Μ’ αρέσουν πολύ τα βιβλία με τις εντυπώσεις ξένων και Ελλήνων περιηγητών απ’ την Ελλάδα των περασμένων αιώνων. Περνώντας σήμερα απ’ τις περιοχές που περιγράφουν, βλέπεις τόσες και τέτοιες αλλαγές, που χρειάζεται πολύς κόπος και πολλή φαντασία για να καταλάβεις αν αυτό που είναι μπροστά σου είναι εκείνο που περιγράφουν οι συγγραφείς.
Διαβάζοντας, ένα περασμένο Σάββατο, απ’ αυτές τις σελίδες το κείμενο του Θοδωρή Αθανασιάδη για τη σημερινή Αμοργό -και ειδικά για τα «πολυσύχναστα» Κατάπολα- ένιωσα «περιηγητής» περασμένων αιώνων…
Διάβαζα και έμενα κατάπληκτη, διότι είχα μείνει στα Κατάπολα στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Τότε -το 1959- που είχαμε πάει εκεί «για τα μπάνια μας» οικογενειακώς…
Το ταξίδι -με το πλοίο «Δέσποινα»- απ’ τον Πειραιά πρέπει να κράτησε καμιά εικοσαριά ώρες. Κι όταν μπήκαμε στον κόλπο των Καταπόλων σταματήσαμε «αρόδου», δηλαδή δεν πλευρίσαμε, αλλά μείναμε στα ανοιχτά απ’ όπου μας πήραν πελώριες βάρκες και μας πήγαν στην αποβάθρα.
Το «ξενοδοχείο» ήταν ένα διώροφο κτίσμα, πάνω στο λιμάνι, με δυο δωμάτια επάνω και ένα παντοπωλείο-ταβέρνα στο ισόγειο. Επειδή πέσαμε σε κακοκαιρία, με αέρα και κύμα, ψάρι φάγαμε μια φορά.
Γενικά τη βγάζαμε με μακαρόνια – σκέτα ή με κοτόπουλο. Ιταλικό μενού.
Δεν υπήρχε ηλεκτρικό. Οι δρόμοι φωτίζονταν με λάμπες ασετυλίνης, που τις άναβε ένας κοινοτικός υπάλληλος αργά τα απογεύματα. Φυσικά, δεν υπήρχαν αυτοκίνητα.
Δρόμος για την Αιγιάλη δεν υπήρχε, μόνο με γαϊδουράκια μπορούσε να πάει κανείς και το να πας εκεί ήταν μεγάλη περιπέτεια. Για τα μπάνια μας νοικιάσαμε μια βάρκα, με κωπηλάτες τα παιδιά του ιδιοκτήτη της. Μ’ αυτά είμαστε περίπου συνομήλικοι -12 και 13 ετών- και γίναμε φίλοι.
Ακόμα θυμάμαι να ανοίγουν διάπλατα τα στόματα και τα ματάκια τους όταν τους λέγαμε ότι «στην Αθήνα έχουμε ηλεκτρικό ρεύμα, αυτοκίνητα, σινεμά, τηλέφωνο στο σπίτι!».
– Εχει θάλασσα η Αθήνα; ρώτησαν.
– Οχι.
– Και πώς ξέρετε κολύμπι;
– Μάθαμε στην πισίνα.
– Τι θα πει πισίνα;
Μια μέρα μπήκαμε σ’ ένα καΐκι και μας πήγε στα Αντικέρια, κάτι νησάκια εκεί κοντά, με τα ωραιότερα νερά που είχα δει. Δεν είχαν κατοίκους, μόνο κάτι κατσίκια και μια μεγάλη στέρνα. Εβαζαν μέσα τα χεράκια τους τα παιδιά και έπιναν νερό.
Την άλλη μέρα, στον μυχό του κόλπου είδαμε να βγάζουν έξω την τράτα. Τρέξαμε και βοηθήσαμε κι εμείς.
Ηρθε κι ο πατέρας μας και αγόρασε 5-6 σπαρταριστά ψάρια κι έναν αστακό – που τον φάγαμε, φυσικά, με μακαρόνια…
Από τότε, σαν να πέρασαν αιώνες!
*Το Αλλοπαράκι το ‘χει ρίξει στις αναμνήσεις αφότου έφυγε το Σουρτάκι μας – το γαρ πολύ της θλίψεως… Μεταξύ μας, ως πιτσιρικάδες είχαμε περάσει μια χαρά τότε στα Κατάπολα. Σήμερα ευτυχώς άλλαξαν, ώστε να περνάνε κι οι σημερινοί επισκέπτες ωραία στο πανέμορφο νησί.
