Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης χάθηκε ολωσδιόλου η υπόθεση της ευρωπαϊκής εξαίρεσης, με αποτέλεσμα να απορρίπτονται οι προτάσεις Μακρόν, να συσκοτίζεται ο πυρήνας του προβλήματος αλλά και η μοίρα της Ε.Ε. Η ευρωπαϊκή εξαίρεση, μολονότι αινιγματική ως σύλληψη, αποκαλύπτει πολλά. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ό,τι διαφοροποίησε τη Δ. Ευρώπη από τις ΗΠΑ –τα δύο συστατικά μέρη του κανόνα που ονομάσαμε καπιταλιστική Δύση– ήταν ο κοινωνικός φιλελευθερισμός με δημοκρατία, η ορμή της «ένωσης», το «κοινωνικό μοντέλο» και οι ιδέες σύγκλισης και κοινωνικής συνοχής. Απαλλαγμένη από τα φορτία των παλαιών μοναρχών ή τις πολιτικές των μεγάλων δυνάμεων, η Ευρώπη αποτελούσε την εξαίρεση: το ελκυστικότερο παγκόσμιο εναλλακτικό όραμα απέναντι

(α) στο μεταπολεμικό σοβιετικό μοντέλο και

(β) στο ατομικιστικό όνειρο, το μοντέλο που υπηρέτησε τον αμερικανικό 20ό, προετοιμάζοντας τον αμερικανικό 21ο αιώνα.

Βέβαια, η απόσταση από τη βοναπαρτική ομοσπονδιοποίηση, το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Συνεννόησης και της Ιεράς Συμμαχίας του 19ου αιώνα –ακόμα και από το χιτλερικό ευρωπαϊκό σχέδιο–, από τα αντίστοιχα σχέδια του Καντ για την Ευρωπαϊκή Ειρήνη ή του Β. Ουγκό για την Ευρωπαϊκή Ιδέα ή το μεταπολεμικό Μανιφέστο του Βεντοτένε (των Σπινέλι-Ρόσι), το όραμα του Αλμπέρ Καμί ή του Τζορτζ Οργουελ για τη Σοσιαλιστική Ευρώπη κ.ά., είναι απλώς τεράστια. Ομως, ειδικά στους τελευταίους, υπήρχε η μέριμνα της αντιαυταρχικής, δημοκρατικής «μέσης οδού». Ο Οργουελ, όπως και ο Σπινέλι, μόνο στη Δυτική Ευρώπη έδιναν πιθανότητα ίδρυσης των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, με το ταξικό πρόσημο υψηλά.

Αλλά το πράγμα σταμάτησε εκεί. Πήρε διαφορετική τροπή σε σχέση με τις προτάσεις του 1945-1959, ήδη μετά τη Ρώμη το 1957 και κυρίως μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992. Και στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 2000, εξαργυρώθηκε η δυσφήμηση και εκδηλώθηκε η αντιστροφή της ευρωπαϊκής εξαίρεσης.

Μέσω της βέλτιστης οικονομικής-νομισματικής ζώνης, των «βέλτιστων πρακτικών» των λόμπι και των μάνατζερ φάνηκε πως το ένστικτο της αυτοσυντήρησης των χρηματοπιστωτικών αγορών ήταν πιο ισχυρό από αυτό των πολιτικών ηγετών και των κυβερνήσεων που έσπευσαν να ικανοποιήσουν το αίτημα των πρώτων να διαφυλάξουν τα ιδιωτικά κέρδη τους αλλά να κοινωνικοποιήσουν τις ζημιές.

Π.χ. το 2009, τα προγράμματα διάσωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα αύξησαν το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 20-25% σε πολλές χώρες. Και δεν επήλθε μόνον η απαξίωση του κοινωνικού κράτους. Η ανάκαμψη της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων έναντι των μικρότερων χωρών τροφοδότησε την Ακροδεξιά και τη φασιστική επανίδρυση με τις Βρυξέλλες να την αποδέχονται, «αρκεί να μη θίγεται το ευρωπαϊκό σπίτι».

Η μεταλλαγμένη ευρωπαϊκή εξαίρεση υπαγορεύει την απουσία της εθνικής κυριαρχίας με την επιβολή ενός άκαμπτου παρεμβατικού, ρυθμιστικού ή κανονιστικού πλαισίου στα εθνικά κράτη. Την ίδια στιγμή, προτείνει εθνικές λύσεις στα σημαντικότερα προβλήματα κρατών-μελών (π.χ. Ελλάδα, Ισπανία, Κύπρος, Ιταλία κ.λπ.).

Λόχου χάρη, για κρίσεις χρέους, δημοσιονομική πειθαρχία, προσφυγική κρίση (με την Ευρώπη-Φρούριο), το Ελληνοσκοπιανό, τις τουρκικές προκλήσεις και αμφισβητήσεις διεθνών συνθηκών και των ευρωπαϊκών συνόρων. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν παίζει τον ρόλο που θα έπρεπε στην ανάπτυξη. Φυλάει την ψύχωση της Γερμανίας ενάντια στον πληθωρισμό. Η Κομισιόν προτείνει μείωση δαπανών και πειθαρχία, ενώ τα ισχυρά μέλη της πωλούν εξοπλισμούς. Το παιχνίδι δεν είναι δίκαιο ούτε αλληλέγγυο.

Πώς πείθονται οι λαοί να χάσουν την εθνική ανεξαρτησία προς όφελος του υψηλότερου αγαθού της ευημερούσας Ε.Ε.; Είναι, πράγματι, ένα δύσκολο πολιτικό ερώτημα που δεν συζητιέται.

Αλλά αν αυτό που ενδιαφέρει τους πολιτικούς σχηματισμούς δεν είναι μόνον η συντήρηση και η νομή της εξουσίας, τότε η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά, η Σοσιαλδημοκρατία μαζί με την Αριστερά και τα μειοψηφικά ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα –τα τελευταία, όπως το ΚΚΕ, στα χρόνια της κρίσης προσέφεραν υπηρεσίες και σοφία δεινοσαύρων την εποχή της εξαφάνισής τους–, οφείλουν να δουν σοβαρά τις προτάσεις για κοινό μέτωπο και να αναθεωρήσουν την ευρωπαϊκή στάση τους με δύο κύριους στόχους:

(α) να ανακόψουν την επάνοδο του φασισμού και του πολέμου στην Ευρώπη, και

(β) να θέσουν πολιτική βάση για την αλλαγή του μεταδημοκρατικού διακυβερνητισμού και των λοιπών ευρωπαϊκών θεσμών.

Ειδάλλως, αντί για εκπόνηση «σχεδίων ανάπτυξης», ας διαβάσουν –με προσοχή όμως– το «Σεμνή πρόταση ώστε να παύσουν τα τέκνα των φτωχών ν’ αποτελούν βάρος για τους γονείς τους και τον τόπο και να καταστούν ωφέλιμα στην κοινωνία». Ο Τζόναθαν Σουίφτ, μιλώντας για τα δεινά της Ιρλανδίας το 1792, έγραψε μια μνημειώδη αλληγορία κατά των υποκριτών κάθε εποχής και κοινωνίας.

Ποια ήταν η πρότασή του; «… ένα υγιές τροφαντό χρονιάρικο βρέφος αποτελεί την πλέον γευστική, θρεπτική και υγιεινή τροφή, είτε βραστό είτε στον φούρνο είτε ψητό στα κάρβουνα είτε μαγειρευτό στην κατσαρόλα, και δεν αμφιβάλλω ότι μπορεί επίσης να σερβιριστεί ραγού ή φρικασέ» (εκδ. Αγρα, 1998). Δεν είναι καθόλου για γέλια.