Η άνοδος των λαϊκισμών

Ο Πιερ Ροζανβαλόν είναι ιστορικός των ιδεών και καθηγητής στο College de France. Η ακόλουθη συνέντευξή του δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό L’ Obs.

• Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την άνοδο των λαϊκισμών;

Αν ο λαϊκισμός είναι στην ημερήσια διάταξη, είναι γιατί η δημοκρατία δεν τηρεί τις υποσχέσεις της.

Παρακολουθούμε την παρακμή της δημοκρατικής εκλογικής επίδοσης, που είναι λιγότερο από πριν ικανή να νομιμοποιεί τις εξουσίες που βγαίνουν από τις κάλπες.

Η πολιτική τάξη έχει αποκοπεί από την κοινωνία. Εχει πάρει τη μορφή μιας κομματοκρατίας ή μιας κυβερνώσας ολιγαρχίας και οι πολίτες νιώθουν ότι δεν εισακούονται πλέον και δεν εκπροσωπούνται, ότι παραγνωρίζονται οι γνώμες τους για τα οικονομικά και κοινωνικά θέματα.

Η επικαιρότητα του λαϊκισμού είναι η επικαιρότητα της κόπωσης της δημοκρατίας, είναι η μαύρη σκιά των δυσλειτουργιών της δημοκρατίας.

Στον 20ό αιώνα αυτές οι δυσλειτουργίες γέννησαν τον ολοκληρωτισμό.

Στον 21ο γεννούν τον λαϊκισμό. Χρειάζεται βέβαια να του ασκούμε κριτική, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται να στοχαζόμαστε για την ανάπτυξη της δημοκρατίας, για την υπέρβαση των ατελειών της και των ελαττωμάτων της.

Αυτός είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να καταπολεμήσουμε τον λαϊκισμό.

• Στο βιβλίο σας «Le Bon Gouvernement» περιγράφετε ορθά ένα παράδοξο: «Μπορεί τα καθεστώτα μας να λέγονται δημοκρατικά, αλλά δεν κυβερνιόμαστε δημοκρατικά». Αυτό το «μεγάλο χάσμα» είναι η πηγή όλων των δεινών μας;

Οχι όλων, ίσως. Αλλά έχει μεγάλες επιπτώσεις.

Τη στιγμή της ψήφου, οι πολίτες εκλογείς έχουν το συναίσθημα ότι είναι οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού. Αλλά δεν είναι παρά οι κυρίαρχοι μιας μέρας.

Αμέσως μόλις τελειώσει η ψηφοφορία, με τις κολακείες και τις υποσχέσεις που τη συνοδεύουν, διαπιστώνουν ότι οι εξουσίες απομακρύνονται από αυτούς και ότι το γενικό συμφέρον επισκιάζεται στη συνέχεια από συντεχνιακές διαμαρτυρίες κάθε είδους.

Αυτό το δραματικό διαζύγιο ανάμεσα στην «εκλογική στιγμή» και την «κυβερνητική στιγμή» δεν έπαψε να εντείνεται.

Ξεκινάει πρώτα απ’ όλα με μιαν απόκλιση, την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε δομική.

Η γλώσσα των προεκλογικών εκστρατειών βασίζεται στην ιδέα μιας ανατροπής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, σε μια πλειοδοσία υποσχέσεων, ενώ η κυβερνητική γλώσσα είναι εκείνη της επιστροφής στην πραγματικότητα, της επίκλησης των καταναγκασμών.

Αυτή η απόκλιση παράγει καταστροφικά αποτελέσματα, απαξιώνει την πολιτική και ενισχύει την αποχή.

Το πρόβλημα είναι ότι συνδέεται με τον ίδιο τον χαρακτήρα του εκλογικού ανταγωνισμού.

• Ορισμένοι αντλούν το συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να αμφισβητήσουμε τον κεντρικό ρόλο των εκλογών…

Οχι, η ψήφος παραμένει πάντοτε, σε τελική ανάλυση, ο κριτής της ειρήνης.

Γιατί μπορούμε να συζητάμε ατέλειωτα για το τι είναι καλό για την κοινωνία, για τον ορισμό της δικαιοσύνης, αλλά κανείς δεν θα αμφισβητήσει ότι το 51 είναι μεγαλύτερο από το 49.

Οι εκλογές διαμορφώνουν μιαν εξουσία της «τελευταίας λέξης».

Ακόμη και οι συντηρητικοί του 19ου αιώνα, οι οποίοι επί μακρόν είχαν καταγγείλει την καθολική ψηφοφορία ως έκφραση της ανορθολογικής και επικίνδυνης μάζας, κατέληξαν να κατανοήσουν ότι η πλειοψηφική ψήφος επέτρεπε να τεθεί ειρηνικά ένα τέρμα στις διαμάχες.

Χρειάζεται να είμαστε σαφείς: Η δημοκρατία δεν λειτουργεί παρά μόνον όταν αρνείται να ιεραρχεί τους λόγους των ενεργειών του καθένα.

Ακόμη και αν η επιλογή ενός ατόμου είναι ανορθολογική, πρέπει να την αποδεχόμαστε ως θεμιτή.

Ο Διαφωτισμός ονειρευόταν έναν ορθολογικό πολίτη και πίστευε ότι η πολιτική εκπαίδευση θα υλοποιούσε αυτό το όνειρο.

Ονειρευόταν όχι μόνον ότι ο καθένας θα είχε το δικαίωμα της ψήφου, αλλά και ότι ο καθένας θα γινόταν ίσος με τους άλλους στην ικανότητά του να επιλέγει ορθολογικά.

Ε, λοιπόν, όχι! Στις πολύ εκπαιδευμένες κοινωνίες μας, η ανορθολογικότητα συνεχίζει να παίζει θεμελιώδη ρόλο.

Και χρειάζεται να αποδεχόμαστε αυτήν την πραγματικότητα, έστω και αν μπορούμε να λυπόμαστε γι’ αυτήν και να κάνουμε τα πάντα για να τη διορθώσουμε.

Δεν πρέπει κυρίως να έχουμε την αξίωση να ανάγουμε τα δικαιώματα κάθε πολίτη σε μιαν ίδια κλίμακα ορθολογικής κρίσης.

Γιατί, ποιος θα έκρινε αυτά τα κριτήρια; Ορισμένοι πολίτες ψηφίζουν αφού πρώτα έχουν διαβάσει προσεκτικά τα προγράμματα των υποψηφίων, άλλοι επειδή τους αρέσει ή δεν τους αρέσει το ένα ή το άλλο πρόσωπο.

Η δημοκρατία δεν ανακατεύεται σ’ αυτά. Η δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρχει παρά αδιαφορώντας γι’ αυτά τα κίνητρα και με τη σταθερή θέληση να μην προσπαθεί να διαχωρίζει τον καλό πολίτη από τον ανάξιο πολίτη.

Αυτή είναι η πρώτη προϋπόθεση της νομιμότητάς της. Είναι όμως ταυτόχρονα και αυτή που προκαλεί την ευθραυστότητά της, καθιστώντας την ευάλωτη στη δύναμη της δημαγωγίας.

• Ο λαϊκισμός ξέρει να βρίσκει αυτιά για να τον ακούνε…

Βέβαια, αλλά γιατί; Εξαιτίας του διάχυτου συναισθήματος μιας δημοκρατίας που την έχουν σφετεριστεί και η οποία δεν λειτουργεί.

Είναι θεμιτό και αναγκαίο να ασκούμε κριτική στις ελίτ και στα ολιγαρχικά φαινόμενα.

Χρειάζεται όμως ταυτόχρονα να εισφέρουμε στοιχεία ανανέωσης της δημοκρατικής οργάνωσης, πράγμα που ο λαϊκισμός δεν κάνει ποτέ.

Ο Μαρξ έλεγε για τη θρησκεία ότι είναι το όπιο του λαού, επειδή έβλεπε σε αυτήν την «έκφραση της υπαρκτής αθλιότητας και τη διαμαρτυρία εναντίον αυτής της ίδιας της αθλιότητας».

Παραφράζοντας αυτή τη γνωστή διατύπωση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο λαϊκισμός είναι το όπιο του λαού επειδή είναι ταυτόχρονα η έκφραση της δημοκρατικής δυσθυμίας και αυτό που εμποδίζει τη θεραπεία της.

Οι περισσότεροι άνθρωποι που ασκούν κριτική στον λαϊκισμό δεν φροντίζουν να αναπτύξουν μιαν εξασκούμενη δημοκρατία, η οποία θα επέτρεπε στους πολίτες να ασκούν πιο άμεσα δημοκρατικές λειτουργίες που επί μακρόν έχουν μονοπωληθεί από την κοινοβουλευτική εξουσία.

• Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος του διαζυγίου ανάμεσα στην «εκλογική στιγμή» και την «κυβερνητική στιγμή» που αναφέρατε;

Ναι. Η δημοκρατία γινόταν πάντοτε αντιληπτή ως μια διαδικασία επιλογής και νομιμοποίησης των κατόχων της εξουσίας, αλλά όχι ως μια ιδιαίτερη αντίληψη του τρόπου άσκησης αυτής της εξουσίας.

Το βιβλίο μου «Le Bon Gouvernement» βασίζεται σε αυτήν τη διάκριση. Και έχει τη φιλοδοξία να ανοίξει στη δημοκρατική θεωρία αυτήν την ήπειρο της τέχνης της διακυβέρνησης.

Πρόκειται για μια κοπερνίκεια αλλαγή προοπτικής. Αποβλέπει πράγματι στο να ορίσει τα χαρακτηριστικά μιας δημοκρατικής σχέσης κυβερνώντων και κυβερνώμενων, ενώ η πολιτική σκέψη ασχολείται ουσιαστικά εδώ και δύο αιώνες με την ανεύρεση ενός δεσμού συνέχειας μεταξύ αντιπροσώπων και αντιπροσωπευόμενων.

Το ζήτημα της κακής αντιπροσώπευσης είναι προφανώς πάντοτε πολύ σοβαρό.

Δεν πρέπει όμως να συγκαλύπτει εκείνο της κακής διακυβέρνησης, που έχει γίνει κεντρικό στον καιρό μιας εκτελεστικής εξουσίας η οποία έχει βαθμιαία επιβληθεί σε όλες τις άλλες και πρώτα στη νομοθετική.

Είναι αυτή η μετατόπιση προς την εκτελεστική εξουσία που εξηγεί το γεγονός ότι οι πολιτικοί ιθύνοντες αποκόπτονται όλο και περισσότερο από την κοινωνία και γίνονται επαγγελματίες, μετατρεπόμενοι σε ανθρώπους του μηχανισμού. […]

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας