«Αντέχει ο άνθρωπος!» Ετσι, απλά κι εντυπωσιακά, ξεκινά ο «Ορέστης» του Ευριπίδη στην -ακόμα μία στη σειρά- δημιουργική μετάφραση του έργου από τον Γιώργο Μπλάνα για την παράσταση του ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία του Γιάννη Αναστασάκη. Κι αληθινά οι ήρωες στην ευριπίδεια απόδοση του βασικού μύθου των Ατρειδών είναι φτιαγμένοι από σκληρό μέταλλο. Η πλοκή του έργου τούς ανακαλύπτει λίγες μέρες μετά το διπλό φονικό αποκλεισμένους στο Αργος και στο πιο χαμηλό σημείο της αξιοπρέπειάς τους.
Ο Ορέστης σέρνεται διπλά άρρωστος, σωματικά και ψυχικά χτυπημένος από τις «ερινύες», που εδώ πια δεν μπορεί να αφορούν παρά κάτι εσωτερικό, τη συνείδηση, τις τύψεις ή ακόμα βαθύτερα τη ρήξη της ύπαρξης ανάμεσα στο τι είναι κανείς και στο τι έπραξε. Δίπλα στο στρώμα του κατατονικού αδελφού της, κυνηγημένη από τις ίδιες κατά βάθος αμφιβολίες, η Ηλέκτρα.
Αποδίδει το φταίξιμο στον Φοίβο, μέμφεται την άδικη τύχη τους, και σαν το αγρίμι ψάχνει να βρει δικαίωση σε μια πολύ υποκειμενική ερμηνεία της φρικτής πράξης τους. Μοιάζουν και οι δύο ήρωες έκπτωτοι από τον κόσμο της μυθικής αποκατάστασης, περιθωριακοί και υπόλογοι για το ίδιο του το περιεχόμενο.
Ετσι εντυπωσιακά ξεκινά ο «Ορέστης» και εντυπωσιακότερα συνεχίζει. Αφού έχουμε αναγκαστεί εξ αρχής να βάλουμε κάμποσο νερό στο κρασί μας, θα αναγκαστούμε να ανεχτούμε κι άλλα τόσα στη συνέχεια, μέχρι να τιναχτεί στον αέρα κάθε κανόνας τραγικής «κανονικότητας». Εδώ το σημαντικό δεν είναι από πού έρχονται οι άνθρωποι, αλλά το πού είναι ικανοί να φτάσουν όταν οδηγηθούν στο όριο της ατίμωσης και της απελπισίας.
Το Αργος φανερά δεν τους θέλει (η ίδια πόλη που έξι μέρες νωρίτερα βογκούσε στον ζυγό του Αίγισθου), ο παππούς τους Τυνδάρεως ζητάει τη θανάτωσή τους και μάλιστα με ατιμωτικό θάνατο, ο θείος τους Μενέλαος συμπεριφέρεται περισσότερο ως πολιτικός παρά ως συγγενής ή ηγέτης… Και για αυτήν την ωραία Ελένη τι να πει κανείς; Παράδειγμα κάποιου που έχει προκαλέσει τεράστιο κακό και τη βγάζει καθαρή, όταν άλλοι τιμωρούνται για αμφισβητούμενα εγκλήματα…
Υπάρχει κάτι σάπιο στο βασίλειο του Αργους. Και η μόνη έξοδος από αυτό είναι να φανταστούμε δύο νέους να εξέρχονται από τη νάρκη και τη διάθεση αυτοτιμωρίας και με μια έκρηξη οργής, μίσους κι αμφιλεγόμενης πεποίθησης να αντιστέκονται, όχι τόσο για να σωθούν οι ίδιοι όσο σαν για να καταδείξουν τη γενική σήψη.
Φωτεινό παράδειγμα στη μέση όλων ο Πυλάδης. Λαλίστατος και ενεργητικότατος αυτή τη φορά, δείκτης πορείας, αλλά και φορέας μιας νεανικής αξίας που φαίνεται να ξεχνιέται στη γερασμένη πολιτεία: της άδολης, άνευ όρων και ορίων φιλίας μεταξύ των ανθρώπων. Με τον Πυλάδη ο Ορέστης και η Ηλέκτρα θα αποφασίσουν να κάψουν τον κόσμο πριν χαθούν μαζί του.
Ο,τι και να γραφτεί γι’ αυτούς τους νέους καθώς ανεβασμένοι στο σπίτι τους ζητούν να του βάλουν φωτιά, με την αθώα Ερμιόνη πιασμένη για σφαχτό, είναι λίγο. Και πολύ μεγάλο. Τόσο μεγάλο που θα χρειαστεί εξωτερική βοήθεια, τον αυτόκλητο Απόλλωνα, για να μπει επιτέλους κάποια τάξη, να ηρεμήσουν τα πνεύματα, να ησυχάσουν οι θεατές για τη σταθερότητα του δικού τους κόσμου.
Παρασύρθηκα και έγραψα πολλά για την αξία του έργου γιατί η ίδια η παράσταση του ΚΘΒΕ, καθώς δεν προβάλλει κάποια δική της ισχυρή ερμηνεία, αφήνει ανοιχτό τον ορίζοντα στους θεατές για τα δικά τους πλατιά συμπεράσματα. Πρόκειται για ευθύ ανέβασμα του έργου από τον Γιάννη Αναστασάκη χωρίς προαποφασισμένη αντιμετώπιση, με έναν κάπως παλιομοδίτικα εκσυγχρονισμένο τρόπο. Μας επιτρέπει έτσι να αντικρίσουμε τουλάχιστον ατόφιο το ευριπίδειο «χάος»: ένα μυθιστορηματικής κλίμακας κομφούζιο, από το ένα κρεσέντο στο άλλο, τη μια ανατροπή στην επόμενη, ώσπου να φτάσουμε στο τέλος λαχανιασμένοι και μπερδεμένοι…
Για τους βασικούς ρόλους, τον Ορέστη του Χρίστου Στυλιανού και την Ηλέκτρα της Ιωάννας Κολλιοπούλου, όμως εγείρονται σοβαρά ζητήματα. Οφείλουμε παρ’ όλα αυτά να θυμηθούμε πως οι ρόλοι τους είναι ακόμα άβγαλτοι έφηβοι, με την αγαρμποσύνη της νεότητας και τα μεγάλα της λόγια. Σε αυτούς τους νέους έπεσε ξαφνικά το βάρος όχι ενός αλλά δύο κόσμων, του εδώ και του πέρα. Τα έχουν λοιπόν φανερά χαμένα κι αν γίνονται στην αρχή τόσο συμπαθητικοί, είναι για αυτήν την ασυμμετρία.
Με αυτήν την άποψη οι επιτηδευμένα αδέξιες ερμηνείες των δύο ηθοποιών είναι από εμένα ανεκτές (στην περίπτωση της Ηλέκτρας υπάρχει και ζήτημα ορθοφωνίας). Μην ξεχνάμε άλλωστε και το υπόγειο χιούμορ του έργου -ειδικά όταν στο τέλος ο άκρατος ενθουσιασμός τους για εκδίκηση φτάνει μέχρι την καρικατούρα και το σπλάτερ!
Οι δύο ήρωες όμως αντλούν δύναμη από τον στέρεο Πυλάδη του Δημήτρη Μορφακίδη. Η σκηνή μάλιστα όπου με την προτροπή του φίλου του ο Ορέστης αποφασίζει να απευθυνθεί στον κόσμο του Αργους, δοσμένη με απλότητα και ρεαλισμό, γίνεται η ευτυχέστερη της παράστασης.
Οι υπόλοιποι ηθοποιοί του ΚΘΒΕ υπηρέτησαν σε μικρότερους ρόλους το κλίμα του έργου. Η Δάφνη Λαμπρόγιαννη στο σύντομο πέρασμα της Ελένης υπενθυμίζει πως ο ρόλος της παραμένει το «άτιμο θηλυκό» των αιώνων. Εξαιρετικός ο Νικόλας Μαραγκόπουλος, σε έναν ευθύ, καθαρό, ουσιαστικό Αγγελιοφόρο. Ο Κώστας Σαντάς πλούτισε ακόμη μία παράσταση του ΚΘΒΕ με την ερμηνευτική του ιδιαιτερότητα στον Τυνδάρεω.
Ομοια με τον χωρίς υπερβολές Τρώα του Χρήστου Στέργιογλου. Ο Μενέλαος του Χριστόδουλου Στυλιανού είναι ο «πολιτικάντης» του έργου -ο ηθοποιός αποδίδει έναν βασιλιά διόλου κακό, όμως σε όλα του «λίγο». Η Μαριάννα Πουρέγκα δεν περνάει απαρατήρητη, παρά το στοιχειώδες της παρουσίας της Ερμιόνης.
Στο τέλος ο Απόλλων του Δημοσθένη Παπαδόπουλου από ψηλά αναγγέλλει με το μεγάφωνο το τέλος ενός παιχνιδιού που έχει προλάβει στο μεταξύ να εκθέσει τους πάντες. Καθοριστική η ειρωνική, μπλαζέ και επιβλητική φωνή του για να αντιληφθούμε το νόημα του κόσμου, όπου οι άνθρωποι είναι «ικανοί για όλα» εκτός από την ειρήνη με τους άλλους και τον εαυτό τους.
Τα βαριά και αρκετά ασαφή σκηνικά του Γιάννη Θαβώρη δείχνουν την ανακαίνιση του παλατιού. Ο περιφραγμένος χώρος του δείχνει το ανίερο άβατο του φόνου. Τα κοστούμια του όμως, και ιδιαίτερα του Χορού, είναι φανερά προβληματικά -μοιάζουν ψωνισμένα στην Τσιμισκή. Και η ηλεκτρονική μουσική του Μπάμπη Παπαδόπουλου δεν βοηθάει. Γνωρίζουμε ήδη πως ο Χορός για τον Ευριπίδη αποτελεί πρόβλημα -και η παράσταση από τη μεριά της όμως δεν κάνει τίποτα για να διαψεύσει την έκπτωσή του σε διακοσμητικό περιτύλιγμα (Ελευθερία Αγγελίτσα, Μομώ Βλάχου, Στελλίνα Βογιατζή, Αναστασία Εξηνταβελώνη, Παυλίνα Ζάχρα, Μαρία Κωνσταντά, Χριστίνα-Αρτεμις Παπατριανταφύλλου, Μαρία Πετεβή, Ελίνα Ρίζου, Εύη Σαρμή, Χριστίνα Χριστοδούλου, Στυλιανή Ψαρουδάκη).
Ισως δεν είναι μια «εμπνευσμένη» παράσταση κι ασφαλώς δεν είναι μια «μεγάλη» στιγμή του ΚΘΒΕ στο θέατρό μας. Είναι όμως μια τίμια δουλεμένη πρόταση, αξιοπρεπής και με αρκετές καλές στιγμές. Που μεταξύ άλλων είχε την τόλμη να καταπιαστεί με ένα εξ αρχής «προβληματικό» έργο, από εκείνον που κατάλαβε πόσο στα αλήθεια προβληματικός είναι ο άνθρωπος και η μοίρα της ελευθερίας που κουβαλάει.
Αφιερωμένο, όπως και η παράσταση, στη μνήμη της Χρύσας Σπηλιώτη και των άλλων θυμάτων της πρόσφατης τραγωδίας μας.
