Στον καθρέφτη του Μπέρνχαρντ

theatro.jpg

«Πλατεία Ηρώων», Θέατρο της Οδού Κυκλάδων «Πλατεία Ηρώων», Θέατρο της Οδού Κυκλάδων

Στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, στην «Πλατεία Ηρώων» του Μπέρνχαρντ, υπάρχει μια παρακαταθήκη, όχι μόνο με την έννοια του ρεπερτορίου. Αυτό που διαμόρφωσε τον Βογιατζή είναι μεταξύ άλλων πως στο μεγαλύτερο μέρος της πορείας του ό,τι έκανε το έκανε αντιπαρερχόμενος το χώρο της Κυκλάδων.

Το «κεφάλι που εξαντλεί τους αγκώνες» έχει αναλάβει τώρα ο Δημήτρης Καραντζάς. Δεν είναι εκλεκτική συγγένεια που φέρνει κοντά τους δύο σκηνοθέτες: είναι κοινή βάσανος που κάνει τον δεύτερο να διδάσκεται από τον πρώτο.

Η «Πλατεία Ηρώων» είναι το τελευταίο έργο του Αυστριακού συγγραφέα, γραμμένο επί παραγγελία για το Μπουργκτεάτερ. Το 1988 η επέτειος για τα 100 χρόνια του θεάτρου συνέπεσε με την επέτειο των 50 χρόνων από την «εκστρατεία των λουλουδιών» και τη βελούδινη προσάρτηση της Αυστρίας στο Γ' Ράιχ, με την περίφημη ομιλία του Χίτλερ στην κεντρική πλατεία της Βιέννης, σε ένα πλήθος που έβλεπε στο πρόσωπό του τον απελευθερωτή μάλλον, παρά τον κατακτητή της πατρίδας του.

Αλλά πώς να τιμήσεις έναν κρατικό θεσμό με τέτοιον συγγραφέα; Η «Πλατεία Ηρώων» με όσα λέει, και κυρίως με όσα θυμίζει, προκάλεσε μέγα σκάνδαλο, στο οποίο συμμετείχαν πρόσωπα της θεατρικής και πολιτικής ζωής της χώρας. Ο Μπέρνχαρντ ήταν ήδη γνωστός σαρκαστής της λήθης, αλλά, τώρα πια, με την «Πλατεία Ηρώων», μετατράπηκε σε επί παραγγελία σχολιαστή της αυστριακής ενοχής.

Στην παράσταση της Κυκλάδων ένας κρατήρας έχει ανοίξει καταμεσής της πλατείας Ηρώων, καταμεσής της Αυστρίας. Εκεί βρέθηκε το σώμα του Εβραίου καθηγητή Γιόζεφ Σούστερ, που εκδιώχτηκε στον πόλεμο από τους ναζιστές, γύρισε πίσω στη μετανοημένη πατρίδα και κάποια στιγμή τώρα, χωρίς «προφανή λόγο», αποφασίζει να πέσει από το παράθυρο του σπιτιού του.

Η «Πλατεία» χωρίζεται σε τρία μέρη, βλέποντας το βαρέλι πίσσας από τον πάτο προς τα πάνω. Οι υπηρέτριες του σπιτιού, πρώτα. Σχολιάζουν το πρόσωπο του καθηγητή διοχετεύοντας στις λέξεις τον μέσα τους ατμό. Το να θυμίσουμε πως η κουβέντα τους θυμίζει Ζενέ είναι περιττό.

Το κρίσιμο είναι να εμπεδώσουμε ότι υπάρχει εδώ κάτι λίγο που λέγεται και κάτι πολύ που σωπαίνει. Νομίζω ότι η συμβολή της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη στον ρόλο της Οικονόμου είναι καταλυτική. Η σχέση της με τον καθηγητή εμπίπτει σε ό,τι θα ονομάζαμε «κοινωνική ψυχοπαθολογία».

Εχει αναπτύξει μαζί του μια σχέση ταξική και ερωτική, έχοντας υποκαταστήσει τη (σεξουαλική) ζωή της με την υπηρεσία στον ιδιόρρυθμο κύριό της. Μπορούμε μάλιστα να διακρίνουμε σχετικά εύκολα πώς η Οικονόμος εφαρμόζει όσα έμαθε στη νεότερη -και νοητή αντίζηλο- υπηρέτρια, η οποία στέκεται σημαίνουσα εντός της σιωπής της - εξίσου σπουδαία ερμηνεία από τη Σύρμω Κεκέ.

Εκείνο που δεν ξέρω αν διακρίνεται το ίδιο εύκολα είναι πώς αυτή η ζωή εμποτίζεται με βία, βία που δεν περιορίζεται στον ατσαλάκωτο τρόπο που σιδερώνονται τα πουκάμισα, αλλά απλώνεται στις μεγαλοστομίες των μεγαλοαστών, στα περισπούδαστα γνωμικά για τη ζωή, την πατρίδα, τον άνθρωπο και τον καιρό, έως την παγωμένη ατμόσφαιρα πνιγηρής κηδεμονίας.

Δείτε και πώς αυτά γίνονται θέατρο από έναν σκηνοθέτη σαν τον Καραντζά. Ενα σίδερο ατμίζει στην άκρη την καταπίεση σαν υπερβατικό ον. Δίπλα του -και στον ρυθμό του- δύο σώματα υποβάλλονται σε εργασιακή καταπόνηση. Η Οικονόμος (άβαφη, με κομψή αναφορά στον Βογιατζή) σιδερώνει όρθια τα πουκάμισα σαν να προσεύχεται, ενώ η υπηρέτρια, σκυμμένη, βάζει τα παπούτσια σε μια θήκη, κι αυτή σε άλλη θήκη, και σε άλλη…

Σώματα από νωρίς στυμμένα, εξαρτημένα, βασανισμένα από το καπρίτσιο του κυρίου, εραστή και δασκάλου τους. Και μετά αισθανθείτε τον απόλυτο χρονισμό των πραγμάτων σαν μετρονόμο της βίας.

Ολα στην εντέλεια και στην ώρα τους, αργά και επίπονα, κολαριστά και μεθοδικά, ασφυκτικά κλεισμένα σε σακούλες. Μυρίστε τώρα, παρακαλώ, τον φασισμό μέσα σε όλα αυτά, σαν φυσικό άρωμα του αυστριακού (και εβραϊκού, παρακαλώ!) σπιτιού των Σούστερ.

Ενα επίπεδο πιο πάνω, στο ίδιο βαρέλι. Την ίδια μέρα, μετά την κηδεία, στη σκηνή μπαίνουν οι δύο κόρες του Γιόζεφ. Το είδωλο των υπηρετριών: Η μία αντίγραφο του πατέρα (Μαρία Σκουλά), η άλλη το ίδιο σιωπηρή (Αννα Καλαϊτζίδου), με σώμα που «κρυώνει»…

Μπαίνει και ο μικρός αδελφός του καθηγητή (Χρήστος Στέργιογλου), καθηγητής και αυτός, λιγότερο επιβλητικός, το ίδιο χολερικός με εκείνον. Αλλά αυτή τη φορά ο Καραντζάς θέλει συνένοχους στην απορία του. Ο καθρέφτης γέρνει για να μας βάλει στο κάδρο. Οι πονηρές ματιές του Στέργιογλου δείχνουν ότι ο Μπέρνχαρντ αρχίζει να αγριεύει.

Και πράγματι δεν αργεί να ξεσπαθώσει για κάθε τι «αυστριακό»: παρελθόν, παρόν και μέλλον. Ο ηθοποιός αποδίδει τον καθηγητή κουρασμένο από τη μεγαλοαστική υπερεπάρκειά του, κακομαθημένο και παρατημένο. Μπορεί κάποιος να απορρίψει ό,τι λέει με πολλούς τρόπους. Η καταγγελία του όμως συνεχίζει να ερεθίζει εθνικά αντανακλαστικά.

Υπάρχει κάτι το συμβολικό σε αυτό το κοίταγμα στον καθρέφτη; Μάλλον το αντίθετο. Στον καθρέφτη είμαστε εμείς, μισοζαλισμένοι θεατές, κακόκεφοι, έτοιμοι να αφήσουμε τον Μπέρνχαρντ για να γυαλιστούμε στο όχι και πολύ κολακευτικό είδωλό μας…

Ο σκηνοθέτης επιλέγει μάλιστα να κάνει διάλειμμα στη μέση του διαλόγου, με τα πάντα σε εκκρεμότητα, με τους ηθοποιούς να κρέμονται στο σκοινί και να μας περιμένουν να γυρίσουμε στις θέσεις. Αυτό το θέατρο πράγματι δεν φτιάχτηκε για να εξυπηρετεί.

Και περνάμε έτσι στην κορυφή του βαρελιού, στο τραπέζι της παρηγοριάς, όπου μαζεύεται ο οίκος των Σούστερ, καλύπτοντας όπως όπως τον κρατήρα (το σκηνικό της Κλειώς Μπομπότη). Νέα πρόσωπα: Ενας φίλος της οικογένειας (Γιώργος Μπινιάρης), ένας τυπικός εκπρόσωπος μιας νέας γενιάς μεγαλοστομίας (Παναγιώτης Εξαρχέας).

Και στο κέντρο η κυρία Σούστερ, από την Υβόννη Μαλτέζου, σαν πλάσμα που κι αυτό λέει περισσότερα από όσα του παραχωρούνται. Δεν είναι η μόνη που ακούει τον βόμβο από τον πυθμένα της Αυστρίας. Είναι η μόνη που το ομολογεί. Και η μόνη που αρρωσταίνει από τις Ερινύες ενός έθνους, όταν ακόμη και εκείνοι που θα έπρεπε να κρούουν το σήμα κινδύνου αυτοακυρώνονται στην αφέλεια, την επιτήδευση και την παραίτηση.

Από την κορυφή λείπει μόνο ο Γιόζεφ. Ξέρουμε ωστόσο πια πως δεν πήδηξε από το παράθυρο - πήδηξε από το βαρέλι με την πίσσα. Πέθανε, όπως λέει ο ποιητής, «από αηδία».

Εχουμε κουραστεί; Ναι, κάπως, από τη διάρκεια της παράστασης, από την πνευματική γυμναστική που επιβάλλει ο Μπέρνχαρντ και τον μοναδικό τρόπο να κάνει τις λέξεις κοχλιώδεις, όχι να καρφώνονται σαν καρφιά, αλλά να βιδώνονται σαν βίδες (τα εύσημα στη μετάφραση της Ερις Κύργια).

Αλλά με τι κέρδος! Στον καθρέφτη αντικρίζουμε τον εαυτό μας. Στη σκηνή καθρεφτίζεται το μέλλον. Αφήστε τον Μπέρνχαρντ να κεντρίζει. Είναι περισσότερο αναγκαίος από ποτέ.

Μέλος της
ΕΝΕΔ