Διαβάζω τη στήλη σας από τότε που απέκτησα ένα σκυλάκι αρσενικό. Αφού το χάρηκα (και με χάρηκε, ελπίζω) για τρία χρόνια, το έχασα. Πήρε από πίσω κάποιες κατσίκες και εξαφανίστηκε. Το έχασα. Πολλοί (κυρίως από φιλοζωικές οργανώσεις) με ψέγουν γιατί δεν το είχα στειρώσει, οπότε εκείνο ακολουθώντας τη φύση του «την έκανε».
Κάτι μέσα μου «κλοτσάει» σχετικά με τη στείρωση. Χωρίς να το έχω πολυσκεφτεί, δηλώνω αντίθετη όταν πρόκειται για ζώα συντροφιάς που ζουν μέσα στο σπίτι (όπως το δικό μου). Μάλλον είναι άλλη ιστορία τα αδέσποτα, όπου εκεί μπορώ να καταλάβω το πρόβλημα με τις ανεξέλεγκτες γεννήσεις. Επειδή σκέφτομαι να υιοθετήσω ξανά σκυλάκι κάποια στιγμή, ποια η γνώμη σας για τη στείρωση των ζώων συντροφιάς (επαναλαμβάνω: όχι των αδέσποτων);
Ευχαριστώ για τον χρόνο σας
Σπυριδούλα Κοτσώνα
Αγαπητή κυρία, σας διαβεβαιώνω ότι ποτέ δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω τη γνώμη μου σχετικά με τη σκοπιμότητα της στείρωσης των (θηλυκών κυρίως) ζώων συντροφιάς, είτε αυτών που ζουν υπό την προστασία μας στο σπίτι μας ή εκείνων που ζουν απροστάτευτα στους δρόμους.
Είμαι 100% υπέρ και η άποψή μου αυτή σχηματίστηκε από την εδώ και πάνω από 30 χρόνια ενασχόλησή μου μ’ αυτά, αλλά και από την κοινή λογική.
Ας δούμε τι έμαθα ζώντας τόσα χρόνια με 2, 3 ή και 5 (κάποιο διάστημα) σκύλους: Με την προτροπή του κτηνιάτρου τού Αρη, του πρώτου μου σκύλου (Νίκος Ανθούλης λεγόταν) στείρωσα τη Φέη μας, που ήρθε δεύτερη στο σπίτι.
Αντίθετα, για τον Αρη δεν μου πρότεινε στείρωση. Σε πείσμα όσων μου έλεγαν ότι «οι στειρωμένες σκύλες γίνονται υπέρβαρες και… πεθαίνουν γρήγορα», η Φέη έζησε 12 χρόνια, ήταν κομψότατη και ζωηρή ώς το τέλος και πήγε από καρδιά.
Από τότε στείρωνα κάθε θηλυκό σκυλί που ερχόταν σπίτι. Και όλα έζησαν μια καλή ζωή, με αποκορύφωμα τη Λου, την πινέζα, που πέθανε 17 ετών!
Συμπέρασμα: Τα θηλυκά σκυλιά, εφόσον ελέγχεται η διατροφή τους και ασκούνται καθημερινά, δεν παθαίνουν τίποτα με τη στείρωση.
Γιατί μιλάω για τα θηλυκά; Διότι τα θηλυκά γεννάνε -ή, μάλλον, «τίκτουν», για να ακριβολογούμε. Και η γέννα συνήθως δημιουργεί πρόβλημα στον κάτοχο του ζώου. Δυστυχώς, η συνεχής αύξηση του πληθυσμού των αδέσποτων σκύλων οφείλεται ακριβώς στο ότι πολλοί κάτοχοι σκύλων διστάζουν να στειρώσουν τα θηλυκά ζωάκια τους και τελικά πετάνε στον δρόμο όσα νεογέννητα κουτάβια κριθούν ανεπιθύμητα.
Η διαφορά μεταξύ αρσενικών και θηλυκών σκύλων (και γάτων) είναι η εξής: Τα θηλυκά έχουν οίστρο δύο -και σπάνια τρεις- φορές τον χρόνο. Είναι η εποχή της αναπαραγωγής τους, οπότε «καλούν» τα αρσενικά εκκρίνοντας κάποιες οσμές, που οι «αγαπητικοί» τις πιάνουν στον αέρα, από απόσταση που φτάνει και τα δύο χιλιόμετρα!
Οταν η «κοπελιά» είναι σε σπίτι, οι γαμπροί κατασκηνώνουν απ’ έξω μπας και βγει για… ψώνια.
Οταν είναι, όμως, αδέσποτη, σχηματίζουν τις γνωστές ομάδες: Μπροστά η νύφη και ξοπίσω μια ντουζίνα αγαπητικοί. Και για το ποιος θα πρωτοζευγαρώσει μαζί της πέφτει το ξύλο της αρκούδας.
Ο αρσενικός σκύλος, αντίθετα, δεν έχει τακτές «περιόδους» που πρέπει να ζευγαρώσει. Είναι σαν κι εμάς: όποτε μυρίσει, ορμάει στο ψητό. Αν δεν, παραμένει ήρεμος και αν μπλέξει σε σκυλοκαβγά θα είναι μόνο για το φαγητό. Γι’ αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι τόσο απαραίτητη η στείρωσή του.
Αλλά για τα θηλυκά υπάρχει ακόμα ένας λόγος -ειδικά για τα αδεσποτάκια: τα περιγενετικά προβλήματα υγείας. Δηλαδή τα προβλήματα υγείας πριν, κατά και μετά τον τοκετό, καθώς ζουν υποσιτιζόμενα, σε άθλιες συνθήκες υγιεινής και χωρίς καμιά ιατρική φροντίδα (μαστίτιδες, πυομήτρες, μολύνσεις κ.λπ.).
Προβλήματα που οδηγούν συχνά στον θάνατο της μητέρας και των κουταβιών. Με τη στείρωση, οι κίνδυνοι αυτοί εξαφανίζονται.
Πρέπει να καταλάβουμε όλοι -και όλες- ότι τα αδέσποτα δεν είναι φυσικό φαινόμενο, όπως π.χ. οι σεισμοί.
Εμείς τα δημιουργούμε, διστάζοντας ή αρνούμενοι να στειρώσουμε τα δικά μας σκυλιά και εγκαταλείποντας στον δρόμο τα ανεπιθύμητα κουτάβια τους.
Η μείωση του πληθυσμού τους θα έρθει μόνο με ένα μεγάλο πρόγραμμα στειρώσεων, αντίστοιχο με εκείνο το πρόγραμμα εμβολιασμών που σε μια δεκαετία εξαφάνισε τη λύσσα.
Λύση «εδώ και τώρα» δεν υπάρχει. Και η «τελική λύση», δηλαδή η μαζική εξόντωση των αδέσποτων ζώων απ’ τους δήμους, εκτός του ότι είναι ναζιστικής λογικής και άρα απορριπτέα ως βάρβαρη, είναι και αναποτελεσματική: όσα ζωάκια και να δηλητηριαστούν, σε λίγα χρόνια θα ξαναγεμίσουν οι δρόμοι με αδέσποτα, αν συνεχίσουμε να μη στειρώνουμε τα ζώα μας και να πετάμε στον δρόμο τα μωρά τους.
Παράλληλα, λοιπόν, με το πρόγραμμα στειρώσεων, πρέπει να γίνει πράξη και η εκπαίδευση των παιδιών αλλά και των κατόχων ζώων, με στόχο τη μετατροπή τους σε υπεύθυνους πολίτες, που δεν θα αντιμετωπίζουν τα ζωάκια τους σαν παιχνίδια ή αξεσουάρ.
Και τα αδέσποτα, όχι σαν ενόχληση αλλά ως αναξιοπαθούντα πλάσματα που έχουν ανάγκη τροφής, στοργής και φροντίδας.
