Θα πρέπει να μεσολαβήσει κάποια θεαματική ανατροπή για να παραμείνει πρωθυπουργός της Γαλλίας ο Φρανσουά Μπαϊρού και μετά την κρίσιμη ψηφοφορία της ερχόμενης Δευτέρας στην Εθνοσυνέλευση. Ο ίδιος ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης, μιλώντας σε δραματικό τόνο για την ωρολογιακή βόμβα των συντάξεων που «δεν βγαίνουν», για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.) που κλονίζεται, για τους νέους Γάλλους που θα πληρώσουν τη νύφη – αν δεν γίνουν οι «απαραίτητες θυσίες». Θυσίες σημαίνει «τσεκούρι» ύψους 43,8 δισεκατομμυρίων ευρώ στις δημόσιες δαπάνες, νέους περιορισμούς στο κοινωνικό κράτος και λιτότητα – παράλληλα με τεράστια κονδύλια για την άμυνα.
Η Γαλλία είναι μια υπερχρεωμένη και κουρασμένη δημοκρατία. Ωστόσο η αντιπολίτευση, που ανέχθηκε τον 74χρονο κεντροδεξιό να κυβερνά τους τελευταίους εννέα μήνες (απ’ τον Δεκέμβριο του 2024) δίχως λαϊκή εντολή, δεν σκοπεύει να τον στηρίξει. Οχι τόσο τον πολιτικά ξέπνοο Μπαΐρού δηλαδή, αλλά τον πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν ο οποίος τον επέλεξε και τώρα τον αποσύρει.
«Το χάος είναι ο Μακρόν!» διακηρύσσει με τη συνηθισμένη του μεγαλοστομία ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, ηγέτης της αριστερής «Ανυπότακτης Γαλλίας». Οι μετριοπαθέστεροι Σοσιαλιστές δεν θα ρίξουν σωσίβιο στην κυβέρνηση, ούτε οι Πράσινοι, ούτε η Αριστερά του εναπομείναντος (στα λόγια) «Λαϊκού Μετώπου». Ούτε, πολύ περισσότερο, η Ακροδεξιά της Μαρίν Λεπέν, το κόμμα της οποίας, η Εθνική Συσπείρωση (N.R.), είναι πρώτο σε αριθμό εδρών (123 από 577), πρώτο και στις δημοσκοπήσεις (με τουλάχιστον 20% «μπετόν» βάση, χωρίς αναγωγή).
«Να τα μπλοκάρουμε όλα!»
Συνδικάτα, κοινωνικοί φορείς, κόμματα της Αριστεράς (με τη γαλλική αντίληψη, που περιλαμβάνει και την Κεντροαριστερά) και κινηματικοί φορείς δίνουν ραντεβού την ερχόμενη Τετάρτη στους δρόμους.
Πρώτος δεδηλωμένος στόχος είναι η υπεράσπιση των κεκτημένων. Στο φόντο των κινητοποιήσεων κυριαρχεί η οργή που έχει κάνει τους Γάλλους να ζητάνε νέες βουλευτικές εκλογές το συντομότερο (πρόταση με δημοσκοπική αποδοχή από 56% έως 69%).
Το πιο μαξιμαλιστικό σύνθημα ανήκει σε διαδικτυακή πρωτοβουλία της ριζοσπαστικής Αριστεράς: «Να τα μπλοκάρουμε όλα!» («Bloquons tout!»). Προφανώς ανακαλεί στη μνήμη το κοινωνικά γόνιμο εξεγερσιακό χάος που «κατέβασε τα ρολά» στη Γαλλία τον Μάη του ’68.
Πολλοί αναμένουν μαζική συμμετοχή στις διαδηλώσεις. Πάντως οι καιροί έχουν αλλάξει και οι μισαλλόδοξοι νοικοκυραίοι της Λεπέν συνωστίζονται στον προθάλαμο της εξουσίας.
Τρία σενάρια για τον Μακρόν
Ο Μακρόν επιμένει ότι θα εξαντλήσει τη δεύτερη και τελευταία προεδρική του θητεία, ότι θα παραμείνει στο Μέγαρο των Ηλυσίων μέχρι το 2027 «ό,τι και να συμβεί».
Τρεις είναι οι λύσεις που έχει, καθεμία με τα δικά της ρίσκα.
1. Πρώτον, να διορίσει νέο πρωθυπουργό. Ακούγεται το όνομα του νυν υπουργού Αμυνας, Σεμπαστιέν Λεκορνί, προσώπου της απολύτου εμπιστοσύνης του προέδρου, πρόθυμου να αναλάβει τη… «mission impossible»: να επιβάλει τον θολό «μακρονισμό» χωρίς διασφάλιση της αρχής της δεδηλωμένης.
Εναλλακτικό σενάριο είναι η επιλογή ενός τεχνοκράτη κοινής αποδοχής, τόσο… μάγου που να πάρει ψήφους και βουλευτών της Αριστεράς. Ή ενός κεντροαριστερού, ικανού να πετύχει το ίδιο.
2. Δεύτερο σενάριο είναι η διάλυση της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και η προσφυγή σε πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Εδώ, ο κίνδυνος είναι η περαιτέρω ενίσχυση της Εθνικής Συσπείρωσης, η οποία στις προηγούμενες εκλογές (Ιούνιος 2024) ήρθε πρώτη δύναμη με 33% των ψήφων. Εξάλλου ο αιφνιδιασμός της προσφυγής στις κάλπες τον Ιούνιο του 2024 αποδείχτηκε αυτογκόλ για τον Μακρόν, οι πολιτικοί σύμμαχοι του οποίου έχασαν την πλειοψηφία.
«Ολα δείχνουν ότι ούτε αυτή τη φορά θα προκύψει πλειοψηφία. Αρα μια νέα Εθνοσυνέλευση θα ’ναι και αυτή τριχοτομημένη –Ακροδεξιά, μακρονικό μπλοκ και αριστερό μπλοκ– και πιθανότατα δυσλειτουργική» εκτιμά δυσοίωνα o Στεφάν Βερνέ, πολιτικός αναλυτής της εφημερίδας Ouest-France.
3. Το τρίτο σενάριο είναι το πιο εκρηκτικό. Παρά τις διακηρύξεις του, ο Μακρόν να παραιτηθεί. Σε αυτή την περίπτωση, λιγότερο πιθανή από όλες, η Γαλλία θα φλερτάρει με το ενδεχόμενο ενός ακροδεξιού προέδρου, πολιτικού alter ego της Μαρίν Λεπέν, όπως ο σημερινός πρόεδρος του κόμματός της και ευρωβουλευτής Ζορντάν Μπαρντελά.
Η ίδια έχει δικαστικές εκκρεμότητες για οικονομικές ατασθαλίες στην Ευρωβουλή και πολύ δύσκολα θα μπορέσει να κατέβει υποψήφια.
Προς νέες περιπέτειες
Ο μεγαλύτερος φόβος είναι τον δρόμο της Γαλλίας να ακολουθήσει και η υπόλοιπη Γηραιά Ηπειρος. Τα μη βιώσιμα οικονομικά της χώρας απειλούν να σύρουν την Ε.Ε. σε μια κρίση χρέους παρόμοια, ώς έναν βαθμό, με εκείνη που συγκλόνισε την ευρωζώνη πριν από 15 χρόνια. Ταυτόχρονα προμηνύουν ένα φαινόμενο που θα πλήξει σχεδόν κάθε ευρωπαϊκό κράτος: οι πληθυσμοί γερνούν, λιγότεροι εργαζόμενοι «πληρώνουν» για έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό συνταξιούχων.
Αν τότε η τιμωρητική-παραδειγματική πολιτική του αλήστου μνήμης Γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε «απλώς» γονάτισε χώρες όπως η Ελλάδα, η συζήτηση που γίνεται σήμερα για το ενδεχόμενο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να επιβάλει μνημόνιο στην πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία οδηγεί την Ε.Ε. σε αχαρτογράφητα νερά.
Τα διακυβεύματα του καυτού γαλλικού Σεπτέμβρη
Του Νίκου Σμυρναίου*
Η Γαλλία διέρχεται βαθιά πολιτική κρίση, της οποίας η προαναγγελθείσα πτώση της κυβέρνησης του Φρανσουά Μπαϊρού είναι μόνο το τελευταίο σύμπτωμα. Πέρα από τον χορό των πρωθυπουργών –τέσσερις σε λιγότερο από έναν χρόνο– είναι ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα που φαίνεται να έχει φτάσει στα όριά του.
Οκτώ χρόνια ακραίου νεοφιλελευθερισμού υπό τον Εμανουέλ Μακρόν οδήγησαν τη χώρα σε ένα θεσμικό και κοινωνικό αδιέξοδο, που χαρακτηρίζεται από μια προεδρική εξουσία ανίκανη να οικοδομήσει μια σταθερή πλειοψηφία και μια αυξανόμενη λαϊκή οργή απέναντι στις κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες και το αίσθημα δημοκρατικού ελλείμματος. Η περίοδος που ανοίγει με την ψήφο εμπιστοσύνης της 8ης Σεπτεμβρίου, την κινητοποίηση της 10ης Σεπτεμβρίου και την απεργία της 18ης θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: Ποιος, η Ακροδεξιά ή μια λαϊκή και ριζοσπαστική Αριστερά, θα βγει νικητής από την παρατεταμένη παρακμή της νεοφιλελεύθερης και αυταρχικής Κεντροδεξιάς;
? Η αποτυχία ενός πολιτικού συστήματος σε κλειστό κύκλωμα
Ο μακρονισμός προσκρούει σήμερα στα ίδια του τα όρια. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, στερημένος απόλυτης πλειοψηφίας από το 2024, φαίνεται ανίκανος να βρει διέξοδο. Οι προσπάθειες σχηματισμού συνασπισμών περιστρέφονται σε έναν φαύλο κύκλο, όπως αποδεικνύουν οι ατέρμονες συζητήσεις μεταξύ των κομμάτων που υποτίθεται στηρίζουν την κυβέρνηση όπου οι ίδιες πολιτικές φυσιογνωμίες συζητούν τις ίδιες λύσεις χωρίς ποτέ να καταλήγουν κάπου. Το προεδρικό στρατόπεδο, ενώ τείνει χείρα βοηθείας στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, αρνείται κάθε σημαντική παραχώρηση επί της ουσίας της οικονομικής του πολιτικής, καθιστώντας κάθε συμφωνία αδύνατη.
Η απόφαση του Μπαϊρού να προκαλέσει ψήφο εμπιστοσύνης είναι ένα «πολιτικό πόκερ», ένας ριψοκίνδυνος ελιγμός που αποσκοπεί στην ανάκτηση της πρωτοβουλίας έναντι του δρόμου, αντιπαραθέτοντας την κοινοβουλευτική νομιμότητα στο λαϊκό κίνημα της 10ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική αποκαλύπτει κυρίως τη νευρικότητα μιας εκτελεστικής εξουσίας που φοβάται περισσότερο μια κινητοποίηση εκτός κάθε θεσμικού πλαισίου παρά μια αρνητική ψήφο. Ο Μακρόν, από την πλευρά του, αποκλείει προς το παρόν τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης, έχοντας συνείδηση του κινδύνου μιας νέας εκλογικής ήττας, και αρνείται να παραιτηθεί, εγκλωβιζόμενος σε μια στάση άρνησης της κρίσης που την οξύνει. Το σύστημα είναι μπλοκαρισμένο, ανίκανο να μεταρρυθμιστεί και να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους γαλλικού λαού.
? Μια λαϊκή οργή που τροφοδοτείται από την κοινωνική αδικία και το δημοκρατικό έλλειμμα
Αν η ακραία λιτότητα που θέλει να επιβάλει ο Μπαϊρού με πρόφαση το χρέος είναι η σπίθα, η φωτιά σιγόκαιγε εδώ και καιρό. Αυτό το σχέδιο, που προβλέπει την κατάργηση αργιών, περικοπές στις κοινωνικές παροχές και την υγεία και καλεί τους Γάλλους να εργαστούν περισσότερο για τους ίδιους μισθούς, εκλαμβάνεται, σωστά, ως η συνέχιση μιας ταξικής πολιτικής. Ο πληθυσμός υφίσταται μια γενικευμένη αύξηση του κόστους ζωής –καύσιμα, τρόφιμα, ενέργεια κ.λπ.– που καθιστά την καθημερινότητα όλο και δυσκολότερη.
Αυτό το αίσθημα αδικίας επιτείνεται από την αντίληψη των «δύο μέτρων και δύο σταθμών»: ενώ οι πολίτες καλούνται να κάνουν προσπάθειες, οι μεγάλες επιχειρήσεις επωφελούνται από δισεκατομμύρια δημόσιων ενισχύσεων χωρίς αντάλλαγμα και οι μέτοχοι αποκομίζουν κέρδη ρεκόρ. Αυτή η ανισορροπία βρίσκεται στην καρδιά του προβλήματος: ένα σύστημα που ευνοεί το κέρδος μιας μειοψηφίας εις βάρος της ευημερίας της πλειοψηφίας δεν μπορεί να σταθεί μεσοπρόθεσμα.
Σε αυτή την οικονομική οργή προστίθεται ένα βαθύ αίσθημα δημοκρατικής αδυναμίας. Οι μαζικές διαδηλώσεις κατά της απορρύθμισης του συνταξιοδοτικού το 2023, τα ψηφίσματα που υπογράφονται από εκατομμύρια ανθρώπους όπως ενάντια στον αντι-οικολογικό νόμο Duplomb ή ακόμα και τα αποτελέσματα των εκλογών όπως το 2024 φαίνεται να μην έχουν καμία επίδραση στις πολιτικές αποφάσεις. Το κίνημα της 10ης Σεπτεμβρίου γεννήθηκε από αυτή την πεποίθηση ότι οι παραδοσιακοί δίαυλοι διαμαρτυρίας έχουν εξαντληθεί και ότι πρέπει πλέον «να τα μπλοκάρουμε όλα» για να ακουστούμε.
? Το κεντρικό διακύβευμα: ποια πολιτική διέξοδος από την κρίση;
Αντιμέτωπο με αυτή τη διπλή κρίση, το πολιτικό σκηνικό ανασυντίθεται γύρω από δύο πόλους που ελπίζουν να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά πάνω στη λαϊκή οργή. Από τη μια πλευρά, η Ακροδεξιά, με επικεφαλής τον Εθνικό Συναγερμό (Rassemblement National – R.N.), παίζει ένα τακτικό παιχνίδι. Αυτό γιατί έχει να αντιμετωπίσει τις δίκες για διαφθορά που στοχεύουν τους ηγέτες του, μεταξύ των οποίων και η Μαρίν Λεπέν, η οποία καταδικάστηκε σε στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι. Ψηφίζοντας κατά της εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Μπαϊρού, επιδιώκει να προκαλέσει διάλυση της Βουλής στην οποία ελπίζει να κερδίσει την πλειοψηφία σε ενδεχόμενες πρόωρες εκλογές.
Το R.N. προσπαθεί να οικειοποιηθεί την κοινωνική οργή, εκτρέποντάς την ταυτόχρονα προς ταυτοτικά θέματα (μετανάστευση, Ισλάμ, «woke κουλτούρα») ως αντιπερισπασμό προς τις πολιτικές αντιφάσεις που το χαρακτηρίζουν: από τη μια εκφέρει έναν λαϊκιστικό και δημαγωγικό λόγο δήθεν υπέρ της πλειοψηφίας· από την άλλη το πρόγραμμά του και η ψήφος των βουλευτών του υπερασπίζονται τις πολιτικές υπέρ του κεφαλαίου και κατά του κόσμου της εργασίας. Αν αυτή η τακτική χειραγώγησης της κοινής γνώμης πετύχει, με τη βοήθεια των κυρίαρχων ΜΜΕ, τότε η λαϊκή απογοήτευση θα διοχετευθεί σε μισαλλοδοξία, ρατσισμό και εθνικισμό.
Από την άλλη, μια ριζοσπαστική Αριστερά, που ενσαρκώνεται κυρίως από την Ανυπότακτη Γαλλία (La France Insoumise) και τους συμμάχους της, βλέπει στο κοινωνικό κίνημα τον πραγματικό κινητήρα της αλλαγής. Υποστηρίζει ανεπιφύλακτα την έκκληση της 10ης Σεπτεμβρίου, ελπίζοντας να αποτελέσει την πολιτική διέξοδο για την ανατροπή όχι μόνο της κυβέρνησης, αλλά και του ίδιου του προέδρου.
Το διακύβευμα για τη ριζοσπαστική Αριστερά είναι να αναδειχθεί ως η βασική αντιπολίτευση ενάντια στις συστημικές δυνάμεις και να επωφεληθεί από την τυχόν μαζικοποίηση του λαϊκού κινήματος, χωρίς να φανεί ότι προσπαθεί να το εργαλειοποιήσει. Για αυτή την Αριστερά, ο στόχος δεν είναι μια απλή κυβερνητική αλλαγή, αλλά –αντλώντας διδάγματα από τα Κίτρινα Γιλέκα και την κινητοποίηση ενάντια στο συνταξιοδοτικό– η συγκρότηση ενός λαϊκού μετώπου του οποίου θα γίνει ο βασικός πολιτικός εκφραστής στη βάση ενός προγράμματος πραγματικής υπέρβασης του νεοφιλελευθερισμού.
Μεταξύ αυτών των δύο μπλοκ, οι παραδοσιακές δυνάμεις βρίσκονται σε κρίση. Η ρεπουμπλικανική Δεξιά είναι διασπασμένη και διχασμένη μεταξύ της στήριξης στην κυβέρνηση και της προσχηματικής αντιπολίτευσης. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, από την πλευρά του, είναι παραλυμένο από τις εσωτερικές του διαιρέσεις. Ενώ ένα μέρος των στελεχών του μπαίνει στον πειρασμό ενός «συμβιβασμού» με την εξουσία για να «σώσει τη χώρα από το χάος».
Τελικά, το πραγματικό ερώτημα είναι ποιο στρατόπεδο θα μπορέσει να ερμηνεύσει και να κατευθύνει καλύτερα τη βαθιά επιθυμία για αλλαγή που διαπερνά τη χώρα. Η 10η Σεπτεμβρίου και οι συνέπειές της θα αποτελέσουν μια κρίσιμη δοκιμασία: θα αποκρυσταλλωθεί η οργή σε ένα σχέδιο για μια αλληλέγγυα και δημοκρατική κοινωνία ή θα αιχμαλωτιστεί από τις Σειρήνες ενός εθνικιστικού αυταρχισμού; Η έκβαση αυτής της αντιπαράθεσης θα καθορίσει το πολιτικό μέλλον της Γαλλίας για τα επόμενα χρόνια.
* Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας της Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο της Τουλούζης. Συγγραφέας του βιβλίου «Ολιγοπώλιο του Διαδικτύου. Πώς Google, Apple, Facebook, Amazon και Microsoft πήραν τον έλεγχο της ψηφιακής ζωής μας» (Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, 2018)
Την πολιτική κρίση τιμολογούν οι αγορές, όχι το οικονομικό αδιέξοδο
Η Γαλλία υστερεί της Ιταλίας μόνο στην αποτελεσματικότητα των πολιτικών… λιτότητας ● Ο ρόλος των στρατιωτικών δαπανών και οι συγκρίσεις με Ιταλία, Γερμανία
Του Πάνου Κοσμά
«Οι αγορές επιτίθενται στη Γαλλία», δονούνται πρωτοσέλιδα και εσωτερικές σελίδες στην εγχώρια και διεθνή αρθρογραφία. Και γιατί; Διότι έχει υψηλό έλλειμμα και χρέος – κοινώς οικονομικά «χάλια». Στην πιο τρομοκρατική τους εκδοχή τα δημοσιεύματα κάνουν λόγο για πλήρη ετοιμότητα του ΔΝΤ να προστρέξει σε «βοήθεια» με «πρόγραμμα προσαρμογής» σαν έτοιμο από καιρό. Ομως, τι περίεργο: οι επιθέσεις των αγορών, που «πιστοποιούνται» πάντα με την αύξηση των αποδόσεων – πτώση της τιμής των γαλλικών κρατικών ομολόγων (εκδόσεων χρέους), έρχονται και παρέρχονται μαζί με τις εξάρσεις της γαλλικής πολιτικής κρίσης, δεν χαρακτηρίζονται δηλαδή από μια σταθερή κλιμάκωση που παρακολουθεί την υποτιθέμενη επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών. Γεννάται λοιπόν το εύλογο ερώτημα: είναι τα οικονομικά «χάλια» της Γαλλίας που προκαλούν την επίθεση των αγορών ή, αντίθετα, οι εξάρσεις της πολιτικής κρίσης;
Οπως γίνεται αντιληπτό, από την απάντηση στο κρίσιμο αυτό ερώτημα (ασφαλώς μεταξύ και άλλων κρίσιμων ερωτημάτων) εξαρτάται η στάση απέναντι στη γαλλική κρίση, δηλαδή η απάντηση σε ερωτήματα όπως ποια είναι η «αποστολή» στην οποία αποτυγχάνουν οι πρωθυπουργοί του Μακρόν και κατά πόσον αυτή η «αποστολή» έχει αντικειμενικά θετικό πρόσημο;
Υπάρχει πάντως ένα εντυπωσιακό δεδομένο που εμβάλλει σε σκέψεις όσον αφορά τα κριτήρια με τα οποία οι αγορές τιμολογούν την αξία των κρατικών ομολόγων: η Ιταλία, με το υψηλότερο κρατικό χρέος στην Ευρώπη (πολύ υψηλότερο από το γαλλικό και υπερδιπλάσιο ως ποσοστό του ΑΕΠ από το γερμανικό), είναι η αγαπημένη των αγορών, καθώς το κρατικό της ομόλογο αναφοράς έχει καλύτερη πορεία τον τελευταίο χρόνο όχι μόνο σε σχέση με το γαλλικό, αλλά και σε σχέση με το γερμανικό! Αν μη τι άλλο, το ζήτημα είναι πιο σύνθετο απ’ ό,τι υποστηρίζει η οικονομική τρομολαγνεία του συρμού…
Οι επιθέσεις των αγορών
Η συνάφεια των επιθέσεων των αγορών στα γαλλικά κρατικά ομόλογα με τις εκδηλώσεις της πολιτικής κρίσης στη Γαλλία, ή και με γεγονότα μεγάλης πολιτικής εμβέλειας, είναι πραγματικά εντυπωσιακή και δεν αφήνει καμία αμφιβολία:
● Η μεγάλη αύξηση των αποδόσεων-μείωση της τιμής των γαλλικών κρατικών ομολόγων καταγράφεται από τον Δεκέμβριο του 2021 και κορυφώθηκε τον Ιούνιο του 2022, όταν η απόδοσή του αυξήθηκε από 0,25 μονάδα βάσης σε 215,87 μονάδες βάσης. Οχι, δεν συνέβη τότε κάτι συγκλονιστικά άσχημο στις οικονομικές επιδόσεις της Γαλλίας, απλώς… διαφάνηκε σαφώς στον ορίζοντα και στη συνέχεια ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Αυτό το καθαρά (γεω)πολιτικό γεγονός είχε προφανώς οικονομικές συνέπειες για όλους κι όχι ειδικά για τη Γαλλία. Απόδειξη; Σε ένα ακόμη μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (από 13/12/2021 έως και 9/10/2023) η απόδοση του γερμανικού ομολόγου αναφοράς αυξήθηκε περισσότερο σε σχέση με το αντίστοιχο γαλλικό, από -29,47 μονάδες βάσης σε 290,43 μονάδες βάσης. Τίποτε το ιδιαίτερα γαλλικό εδώ.
● Από τα τέλη του 2023 όμως και εντεύθεν οι επιθέσεις των αγορών συντονίζονται απολύτως με τις στιγμές πολιτικής κρίσης: με την κρίση της κυβέρνησης Ελιζαμπέτ Μπορν στα τέλη του 2023 (παραιτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2024 για να αναλάβει την πρωθυπουργία ο Μισέλ Μπαρνιέ), στη συνέχεια με την περίοδο των δύο τελευταίων μηνών του 2024, δηλαδή με την κρίση της κυβέρνησης Μπαρνιέ μέχρι και την παραίτησή του στις 12 Δεκεμβρίου 2024 και πιο πρόσφατα με την κρίση της κυβέρνησης Μπαϊρού. Σε όλες τις περιπτώσεις οι αγορές επιτέθηκαν στα γαλλικά ομόλογα. Ξανά: τίποτε το αξιοσημείωτο στη γαλλική οικονομία δεν είχε συμβεί – ήταν μικροπερίοδοι πολιτικής κρίσης, με αντίστοιχες εξάρσεις-αυξήσεις στην απόδοση του γαλλικού κρατικού ομολόγου. Αυτές οι αυξήσεις ωστόσο ούτε κατά διάνοια συγκρίνονται με τον μεγάλο κύκλο αυξήσεων που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2021 εξαιτίας της διαφαινόμενης κήρυξης του πολέμου στην Ουκρανία.
Τα «περίεργα» του τελευταίου χρόνου
Μια απλή σύγκριση της πορείας των κρατικών ομολόγων αναφοράς της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας τον τελευταίο χρόνο, δηλαδή από πέρσι τέτοιο καιρό μέχρι σήμερα, μας φέρνει μπροστά στην εξής εκπληκτική εικόνα: το ιταλικό ομόλογο έχει τη μακράν καλύτερη επίδοση, όχι μόνο σε σχέση με το γαλλικό, αλλά και σε σχέση με το γερμανικό! Για την περίοδο από τις αρχές του έτους η εικόνα η ίδια: τα ιταλικά κρατικά ομόλογα απολαμβάνουν εντυπωσιακή σταθερότητα, ενώ τα γαλλικά (περισσότερο λόγω πολιτικής κρίσης) και τα γερμανικά (και για άλλον λόγο που θα εξετάσουμε στη συνέχεια) έχουν πρόβλημα!
Φυσικά δεν έγινε ξαφνικά η ιταλική οικονομία η πλέον εύρωστη της Ε.Ε.! Κάτι «περίεργο» συμβαίνει και αφορά τα κριτήρια με τα οποία οι αγορές «βαθμολογούν» την αξία των κρατικών ομολόγων. Ποια είναι αυτά;
● Η πολιτική σταθερότητα, όχι όμως αφ’ εαυτής αλλά σε συνδυασμό με την κυβερνητική πυγμή και αποτελεσματικότητα να επιβάλει πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας και λιτότητας. Εδώ έγκειται το πραγματικό… οικονομικό μειονέκτημα της Γαλλίας: η πολιτικά αδύναμη θέση του Μακρόν, που είναι πρόεδρος μειοψηφίας στη γαλλική Εθνοσυνέλευση, μετατρέπεται σε πολιτική αδυναμία των πρωθυπουργών που ορίζει, οι οποίοι τελικά αποτυγχάνουν να επιβάλουν τη λιτότητα με πυγμή και αποτελεσματικότητα.
● Οι ανάγκες των χωρών να χρηματοδοτήσουν έκτακτα προγράμματα κρατικών δαπανών με έξοδο στις αγορές, δηλαδή με έκδοση κρατικού χρέους. Εδώ είναι η βασική αιτία που έχουν πρόβλημα τα γερμανικά κρατικά ομόλογα. Η Γερμανία εξήγγειλε ένα θηριώδες πρόγραμμα κρατικών δαπανών για τη χρηματοδότηση υποδομών αλλά και στρατιωτικής αναβάθμισης και οι αγορές την περιμένουν για να τη δανείσουν ακριβότερα, δηλαδή να προμηθευτούν σε χαμηλότερες τιμές τα γερμανικά κρατικά ομόλογα. Ο ίδιος παράγοντας λειτουργεί και για τη Γαλλία – δεν είναι μόνο η πολιτική κρίση. Στον σχετικό πίνακα φαίνονται οι νέες ανάγκες υψηλών κρατικών δαπανών που γεννά η απόφαση για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα.
● Σε τι πλεονεκτεί η Ιταλία σε σχέση με τη Γαλλία και τη Γερμανία; Στο ότι η Μελόνι είναι κυβερνητικά σταθερή και έχει πλέον πείσει τις αγορές ότι μπορεί να συνδυάσει την ακροδεξιά πολιτική με υψηλές επιδόσεις στην επιβολή λιτότητας.
