Οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμπεριφέρονται χωρίς σχεδιασμό

habermas-630.jpg

Γιούργκεν Χάμπερμας. Ο Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας

Αποσπάσματα από την εισαγωγή του διάσημου Γερμανού φιλοσόφου Γιούργκεν Χάμπερμας στη συζήτηση ανάμεσα στον Γάλλο υποψήφιο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και τον Σοσιαλδημοκράτη αντιπρόεδρο της γερμανικής κυβέρνησης Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, που έγινε στις 16 Μαρτίου 2017, στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης Hertie, στο Βερολίνο.

Το κείμενο αυτό παραχωρήθηκε κατ’αποκλειστικότητα στην «Εφ.Συν.» μέσω του καθηγητή Πολιτικής Φιλοσοφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου και συνεργάτη της εφημερίδας μας, Θεόδωρου Γεωργίου.

Ο Χένρικ Εντερλάιν μού έδωσε το τιμητικό προνόμιο να κάνω μια σύντομη εισαγωγή στο θέμα της συζήτησης ανάμεσα στον εξαίρετο προσκεκλημένο μας Εμανουέλ Μακρόν και τον Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, τον προσφάτως αναγεννηθέντα από τις στάχτες του υπουργό των Εξωτερικών μας.

Και τα δύο ονόματα συνδέονται με γενναίες αντιδράσεις σε μια κατάσταση γεμάτη προκλήσεις. Ο Εμανουέλ Μακρόν τόλμησε να υπερβεί μια κόκκινη γραμμή που κανείς δεν είχε διασχίσει μετά το 1789. Διέρρηξε τη σφιχτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πολιτική Δεξιά και την πολιτική Αριστερά.

Καθώς σε μια δημοκρατία κανείς δεν μπορεί να βρίσκεται υπεράνω των πολιτικών κομμάτων, έχουμε την περιέργεια να δούμε ποια μορφή θα λάβει το πολιτικό σκηνικό μετά την αναμενόμενη εκλογική του νίκη. Μια παρόμοια φάση διακρίνουμε και στη Γερμανική Δημοκρατία.

Εδώ, ο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ επέλεξε τον φίλο του, Μάρτιν Σουλτς, για έναν ανορθόδοξο ρόλο. Το κοινό θεωρεί τον Σουλτς έναν ευρύτερης αποδοχής υποψήφιο για την καγκελαρία, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει το κόμμα του σε νέα μονοπάτια.

Εμανουέλ Μακρόν, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ RAINER JENSEN / DPA VIA AP

Ο Εμανουέλ Μακρόν (αριστερά) τόλμησε να υπερβεί μια κόκκινη γραμμή που κανείς δεν είχε διασχίσει μετά το 1789. Διέρρηξε τη σφιχτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πολιτική Δεξιά και την πολιτική Αριστερά. Εδώ, με τον Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, Γερμανό υπουργό Εξωτερικών

Μολονότι η πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση στις δύο χώρες μας είναι πολύ διαφορετική, πάρα πολύ διαφορετική από οικονομικής απόψεως, έχω την αίσθηση ότι η πολιτικο-πολιτισμική ευαισθησία των πολιτών αντανακλά μια παρόμοια αγανάκτηση – αγανάκτηση για την τρομακτική στασιμότητα των κυβερνήσεων οι οποίες, παρά την ορατή αυξανόμενη πίεση των προβλημάτων, εξακολουθούν να συμπεριφέρονται χωρίς σχεδιασμό για το μέλλον.

Στο πρόσωπο του Εμανουέλ Μακρόν συναντάμε το αντίθετο από το πρότυπο της μυστικοπάθειας που χαρακτηρίζει τους ιθύνοντες.

Αυτός και ο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, κατά τη θητεία τους ως υπουργοί Οικονομικών, έλαβαν μια πρωτοβουλία που δυστυχώς δεν είχε συνέχεια για μια ενισχυμένη φορολογική, οικονομική και κοινωνικοπολιτική συνεργασία στην Ευρώπη.

Αν θυμάμαι σωστά, έθεσαν το ζήτημα ενός υπουργείου Οικονομικών για την κατεύθυνση της ευρωζώνης και ενός κοινού προϋπολογισμού που θα τελεί υπό τον έλεγχο του Ευρωκοινοβουλίου.

Επιπλέον, ήθελαν να δημιουργήσουν ένα πεδίο για ευέλικτη οικονομικο-πολιτική δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου να υπερβούν έναν φραγμό ο οποίος μπλοκάρει τη στενότερη συνεργασία ανάμεσα στα κράτη-μέλη και σε άλλους τομείς: τις έντονες διαφορές στα επίπεδα ανάπτυξης, ανεργίας και εξωτερικού χρέους ανάμεσα στις αποκλίνουσες εθνικές οικονομίες Βορρά και Νότου μιας νομισματικής ένωσης που θεωρητικά έχει ως στόχο τη σύγκλιση.

Με την εφαρμογή μιας πολιτικής λιτότητας η οποία επέφερε δραματική ασυμμετρία στις οικονομίες του Βορρά και του Νότου, oι αντιφατικές εμπειρίες και τα αντιπαραβαλλόμενα αφηγήματα όξυναν τις επιθέσεις από και προς την κοινή γνώμη κάθε χώρας και επέφεραν βαθιά ρήγματα στην Ευρώπη.

Ενας λόγος για τον οποίο η ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει παραμείνει μέχρι σήμερα ένα σχέδιο της ελίτ είναι και το γεγονός ότι οι πολιτικές ελίτ αποφεύγουν να συμμετάσχουν σε μια ευρεία δημόσια αντιπαράθεση με επιχειρήματα για τα εναλλακτικά σενάρια για το μέλλον.

Οι λαοί μόνο τότε θα είναι σε θέση να αναγνωρίσουν και να αποφασίσουν ποιο είναι και το δικό τους μακροπρόθεσμο συμφέρον, όταν οι πιθανές συνέπειες μιας μερικής αναστολής του ευρώ ή της επιστροφής σε ένα νομισματικό σύστημα περιορισμένου βεληνεκούς ή ακόμα και μιας στενότερης συνεργασίας θα πάψουν να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης σε ακαδημαϊκές επιφυλλίδες.

Αλλα προβλήματα τα οποία σήμερα τραβούν περισσότερο την προσοχή επισείουν την αναγκαιότητα μιας μεγαλύτερης εγγύτητας μεταξύ των Ευρωπαίων.

Η γεωπολιτική θέση της Ευρώπης είχε αρχίσει να αλλάζει μετά τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία, την κρίση στην Ουκρανία και τη σταδιακή απομάκρυνση των ΗΠΑ από τον ρόλο της παγκόσμιας υπερδύναμης.

Καθώς όμως η αμερικανική υπερδύναμη δείχνει σήμερα να αποσύρεται από τη μέχρι πρότινος κυρίαρχη σχολή σκέψης του διεθνισμού, η κατάσταση για την Ευρώπη γίνεται ακόμα πιο απρόβλεπτη.

Και καθώς μάλιστα ο Τραμπ πιέζει τα μέλη του ΝΑΤΟ να αυξήσουν τη στρατιωτική τους συνδρομή, το ζήτημα της εξωτερικής ασφάλειας αποκτά επιπρόσθετη σημασία.

Εν τέλει, η αλλαγή κυβέρνησης στις ΗΠΑ δεν απειλεί με ρήγματα τη Δύση μόνο στον τομέα του παγκόσμιου εμπορίου και της διεθνούς οικονομικής πολιτικής.

Οι εθνικιστικές, ρατσιστικές, αντι-ισλαμικές και αντισημιτικές προκαταλήψεις οι οποίες κέρδισαν πολιτικό βάρος με το επικοινωνιακό ύφος και την ιδεολογία της νέας αμερικανικής κυβέρνησης, σε συνδυασμό με τις αυταρχικές εξελίξεις στη Ρωσία, την Τουρκία, την Αίγυπτο και άλλα κράτη, δημιουργούν μια αναπάντεχη πρόκληση για τον πολιτικό και πολιτισμικό αυτοκαθορισμό της Δύσης.

Η Ευρώπη βλέπει ξαφνικά να έχει αναδειχθεί στον ρόλο μιας ηγετικής δύναμης προστάτιδας των φιλελεύθερων αξιών (τις οποίες, εξάλλου, στηρίζει και μια συμπαγής πλειοψηφία του αμερικανικού εκλογικού σώματος).

Δεν είναι μόνο αυτά τα σημάδια των κρίσεων που απαιτούν στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών της Ε.Ε. Μπορεί κανείς μάλιστα να θεωρήσει τα εμπόδια που στέκονται στον δρόμο ως επιπλέον λόγους για την επιτάχυνση μιας πολιτικής αλλαγής.

Διότι αυτή θα επέλθει ακόμα δυσκολότερα όσο οι ανεπίλυτες κρίσεις ενισχύουν τον δεξιό λαϊκισμό και μια αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής πολιτικής από τα αριστερά. 

Χωρίς μια ελκυστική και αξιόπιστη προοπτική για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, θα εδραιωθεί επίσης ο αυταρχικός εθνικισμός σε χώρες-μέλη όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία.

Και χωρίς μια ξεκάθαρη γραμμή, η πρόταση για διμερείς συμφωνίες με τις ΗΠΑ και –ως απόρροια του Brexit– και με τη Μεγάλη Βρετανία θα απομακρύνει περαιτέρω μεταξύ τους τα ευρωπαϊκά κράτη.

Η μόνη μέχρι στιγμής ορατή αντίδραση σε αυτή την πιεστική ανάγκη είναι οι απόπειρες για τη δρομολόγηση μιας «Ευρώπης διαφορετικών ταχυτήτων» στο πεδίο της στρατιωτικής συνεργασίας.

Κατά την εκτίμησή μου, αυτή η προσπάθεια θα πρέπει να ναυαγήσει, από τη στιγμή που η Γερμανία δεν είναι παράλληλα έτοιμη να εξουδετερώσει την ωρολογιακή βόμβα των δομικών οικονομικών ανισοτήτων εντός της ευρωζώνης.

Οσο επιχειρεί να κρύψει κάτω από το χαλί αυτή τη σύγκρουση, δεν θα μπορέσει να υπάρξει στενότερη συνεργασία σε κανένα άλλο πολιτικό πεδίο. Δεν είμαι επ’ ουδενί της άποψης ότι η Γερμανία είναι η μόνη που έχει λόγους να επανεξετάσει την πολιτική της.

Ο Εμανουέλ Μακρόν ξεχωρίζει και γι’ αυτό από την τάξη των Ευρωπαίων πολιτικών, καθώς λέει με το όνομά τους τα προβλήματα τα οποία μπορούν να επιλυθούν μόνο εντός της Γαλλίας.

Εναπόκειται όμως τώρα στη γερμανική κυβέρνηση, η οποία δεν επιδίωξε αυτόν τον ρόλο, να αναλάβει την πρωτοβουλία από κοινού με τη Γαλλία να ξεκολλήσει το κάρο από τη λάσπη.

Διότι, από ιστορική σκοπιά, τυχόν αποτυχία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης θα διοχέτευε δικαιολογημένα την οργή προς τη γερμανική πολιτική.

Ακόμα και μια μη απόφαση δεν παύει να είναι απόφαση, τις συνέπειες της οποίας δεν θα πρέπει να υποτιμούμε διόλου.

Η πολιτική είναι το μοναδικό μέσο με το οποίο μπορούμε να επηρεάσουμε συνειδητά τα θεμέλια της κοινωνικής μας ζωής. Τον έλεγχο επί αυτών των θεμελίων δεν τον κερδίζουμε –όπως υπονοούσε το σύνθημα του Brexit– με επιστροφή στα εθνικά οχυρά.

Η πολιτική θα πρέπει να συμβαδίσει περισσότερο με την παγκοσμιοποίηση την οποία έχει εκκινήσει.

Απέναντι στις συστημικές πιέσεις των ανεξέλεγκτων αγορών και των αυξανόμενων αλληλεξαρτήσεων μιας παγκόσμιας κοινωνίας, αλλά και απέναντι στις ορατές ατομικές επιλογές, θα πρέπει να διευρύνουμε τους χώρους και τις προοπτικές για την ενίσχυση της δημοκρατικής βούλησης, του πολιτικού σχεδιασμού και ενός δίκαιου συνόλου κανονισμών.

* Γερμανός φιλόσοφος

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας