Κραδασμούς στις διεθνείς αγορές προκαλούν για ακόμη μία φορά οι εμπορικές εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας.
Η κυβέρνηση Τραμπ εκτόξευσε νέα ρουκέτα προχθές αργά το βράδυ κατά του Πεκίνου, διαμηνύοντας ότι εξετάζει το ενδεχόμενο αύξησης των δασμών που έχει προαναγγείλει σε εισαγόμενα κινεζικά προϊόντα από το 10% στο 25%.
Στόχος της κίνησης είναι η άσκηση περαιτέρω πίεσης στο Πεκίνο προκειμένου αυτό να αλλάξει τις εμπορικές πρακτικές του.
Οι Κινέζοι «όχι μόνο δεν άλλαξαν τη συμπεριφορά τους, αλλά αντίθετα ανταποδίδουν στους δασμούς που τους έχουν επιβληθεί», αιτιολόγησε χαρακτηριστικά χθες την κίνηση ο Αμερικανός υπουργός Εμπορίου Γουίλμπουρ Ρος.
Η απάντηση της Κίνας ήταν -ως συνήθως- άμεση. Το Πεκίνο διεμήνυσε ότι ο αμερικανικός «εκβιασμός» δεν θα περάσει και ότι αν η Ουάσινγκτον τολμήσει να υλοποιήσει τις απειλές της, τότε κι αυτό θα απαντήσει ανάλογα, υπερασπίζοντας τα συμφέροντα του κινεζικού λαού, το ελεύθερο εμπόριο και το κοινό συμφέρον όλων των χωρών.
Από τον Μάιο που οι δύο πλευρές τα έσπασαν στις μεταξύ τους -επίσημες- διαπραγματεύσεις ο Τραμπ έχει διπλασιάσει τις απειλές του, προειδοποιώντας πως θα δασμολογήσει σχεδόν καθετί που μπαίνει στις ΗΠΑ από την Κίνα.
Απαντήσεις
Οι Κινέζοι, όμως, φαίνεται ότι δεν μασάνε στα «καουμποϊλίκια» του. Στους πρώτους δασμούς 25% επί κινεζικών εξαγωγών 34 δισ. δολαρίων που η Ουάσινγκτον άρχισε να επιβάλλει από τον προηγούμενο μήνα, απήντησαν με ισόποσους δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα που παράγονται σε πολιτείες-κλειδί για τους Ρεπουμπλικανούς του Τραμπ.
Στις απειλές για την επιβολή επιπλέον δασμών σε εισαγωγές 16 δισ. δολαρίων απάντησαν αντίστοιχα.
Παράλληλα, αφήνουν εδώ και μερικές εβδομάδες το εθνικό τους νόμισμα, το γουάν, να υποτιμάται. Το κινεζικό νόμισμα υποχώρησε αυτήν την εβδομάδα στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 13 μηνών έναντι του δολαρίου. Η πτώση του οφειλόταν εν μέρει στις δυνάμεις της αγοράς, αλλά πολύ περισσότερο στο ότι το Πεκίνο δεν παρενέβη για να το στηρίξει. Ο λόγος; Το χαμηλότερο γουάν διατηρεί την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών της Κίνας στις διεθνείς αγορές μετριάζοντας τις απώλειες των εξαγωγέων της από τους αμερικανικούς δασμούς.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η πίεση των υψηλότερων δασμών θα υποχρεώσει τους ηγέτες της πολυάνθρωπης χώρας να υποτιμήσουν περαιτέρω το νόμισμά τους.
Κάποιοι εξ αυτών εκτιμούν ότι με τη νέα απειλή της (για αύξηση του δασμού στο 25%) η αμερικανική κυβέρνηση στέλνει επί της ουσίας μήνυμα στο Πεκίνο ότι μπορεί να αυξήσει ταχύτερα τους δασμούς απ’ ό,τι αυτό υποτιμάει το νόμισμά του.
Πάντως, αν και οι δασμοί έχουν στόχο τους την Κίνα, προκαλούν επιπτώσεις και στους Αμερικανούς καταναλωτές και επιχειρηματίες που στηρίζονται σε προϊόντα τα οποία παράγονται στα κινεζικά εργοστάσια.
Οι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι οι δασμοί 25% σε εισαγόμενα προϊόντα αξίας 200 δισ. δολαρίων θα αυξήσουν τον πληθωρισμό από 2,3% στο 3,4% στις ΗΠΑ, επιβαρύνοντας σημαντικά τα νοικοκυριά και περιπλέκοντας τις αποφάσεις της Fed για τα επιτόκια. Αγρότες και βιομήχανοι εκφράζουν από την πλευρά τους δυσφορία επειδή καλούνται να καλύψουν το μεγαλύτερο βάρος του εμπορικού πολέμου.
Την περασμένη εβδομάδα η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα επιδοτήσει τους αγρότες με 12 δισ. δολάρια προκειμένου να καλυφθούν οι ζημιές τους από την εμπορική διένεξη.
Το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου εκτιμά ότι αν δοθούν αποζημιώσεις και σε άλλους κλάδους που βάλλονται, τότε η κυβέρνηση θα πρέπει να βγάλει από τα ταμεία της ακόμη 27 δισ. δολάρια. Φαύλος κύκλος, δηλαδή, αφού ο τσαμπουκάς και τo chicken game του Τραμπ και των πολεμοχαρών του συμβούλων δείχνει να κοστίζει όλο και περισσότερο.
Το μείζον για τη συνέχεια απ’ ό,τι φαίνεται είναι το ποιος θα κάνει πρώτος πίσω. Δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου αναφέρουν ότι άνθρωποι του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν -που αντιτίθεται στην κλιμάκωση της έντασης- και του Κινέζου αντιπροέδρου Λιου Χε βρίσκονται εδώ και μέρες σε μυστικές συνομιλίες με στόχο την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.
Ενδιάμεσες εκλογές

Καθώς οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ πλησιάζουν και η Κίνα δεν δείχνει να υποχωρεί, η κυβέρνηση Τραμπ -που φοβάται το μαύρο στους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους- πιέζεται όλο και πιο πολύ να είναι αυτή που θα κάνει πρώτη την επόμενη κίνηση. Και αυτές είναι δύο: ή θα αναδιπλωθεί με κομψό τρόπο ή θα προχωρήσει στις απειλές του, τινάζοντάς τα όλα στον αέρα.
Το τελευταίο ενδεχόμενο τρομοκρατεί εδώ και αρκετό διάστημα τις αγορές, με αποτέλεσμα τη χθεσινή απομάκρυνση των επενδυτών από την ανάληψη ρίσκου και την καταφυγή σε ασφαλη επενδυτικά καταφύγια.
Συνέπεια αυτής της κίνησης ήταν οι απώλειες στα περισσότερα χρηματιστήρια του κόσμου και σε ευάλωτα επενδυτικά προϊόντα.
Θύμα αυτής της εξέλιξης ήταν το ελληνικό δεκαετές ομόλογο που είδε την απόδοσή του ύστερα από καιρό να ξεπερνά το 4% αλλά και το ιταλικό που έφτασε αντίστοιχα το 2,9%.
Στον αντίποδα, το ασφαλές γερμανικό bund που υποχώρησε.
