ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Ζαρκάδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βιβλία στο προσκέφαλο

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους

Η ποιητική της υπαίθρου, δεσπόζουσα εμμονή σε όλο το έργο του Γιάννη Ζαρκάδη, θρυμματίζεται, διαχέεται, μεταμορφώνεται, σε μετεμφυλιωτικό βίωμα, επίμονο άγχος της απώλειας και του θνήσκειν, ήττα και διάψευση του τρωτού παρατηρητή και αυτοπαρητηρητή στον ποιητικό χωροχρόνο.

Καθρεφτιζόμενος δυναμικά στο δημοτικό τραγούδι, τόσο στην ελλειπτική όσο και στην αφηγηματική του μορφή, αλλά και στο αλλόκοτο, στο παραφυσικό αίσθημα της παραδοσιακής μνήμης, έχει κατακτήσει στα τέσσερα προσώρας ποιητικά του βιβλία μια ψηλαφήσιμη ιδιοπροσωπία (εμφανίστηκε στα γράμματα με την ποιητική συλλογή «Αχερουσία μνήμη», Πλανόδιον, 1991).

Ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας διδάσκει Μοριακή Βιολογία στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών και αποτελεί επίλεκτο μέλος της μεταπολεμικής ηπειρώτικης ποιητικής «σχολής» (Μέσκος, Γκανάς, Μπράβος κ.ά). Εδώ, στην εξομολογητική ανακεφαλαίωση παλαιότερων ημερών, αναγνώσεων, εποχών και ανθρώπων, ο τόνος του ποιητή, χαμηλόφωνος, συγκινημένος, ακριβής.        

Μ. ΦΑΪΣ

Στο σπίτι όπου γεννήθηκα (Πέρδικα Θεσπρωτίας) δεν υπήρχαν βιβλία, κάτι κιτρινισμένες σελίδες κυκλοφορούσαν, στιχάκια είχαν (Μουσελίμης), καζαμίες, περιοδικά (Μικρός σερίφης-ήρωας, Μάσκα για μεγαλύτερους) που ανταλλάσσαμε με γειτονόπουλα. Μετά τα οχτώ μου, ανέβηκα στο Πόποβο, στο σπίτι της γιαγιάς. Οι γονείς, μετανάστες στη Γερμανία.

Φύγανε από τους δρόμους που ανοίγονταν τότε και χύνονταν οι άνθρωποι μέσα τους. Είχα την τύχη να έχω θείο δάσκαλο και είχε δεμένα σε τόμους τεύχη «Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ». Στο υπόγειο ήτανε, και τα διάβαζα, επιπόλαια. Τα ποντίκια πιο συστηματικά. Διάβαζα σε συνέχειες, Ουγκό, Δουμά, Λόντον, Παπαντωνίου, με τις καταπληκτικές εικονογραφίες του Μποστ.

Εκείνα τα χρόνια, του Δημοτικού, με τις ώρες φυλάγοντας πρόβατα, γιατί υπήρχαν και λύκοι τότε, έρχονταν αναγνώσματα και ακούσματα. Κάτι κόλλες της φύσης εξαιρετικές, και μ’ έβρισκαν. Αλλά και στις εκκλησιές του χωριού μ’ έβρισκαν, με τα πολύχρωμα βιβλία τους και τις εξαιρετικές γραμματοσειρές. Ιδιαίτερα τις μέρες του Πάσχα, σαν ψάλτης, δεξιός όπως με κοίταγε αυστηρά ο θεός κι αριστερός οι χωριανοί. Ρούφαγα ύμνους, ψαλμούς και τσίπουρο κάποιες φορές μέσα στο ιερό, γιατί έκανε και κρύο, και ψέλναμε καλύτερα έτσι. Εξω, τα κοτσύφια, λέγανε τα δικά τους απολυτίκια.

Ο προφορικός λόγος, ιδιαίτερα της γιαγιάς, οι δημοτικοί δεκαπεντασύλλαβοι, η μουσική τους, έγραφαν. Μέσα σελίδες. Αν θυμάμαι τότε κάτι από ποίηση, ήταν οι απαγγελίες, στις επετείους. Τον φοβερό Διονύσιο Σολωμό και τον «Υμνο στην Ελευθερία» του. Γυμνάσιο Παραμυθιάς μετά. Εξι χρόνια μέσα στη μαύρη επταετία των συνταγματαρχών, με όλες τις αναπηρίες. Τις είδα αργότερα. «Αθλητική Ηχώ», το ανάγνωσμα. Οαση, κάποιοι φωτισμένοι καθηγητές. Επέμεναν στην Οδύσσεια και στον Παπαδιαμάντη.

Πέρασα μετά τις πλάκες Ρίου-Αντιρρίου (1975). Βρέθηκα στην Πάτρα, να σπουδάζω Χημεία. Παραδόθηκα, σχεδόν απνευστί, εκτός από τις σπουδές, σε έναν καινούργιο κόσμο, που λίγο τον είχα υποπτευθεί. Συνελεύσεις, παρατάξεις, Νεολαίες της Αριστεράς, σπαστά μαρξιστικά στα αμφιθέατρα. Θεοδωράκης και Σαββόπουλος στις ταβέρνες. Περίμενα την «Αυγή» για τις επιφυλλίδες (Ραυτόπουλος) και τις βιβλιοκριτικές. Γέμιζε η φοιτητική βιβλιοθήκη με βιβλία από το «Θεμέλιο».

Τα πρώτα μου λογοτεχνικά βιβλία ήταν Το διπλό βιβλίο του Χατζή και τα Ποιήματα του Πατρίκιου. Οι πρώτες γέφυρες συνάντησης. Της λογοτεχνίας και της αθωότητας των αισθήσεων. Γέφυρες, της πατρίδας, της ξενιτιάς και της αγάπης. Τα βρήκα, στον υποψιασμένο «Λευτέρη», στη Ζαΐμη, όπου πέρναγα έκτοτε καθημερινά.

Μαζί με το διπλανό δισκάδικο, γονάτιζαν συστηματικά το μηνιαίο έμβασμα από Γερμανία. Ετσι ήρθανε και τα επόμενα, Ελύτης Αναφορά στον Αντρέα Εμπειρίκο, Σαχτούρης, Καρούζος, Ρίτσος, Λειβαδίτης, Σεφέρης, Καβάφης. Υπερρεαλιστές, Πουλαντζάς και Ράιχ στάθηκαν διέξοδοι στις νεανικές αναζητήσεις. Τότε, τέλη δεκαετίας ’70, ρίχτηκαν στο λευκό χαρτί και οι πρώτες βαρκούλες μου. Εμπαζαν από παντού. Ηρθε κι ο έρωτας μετά κι οι ομορφιές. Απόκτησαν δικά τους πανιά κι άρχιζαν ν’ αρμενίζουνε.

Η δεύτερη αποκάλυψη ήρθε αργότερα, αρχές δεκαετίας του ’80, στο βιβλιοπωλείο Δωδώνη, όπου τρύπωνα όταν βρισκόμουν Αθήνα. Αφορμή, αιτίες υπήρχαν, το 10ο τεύχος του περιοδικού «Ωλήν». Αφιέρωμα στον Γκανά και τη Μητριά πατρίδα του. Από τον Γκανά στον Μπράβο Ορεινό καταφύγιο, στον Μέσκο Μαύρο δάσος, στον Δάλλα Το τίμημα, στον Χουλιαρά Ο Λούσιας, στον Μηλιώνη Καλαμάς κι Αχέροντας, στον Βλάχο με τα «Κείμενα», στον Καλιακάτσο με τη «Στιγμή» του.

Τα βιβλία τους, ένας ορεινός κήπος της Εδέμ. Ετσι μπήκα και σ’ άλλους κήπους. Του Αναγνωστάκη (Τα ποιήματα), του Κατσαρού (Κατά Σαδδουκαίων), του Τσίρκα (Τριλογία), του Βαλτινού (Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη), της Γαλανάκη (Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά), του Αλεξάνδρου (Το κιβώτιο).

Αργότερα ταλαιπωρήθηκα, κι ακόμα βασανίζομαι, με τη μεταφρασμένη ποίηση (Ρεμπό, Ελιοτ, Λόρκα) και λιγότερο με την πεζογραφία, κι ακόμα λιγότερο με την ποίηση στην οθόνη (Μπερτολούτσι, Ταβιάνι, Κισλόφσκι, Ταρκόφσκι). Αναμμένα καντήλια στον δρόμο, ο «Πολίτης» και το «Πλανόδιον, ώσπου σβήσανε.

Αφήνοντας τυχαία τη Χημεία για το όλον της Βιολογίας, σαν δάσκαλος και ερευνητής πλέον στο Πανεπιστήμιο, βρήκα ψηφίδες για τα μωσαϊκά του νου (επιστήμη-κοινωνία-επανάσταση) στον Lewontin (Biology as ideology), Feyerabend (Against method) και Kuhn (The structure of scientific revolutions).

Φάρμακα και καταβολάδες τα βιβλία, μας επεκτείνουν τη ζωή, εκεί που το βίωμα μας λείπει και μας λυπεί. Παράθυρα για το ξένο. Ο,τι έχει μείνει από την αγριάδα του. Και μέσα μας και έξω μας.

Τελευταίο βιβλίο του Γ. Ζαρκάδη είναι η ποιητική συλλογή «Μελισσόχορτο» (Μελάνι, 2018).