«Για το υπουργείο Ανάπτυξης και για εμένα προσωπικά η ενίσχυση της έρευνας και των ερευνητών της χώρας αποτελεί από τις πρώτες προτεραιότητές μας, τα αποτελέσματα των οποίων θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη της χώρας», δήλωσε στις 24 Ιανουαρίου ο υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος, που επέλεξε να παραστεί στην εκδήλωση κοπής της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Ελληνικού Ιδρύματος Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ), ενός από τους πιο σημαντικούς φορείς χρηματοδότησης της έρευνας, που διαχειρίζεται μεγάλα κονδύλια (οι οικονομικοί του πόροι έφτασαν τα 365 εκατ. ευρώ το 2024).
Οι επικοινωνιακές μεγαλοστομίες του υπουργού Ανάπτυξης διαψεύστηκαν πανηγυρικά λίγες μέρες αργότερα από τις παραιτήσεις του προέδρου και ενός από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας, Καινοτομίας και Τεχνολογίας, του ανώτατου γνωμοδοτικού οργάνου της πολιτείας για αυτούς τους τομείς. «Χάραξη στρατηγικής στην έρευνα, όμως, δεν υπάρχει», τόνισε σε δηλώσεις του ο καθηγητής Κυτταρικής Βιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ, Σπύρος Αρταβάνης-Τσάκωνας.
Ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός «κάρφωσε» την κυβέρνηση και εγκατέλειψε τις προσπάθειες από το τιμόνι του ΕΣΕΤΕΚ, μετά από πέντε χρόνια, κάνοντας λόγο για πολυδιάσπαση μεταξύ των υπουργείων και των κονδυλίων. Την παγερή αδιαφορία του υπουργείου απέναντι στο Συμβούλιο περιέγραψε μιλώντας στην «Εφ.Συν.» και ο καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών στο Νιου Τζέρσεϊ, Αγγελος Χανιώτης, με πείρα δεκαετιών ως διευθυντής ερευνητικών προγραμμάτων και ως μέλος ερευνητικών συμβουλίων.
Ακρως προβληματική η εικόνα και σε ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά κέντρα, το Εθνικό Κέντρο Ερευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ), με πρωτοβουλία εργαζομένων να καταγγέλλει τη διοίκηση ότι υπηρετεί προσωπικές ατζέντες εμφανίζοντας success story με μεγάλους τζίρους στους πολιτικούς προϊσταμένους της στο υπουργείο Ανάπτυξης. Την περασμένη εβδομάδα εργαζόμενοι ζήτησαν να μη γίνουν άλλες απολύσεις, που αναμένουν πως θα κορυφωθούν τον επόμενο μήνα, σημειώνοντας ότι εκατοντάδες άτομα δουλεύουν εδώ και χρόνια με κυλιόμενες συμβάσεις έργου, χωρίς εξαρτημένη σχέση εργασίας εν γνώσει του κράτους. Οπως ανέφεραν, στο Ινστιτούτο Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών «θα μείνουν όσοι μπορούν να δουλεύουν σε πολλαπλά προγράμματα και να παράγουν περισσότερα».
Η ανεπαρκής χρηματοδότηση παραμένει «μάστιγα» για τα ερευνητικά κέντρα και ιδρύματα στην Ελλάδα. Με δεδομένο ότι ο τρόπος παραγωγής της επιστήμης συνδέεται άρρηκτα με την κατεύθυνση των χρηματοδοτικών προγραμμάτων, η οποία τείνει όλο και περισσότερο να υπαγορεύεται από το κριτήριο της κερδοφορίας, ευνοούνται εκ των πραγμάτων οι θετικές επιστήμες και υπονομεύονται οι κοινωνικές, για τα αντικείμενα των οποίων μένουν «ψίχουλα», ενώ παράλληλα απειλείται η αυτονομία τους. Ως εκ τούτου, εναπόκεινται στους δρώντες να συνεχίζουν να διεκδικούν με ό,τι δυνάμεις διαθέτουν μια άλλη λογική χρηματοδότησης, που να μην αποξηραίνει τα πεδία τους και να μην υπάγεται στα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, αλλά σε κοινωνικά, ακαδημαϊκά, ερευνητικά, προκειμένου να υπάρξει χώρος για κοινωνική έρευνα.
«Καμία ανταπόκριση από τους υπουργούς Ανάπτυξης και τον πρωθυπουργό»
Αγγελος Χανιώτης, καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών στο Νιου Τζέρσεϊ
● Ποια είναι τα βασικά προβλήματα στη λειτουργία του Εθνικού Συμβούλιου Ερευνας, Καινοτομίας και Τεχνολογίας που σας οδήγησαν στην παραίτηση;
Παρά το γεγονός ότι το ΕΣΕΤΕΚ στους 20 μήνες που διετέλεσα μέλος του έκανε σημαντικό έργο με τις προτάσεις για τον ορισμό επιτροπών για την αξιολόγησή ερευνητικών ινστιτούτων και την εκλογή της ηγεσίας τους, διαπίστωσα ότι οι προτάσεις του για ουσιαστικά ζητήματα δεν οδηγούσαν σε απτά αποτελέσματα και ότι λαμβάνονταν αποφάσεις για σημαντικά θέματα χωρίς καμιά απολύτως ενημέρωση. Αναφέρω ως παραδείγματα τη μεταφορά του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών από τη Γενική Γραμματεία Ερευνας και Καινοτομίας στο υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας τον Νοέμβριο του 2023 και την ίδρυση «Εργοστασίου Τεχνητής Νοημοσύνης» (Φάρος) τον περασμένο Δεκέμβριο.
Το ΕΣΕΤΕΚ πληροφορήθηκε και τις δύο αποφάσεις από τον Τύπο, παρά το γεγονός ότι αποτελούν ζητήματα της έρευνας για τα οποία θα έπρεπε να γνωμοδοτήσει. Στην απόφαση για το Αστεροσκοπείο αντιτάχθηκε το σύνολο της ερευνητικής κοινότητας και η απόφαση ανακλήθηκε μετά από έναν χρόνο. Η ίδρυση του Φάρου είναι αναμφίβολα θετική εξέλιξη. Ωστόσο τέτοιες πρωτοβουλίες απαιτούν κατάλληλη προετοιμασία και το ΕΣΕΤΕΚ θα μπορούσε να συμβάλει εποικοδομητικά σε αυτή.
● Πώς κρίνετε την ανταπόκριση του υπουργείου Ανάπτυξης στις προτάσεις του Συμβουλίου για την εθνική στρατηγική για την έρευνα και την καινοτομία; Θα μπορούσατε να μας φέρετε παραδείγματα από σημαντικές εισηγήσεις του Συμβουλίου;
Στα τρία κατά τη γνώμη μου σημαντικότερα θέματα, για τα οποία το ΕΣΕΤΕΚ υπέβαλε προτάσεις στην κυβέρνηση –όχι μόνο στους υπουργούς και υφυπουργούς, αλλά και στον ίδιο τον πρωθυπουργό–, δεν υπήρξε καμιά ανταπόκριση. Το πρώτο και σημαντικότερο είναι η λήψη μέτρων κατά της πολυδιάσπασης της έρευνας. Είναι πεποίθηση και του ΕΣΕΤΕΚ και της Εθνικής Αρχής για την Ανώτατη Εκπαίδευση και της Ενωσης Ελλήνων Ερευνητών ότι η ανάπτυξη της έρευνας προϋποθέτει ενιαίο φορέα συντονισμού, διαμόρφωσης στρατηγικής, χρηματοδότησης και αξιολόγησης.
Σήμερα φορείς που παράγουν ερευνητικό έργο εποπτεύονται από πληθώρα υπουργείων (Ανάπτυξης, Παιδείας, Αγροτικής Ανάπτυξης, Πολιτισμού, Εξωτερικών κ.ά.), ακόμα και όταν υπάρχει στενή συνάφεια αντικειμένων.
Δεν χρειάζεται να αναλύσω γιατί η αρχαιολογία και η διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι αντικείμενα στα οποία η Ελλάδα έχει προνομιακή θέση. Είναι επίσης αντικείμενα που προσφέρονται για διεπιστημονικές συνεργασίες, αξιοποιούν μεθόδους των θετικών επιστημών (αρχαιοβοτανική, αρχαιοζωολογία, αρχαιογενετική, γεωολογία κ.λπ.) και της τεχνητής νοημοσύνης και ενδείκνυνται για ανοίγματα στην κοινωνία και την επιχειρηματικότητα. Ωστόσο, η πολυδιάσπαση των ερευνητικών φορέων που εποπτεύονται από τρία διαφορετικά υπουργεία εμποδίζουν συνεργασίες και συνέργειες. Τι πιο απλό (και σχετικά ανέξοδο) από το να συνεργάζονται μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών των ΑΕΙ με Εφορείες Αρχαιοτήτων και Μουσεία για την καταγραφή και μελέτη των χιλιάδων αδημοσίευτων ευρημάτων; Κέρδος θα υπήρχε και για την ανώτατη εκπαίδευση και για τη δημοσίευση του υλικού. Ωστόσο, ό,τι γίνεται σε αυτόν τον τομέα οφείλεται σε προσωπικές επαφές, όχι σε θεσμοθετημένο ερευνητικό πλαίσιο.
Η δεύτερη εισήγηση για την οποία δεν υπήρξε ανταπόκριση αφορά την εξαίρεση των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Ερευνας και των Ερευνητικών Κέντρων από το Δημόσιο Λογιστικό. Οι υφιστάμενες διοικητικές διαδικασίες, πέρα από το ότι αντιμετωπίζουν τους ερευνητές ως υποψήφιους καταχραστές και αργόμισθους, δημιουργούν τεράστια γραφειοκρατικά προβλήματα, από τις προμήθειες ώς τη χρήση υποδομών και την πρόσληψη ερευνητών. Αναφέρω ως τρίτη εισήγηση την αύξηση των κονδυλίων για την έρευνα, όχι επειδή θεωρώ ότι τα κονδύλια είναι επαρκή –δεν είναι–, αλλά επειδή η αποτελεσματική χρήση της όποιας χρηματοδότησης προϋποθέτει την ικανοποίηση των δύο πρώτων αιτημάτων: τη δημιουργία ενιαίου χώρου έρευνας και την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας.
● Ποιες αλλαγές θεωρείτε αναγκαίες για να αλλάξει η υφιστάμενη κατάσταση στο ΕΣΕΤΕΚ;
Για παράδειγμα, η γνωμοδότηση της ΕΘΑΑΕ ζητείται για όλα ανεξαιρέτως τα ζητήματα που αφορούν την ανώτατη εκπαίδευση, η κυβέρνηση απευθύνεται στο ΕΣΕΤΕΚ α λα καρτ, όχι υποχρεωτικά, αλλά όποτε επιλέγει. Γι’ αυτό απαιτείται νέα οργανωτική δομή, ανάλογη με της ΕΘΑΑΕ, που θα επιβάλλει στην κυβέρνηση να ζητά την άποψη του ΕΣΕΤΕΚ. Δεν είναι υποχρεωμένη να αποδέχεται τις εισηγήσεις του. Αλλά για λόγους διαφάνειας θα πρέπει να γίνεται γνωστό αν σχετικές αποφάσεις ελήφθησαν με τη σύμφωνη γνώμη των ειδικών ή όχι.
Ωστόσο, επαναλαμβάνω ότι δεν θα πρέπει να αλλάξει μόνο το ΕΣΕΤΕΚ, αλλά η έρευνα θα πρέπει να μεταφερθεί στην αρμοδιότητα είτε του υπ. Παιδείας είτε (καλύτερα) σε νέο υπουργείο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Ερευνας. Το πολύ χαμηλό επίπεδο της σχολικής παιδείας, που τεκμηριώθηκε επανειλημμένα από τις έρευνες του προγράμματος Pisa, επιβάλλει κατά τη γνώμη μου και τη δημιουργία χωριστού υπουργείου (ή υφυπουργείου) Παιδείας για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και γενναίες μεταρρυθμίσεις.
● Παρατηρείτε να γίνονται σοβαρά βήματα για τη συνεργασία μεταξύ της έρευνας και παραγωγικών οικονομικών κλάδων;
Υπάρχει εξαγωγή ερευνητικών αποτελεσμάτων σε παραγωγικούς οικονομικούς κλάδους και από ορισμένα ΑΕΙ και από ερευνητικά ιδρύματα. Ως εκπρόσωπος των ανθρωπιστικών επιστημών είμαι αναρμόδιος για να δώσω μια ακριβή αποτίμηση, πέρα από το γεγονός ότι κατά την αξιολόγηση των ΑΕΙ από την ΕΘΑΑΕ διαπιστώνουμε σχετικά περιορισμένη ύπαρξη τεχνοβλαστών. Θέλω όμως να επισημάνω ότι και η βασική έρευνα στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες φέρνει καινοτομίες, μόνο που είναι διαφορετικές από την άμεσα ορατή εφαρμογή κάποιου ερευνητικού συμπεράσματος στην οικονομία ή την τεχνολογία. Είναι έμμεσες, αλλά εξίσου σημαντικές.
Καινοτομία είναι, π.χ., τα ερευνητικά συμπεράσματα της παιδαγωγικής, της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας για τις αιτίες της σχολικής βίας και τον περιορισμό της· καινοτομίες προκύπτουν από την αρχαιολογική έρευνα σε συνεργασία με την τεχνητή νοημοσύνη για τη διαχείριση και προβολή του υλικού πολιτισμού· καινοτομία είναι η ανάλυση του λαϊκισμού από την πολιτική επιστήμη· καινοτομία φέρνει η γλωσσολογική έρευνα για την κατανόηση της νόησης, της παραγωγής λόγου και της διδασκαλίας της γλώσσας. Η βασική έρευνα στις θεωρητικές επιστήμες μπορεί να μη σώζει ζωές, όπως η ιατρική, να μη βελτιώνει τις συνθήκες ζωής, όπως η τεχνολογία, αλλά είναι αυτή που μας επιτρέπει να ζούμε συνειδητά και με κριτική σκέψη.
Σιωπή για το σκάνδαλο στις «Συμπράξεις Ερευνητικής Αριστείας»
Κοινό «μυστικό» στην επιστημονική κοινότητα τα φαινόμενα αναξιοκρατίας, με πιο πρόσφατο κρούσμα σκάνδαλο το οποίο αποκάλυψε η ΠΟΣΔΕΠ, που ελέγχεται από την προσκείμενη στη Ν.Δ. παράταξη και που από πέρυσι έχει επισημάνει προβλήματα στην αξιολόγηση ερευνητικών προτάσεων, σε έργα του ΕΛΙΔΕΚ και της ΓΓΕΚ χρηματοδοτούμενα από το Ταμείο Ανάκαμψης, ζητώντας να διασφαλίζονται πλήρως και με σταθερούς κανόνες η διαφάνεια, η αξιοκρατία και η αντικειμενικότητα.
Τον περασμένο Δεκέμβριο η συντηρητική Ομοσπονδία επιτέθηκε στο υπουργείο Παιδείας για την απαράδεκτη και αδιαφανή διαδικασία κατά την κρίση των ερευνητικών προτάσεων στις «Συμπράξεις Ερευνητικής Αριστείας», που μοιράζουν μεγάλα κονδύλια για προγράμματα κοινοπραξίας μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων. Ακολούθησαν ενστάσεις από θιγόμενους και επερωτήσεις στη Βουλή από το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ. και τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. για μη αντικειμενικότητα, οι οποίες ωστόσο έχουν μείνει αναπάντητες.
Η ΠΟΣΔΕΠ σε ανακοίνωση-κόλαφο για την εικονική αξιολόγηση γνωστοποίησε πως οι «ειδικές εκθέσεις» ενός και μόνου αξιολογητή είναι πανομοιότυπες, όπως παραδέχτηκε το υπουργείο («τυποποιημένες απαντήσεις για λόγους οικονομίας χρόνου»), και δεν περιέχουν καμία συγκεκριμένη κριτική για αδυναμίες ή ελλείψεις, ενώ σε πολλές περιπτώσεις είναι επαινετικές και εξόφθαλμα αναντίστοιχες με τη χαμηλή βαθμολογία.
«Δεν γνωστοποιήθηκε καμία ειδική και τεκμηριωμένη αξιολόγηση, και στην πραγματικότητα κανείς δεν γνωρίζει την αξιολογική κλίμακα […] Επιπλέον υποψίες για προσχηματική αξιολόγηση με συνεπακόλουθη εύνοια ημετέρων γεννά η κατανομή της βαθμολογίας, που δεν είναι κανονική, καθώς οι εγκεκριμένες προτάσεις με βαθμό από 70 έως 80% είναι οι μισές από εκείνες πάνω από 80%, ενώ κάτω από το όριο, στην περιοχή 60 με 69% συσσωρεύονται πολλαπλάσιες», εξήγησε η ΠΟΣΔΕΠ, που ζήτησε να αναζητηθούν ευθύνες για την αναξιοκρατική διαδικασία, να ακυρωθούν τα αποτελέσματα και να γίνει εκ νέου αξιολόγηση των υποβληθεισών προτάσεων με διαφανή και αντικειμενικά κριτήρια.
