυνείδητου στον προσφυγικό μαχαλά. Η Ελβίρα τη θεράπευε με ανιδιοτελές κήδος κι η Αμέλια της ετοίμαζε την κηδεία. Πόρνη ζωή. Τη χτένισε, την έβαψε, τη σουλούπωσε, της φόρεσε λουσάτο φόρεμα από την γκαρνταρόμπα της και την παρουσίασε στο αφεντικό, απαιτώντας να την προσλάβει τάχιστα. Του την επέβαλε δηλαδή με το έτσι θέλω.
Δεν ήθελε πολύ ο ίδιος. Μάσησε στα πρώτα κουνήματα της υπό εκκόλαψιν ντίβας. Στην πρεμούρα της να την αποκαταστήσει, η Ελβίρα είχε, θαρρείς, στραβωθεί και, το κυριότερο, απώλεσε ολοσχερώς την ιδιοτροπία να βγάζει σπυριά με τα φάλτσα. Διότι το κορίτσι αποτελούσε την επιτομή της σοφής αποστροφής: «Από φωνή μουνί κι από μουνί φωνάρα». Κατάφερνε μάλιστα όσο λίγες να εκμεταλλεύεται, παντοίοις τρόποις, τα φωνητικά της χαρίσματα για να πηγαίνει μπροστά, σέρνοντας λογιών λογιών ναυάγια ξωπίσω της.
Τα ’φτιαξε στο φτερό με τον ιδιοκτήτη και του σκάρωνε χοντρές κασκαρίκες, όποτε δεν ικανοποιούσε τα καπρίτσια της. Φλερτάριζε ολοφάνερα με τους στυλοβάτες του καταστήματος -τρεις-τέσσερις μεσόκοπους, φόλα μπουζουκόβιους, που σκορπούσαν το χρήμα χαρτοπόλεμο σκόλες και καθημερνές-, φεύγοντας μαζί τους στο σχόλασμα προς άγνωστες κατευθύνσεις. Κατάπινε αναγκαστικά τη λέζα εκείνος, δεν συνέφερε να τα βάλει με τους οικονομικούς αιμοδότες της επιχείρησης, αλλά το φυσούσε και δεν κρύωνε. Ούτε με ανεμιστήρα ψεκασμού νερού. Η ανέλιξή της, λοιπόν, ήταν ραγδαία, ευθέως ανάλογη με το θράσος και τον κυνισμό της. Ο εργοδότης, που τον έσερνε απ’ τη μύτη σαν σκυλάκι του καναπέ, έβαζε κλακαδόρους να της κάνουν λεζάντα όταν εκτελούσε τα τραγούδια, ενίοτε κυριολεκτικά, με λουλουδομάνι και αφειδώλευτα σπασίματα. Μοναδικό της ατού, οι όλο και πιο σκανδαλιστικές εμφανίσεις: αβυσσαλέα ντεκολτέ, ξέκωλα σκισίματα και τα τοιαύτα. (Συνεχίζεται)
