Η Ευρώπη πέρασε την τελευταία δεκαετία πιστεύοντας ότι η ψηφιακή μετάβαση είναι κυρίως ζήτημα εφαρμογών, υπηρεσιών και επενδύσεων. Σήμερα αντιλαμβάνεται ότι είναι πρωτίστως ζήτημα ισχύος. Η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται μπροστά σε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ψηφιακής της ιστορίας: όχι απλώς για το ποιος θα φτιάχνει εφαρμογές ή θα φιλοξενεί δεδομένα, αλλά για το ποιος θα κρατά το «κλειδί» της τεχνολογικής εξουσίας. Από τα κυβερνητικά emails και τα δημόσια μητρώα μέχρι την εκπαίδευση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης και τη λειτουργία κρίσιμων υποδομών, μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ψηφιακής ζωής βασίζεται σε τεχνολογίες, υπολογιστική ισχύ και αλυσίδες εφοδιασμού που ελέγχονται εκτός Ευρώπης, κυρίως στις ΗΠΑ και στην Κίνα.
Στις 3 Ιουνίου, η Κομισιόν παρουσίασε μια δέσμη μέτρων για την ευρωπαϊκή τεχνολογική κυριαρχία (digital sovereignty), με στόχο την ενίσχυση της Ευρώπης στους τομείς των ημιαγωγών (τσιπ), της τεχνητής νοημοσύνης (Τ.Ν.), του υπολογιστικού νέφους και του ανοιχτού κώδικα. Για την πλειονότητα των ευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων, η πρόκληση δεν είναι η επιλογή ανάμεσα σε δύο μοντέλα εξάρτησης, αλλά η διαμόρφωση ενός τρίτου δρόμου που θα συνδυάζει τεχνολογική καινοτομία, δημοκρατικό έλεγχο και στρατηγική αυτονομία.
Εξαγγελίες
Για χώρες όπως η Ελλάδα, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό: Αρκεί να έχουμε ψηφιοποιήσει το κράτος ή πρέπει να γνωρίζουμε και ποιος κρατά τα κλειδιά του; Στις αρχές Ιουνίου η κυβέρνηση γιόρτασε με πανηγυρικές αναρτήσεις τα 6 χρόνια της πύλης gov.gr, μια προσπάθεια που είχε ξεκινήσει νωρίτερα και κατά γενική ομολογία πέτυχε από το 2020 και μετά την ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης. Πρόκειται για ένα πρώτο σημαντικό βήμα, όμως πλέον η Ελλάδα πρέπει να εστιάσει στη μείωση της εξάρτησης από ξένους τεχνολογικούς κολοσσούς και παρόχους, αναπτύσσοντας δικές τις υποδομές και λογισμικό, ώστε τα συστήματα να μπορούν να λειτουργούν ανεξάρτητα και να παράγουν διαλειτουργικές τεχνολογικές υποδομές πάνω στις οποίες μπορούμε να χτίσουμε για το μέλλον.

Στο πλαίσιο της εθνικής στρατηγικής για την τεχνητή νοημοσύνη, στην οποία αναφέρθηκε πρόσφατα ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου, κεντρικό ρόλο διαδραματίζει το AI Factory «PHAROS». Πρόκειται για μία από τις 19 αντίστοιχες υποδομές που αναπτύσσονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και η οποία δημιουργείται στο Λαύριο, με επίκεντρο τον νέο εθνικό υπερυπολογιστή «ΔΑΙΔΑΛΟ», ένα από τα πλέον ισχυρά υπολογιστικά συστήματα της Ευρώπης. Η επένδυση αυτή δεν περιορίζεται στη δημιουργία μιας προηγμένης τεχνολογικής υποδομής, αλλά εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό που αποσκοπεί στην ενίσχυση της θέσης της χώρας στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Στόχος είναι η διαμόρφωση ενός σταθερού οικοσυστήματος καινοτομίας, ικανού να υποστηρίξει την ανάπτυξη εφαρμογών Τ.Ν., να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία για την κοινωνία.

Στις 29 Μαΐου η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα προχώρησε σε μια πολύ σκληρή ανακοίνωση κατά του πρώην υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης και σημερινού προέδρου του Eurogroup, Κυριάκου Πιερρακάκη. Οπως αναφέρει, η κυβερνητική πολιτική οδήγησε σε αυξημένη τεχνολογική εξάρτηση από συγκεκριμένες εταιρείες, ενώ επιπλέον επισημαίνεται ότι η προώθηση της ψηφιοποίησης δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστική μείωση της γραφειοκρατίας. Παράλληλα, καταγγέλλεται η έλλειψη διαφάνειας στις δημόσιες συμβάσεις.
Απευθείας αναθέσεις
Αναφερόμενη ειδικότερα στο ζήτημα των αναθέσεων, η ΕΛΑΣ υποστηρίζει ότι την περίοδο από τον Οκτώβριο 2019 έως τον Απρίλιο 2022 προκηρύχθηκαν 1.551 διαγωνισμοί συνολικού ύψους άνω του 1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 943 αφορούσαν έργα αξίας έως 60.000 ευρώ, δηλαδή εντός του ορίου που επιτρέπει τη διαδικασία της απευθείας ανάθεσης. Επίσης, συνδέει τη χρηματοδότηση για τον ψηφιακό μετασχηματισμό μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης με την υπόθεση των παρακολουθήσεων μέσω του λογισμικού Predator, υπενθυμίζοντας πως «το ΚΕΤΥΑΚ, η “παρα-ΕΥΠ” που “έτρεχε” το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό, χρηματοδοτήθηκε από τον ψηφιακό πυλώνα του Ταμείου Ανάκαμψης».
Η ευρύτερη συζήτηση είναι αποπροσανατολιστικό να περιορίζεται στην ύπαρξη ψηφιακών υπηρεσιών του Δημοσίου ή στην αποτελεσματική λειτουργία πλατφορμών όπως το gov.gr.
Το πραγματικό διακύβευμα αφορά τον έλεγχο των δεδομένων, των ψηφιακών υποδομών, του λογισμικού και της υπολογιστικής ισχύος, στοιχεία που συνδέονται άμεσα με την τεχνολογική και πολιτική αυτονομία ενός κράτους. Για χώρες όπως η Ελλάδα, η πλήρης ψηφιακή αυτονόμηση θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη. Στην πράξη, η κουβέντα γύρω από την «ψηφιακή κυριαρχία» και τις «εθνικές υποδομές» συνδέεται περισσότερο με την επιλογή στρατηγικών συνεργασιών και συμμαχιών, παρά με την ανάπτυξη ενός απολύτως αυτόνομου τεχνολογικού οικοσυστήματος.


Τα εφιαλτικά σενάρια
Η νέα ευρωπαϊκή συζήτηση έχει πλέον μετατοπιστεί στο πώς θα γίνει εφικτό να μην μπορεί ένας ξένος πάροχος να διακόψει κρίσιμες υπηρεσίες (το επονομαζόμενο Kill switch). Τι θα μπορούσε να πάει στραβά; Πολλά. Ενα εφιαλτικό σενάριο είναι η ΗΠΑ ή η Κίνα να περιορίσουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες νέφους (cloud) και τεχνητής νοημοσύνης για ευρωπαϊκούς φορείς, με αποτέλεσμα να παραλύσουν δημόσιες υπηρεσίες.
Αλλος κίνδυνος είναι, π.χ., οι ΗΠΑ να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευρωπαϊκά δεδομένα μέσω της αμερικανικής νομοθεσίας. Για παράδειγμα, ένα ελληνικό νοσοκομείο χρησιμοποιεί την πλατφόρμα υπολογιστικού νέφους Microsoft Azure (αμερικανική) για να αποθηκεύσει φαρμακευτικά αρχεία, εργαστηριακά αποτελέσματα, ιατρικές καταγραφές. Αυτά τα δεδομένα αποθηκεύονται σε data centers στην Ιρλανδία, μέλος της Ε.Ε. Οι αμερικανικές αρχές (π.χ. FBI) ζητούν από τη Microsoft να παρέχει τα δεδομένα για κάποια έρευνα. Η Microsoft πρέπει να δώσει τα δεδομένα (εξαιτίας του Cloud Act – αμερικανικός νόμος του 2018 που δεσμεύει τις αμερικανικές εταιρείες, παραβιάζοντας ταυτόχρονα το ευρωπαϊκό GDPR). Αποτέλεσμα: τα ελληνικά και κατ’ επέκταση ευρωπαϊκά δεδομένα υγείας εκτίθενται στις ΗΠΑ, χωρίς να έχουν δώσει έγκριση η Ελλάδα ή η Ε.Ε.

Ξένoι διαχειρίζονται τα δεδομένα των Ελλήνων
Η στρατηγική που χρειάζεται δεν πρέπει να είναι η εθνικιστική αυτάρκεια. Χρειαζόμαστε ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία
Ρωτήσαμε δύο έγκριτους ακαδημαϊκούς, τον Θόδωρο Καρούνο από το ΕΜΠ και τον Οργανισμό Ανοιχτών Τεχνολογιών (ΕΕΛ/ΛΑΚ) και τον Βασίλη Τσαουσίδη από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, πόσο εφικτή είναι η επίτευξη της ψηφιακής κυριαρχίας και σε ποια κατάσταση βρίσκεται η Ελλάδα.

«Η στρατηγική που χρειάζεται δεν πρέπει να είναι ούτε η εθνικιστική αυτάρκεια ούτε ο τεχνολογικός προστατευτισμός. Χρειαζόμαστε ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία με ανοιχτότητα: ευρωπαϊκές υποδομές όπου είναι κρίσιμες, διεθνής συνεργασία όπου είναι ασφαλής, ανοιχτά πρότυπα παντού, δυνατότητα μεταφοράς δεδομένων και εφαρμογών και πλήρης αποφυγή εγκλωβισμού σε κλειστούς προμηθευτές», μας επισημαίνει ο κ. Καρούνος, που βλέπει τρεις βασικές συνέπειες στην υφιστάμενη τεχνολογική εξάρτηση.
«Η Ελλάδα δεν πρέπει να μείνει απλός χρήστης ξένων πλατφορμών. Πρέπει να γίνει συνδημιουργός ευρωπαϊκών ψηφιακών κοινών. Οχι απομονωμένη αυτάρκεια, αλλά ανοιχτή ευρωπαϊκή αυτονομία. Οχι κρατικός τεχνολογικός συγκεντρωτισμός, αλλά δημόσιες υποδομές, ανοιχτά πρότυπα, τοπική τεχνογνωσία, διαφάνεια και δημοκρατικός έλεγχος»
Θόδωρος Καρούνος (ΕΕΛ/ΛΑΚ – ΕΜΠ)
Πρώτον, οικονομική, καθώς δημόσιο χρήμα σπαταλάται κάθε χρόνο σε άδειες, συνδρομές και διάφορες υπηρεσίες, αντί να χτίζεται εγχώρια τεχνογνωσία. Δεύτερον, γνωσιακή: οι δημόσιοι φορείς μαθαίνουν να αγοράζουν υπηρεσίες και όχι να κατανοούν, να ελέγχουν και να βελτιώνουν συστήματα. Τρίτον, γεωπολιτική και θεσμική: κρίσιμα δεδομένα, λειτουργίες και αποφάσεις μπορεί να εξαρτώνται από εταιρείες που υπόκεινται σε άλλες δικαιοδοσίες, άλλες εμπορικές προτεραιότητες και άλλες γεωπολιτικές πιέσεις.
«Για την Ελλάδα, το συμπέρασμα είναι σαφές: δεν πρέπει να αντιγράψει μηχανικά κανένα μοντέλο. Πρέπει να αξιοποιήσει τη μικρή της κλίμακα ως πλεονέκτημα: γρήγορη διαλειτουργικότητα, κοινές διεπαφές προγραμματισμού εφαρμογών (APIs), εθνικό αποθετήριο δημόσιου κώδικα, περιφερειακούς κόμβους τεχνητής νοημοσύνης και συμμαχίες με χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, της Μεσογείου και των Βαλκανίων. Η Ελλάδα δεν πρέπει να μείνει απλός χρήστης ξένων πλατφορμών. Πρέπει να γίνει συνδημιουργός ευρωπαϊκών ψηφιακών κοινών. Οχι απομονωμένη αυτάρκεια, αλλά ανοιχτή ευρωπαϊκή αυτονομία. Οχι κρατικός τεχνολογικός συγκεντρωτισμός, αλλά δημόσιες υποδομές, ανοιχτά πρότυπα, τοπική τεχνογνωσία, διαφάνεια και δημοκρατικός έλεγχος», καταλήγει ο Θόδωρος Καρούνος.

Σύμφωνα με τον Βασίλη Τσαουσίδη, καθηγητή στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του ΔΠΘ, η εξάρτηση της Ελλάδας από μη ευρωπαϊκούς παρόχους τεχνολογίας, και συγκεκριμένα από τους αμερικανικούς κολοσσούς του cloud computing, είναι βαθιά, δομική και στην παρούσα φάση σχεδόν καθολική. Τόσο τα πληροφοριακά συστήματα της δημόσιας διοίκησης όσο και οι υποδομές του ιδιωτικού τομέα βασίζονται σε ξένα, ιδιοκτησιακά οικοσυστήματα για τη φιλοξενία δεδομένων και τη λειτουργία λογισμικού.
«Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, αυτή η εξάρτηση αποκτά ανησυχητικές διαστάσεις, καθώς η υπολογιστική ισχύς και τα δεδομένα αποτελούν πλέον στρατηγικούς πόρους αντίστοιχους με την ενέργεια: μια γεωπολιτική κρίση θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να περιορίσει ή να διακόψει την πρόσβαση σε κρίσιμα δεδομένα και καθημερινές εφαρμογές (π.χ. email, τηλεδιασκέψεις), παραλύοντας το κράτος», μας επισημαίνει ο κ. Τσαουσίδης.
«Ο εθνικός μας στόχος δεν μπορεί να εξαντλείται στο να λειτουργεί η Ελλάδα ως ένας απλός τόπος εγκατάστασης data centers ξένων πολυεθνικών, σε κάποιο βολικό μέρος της χώρας, με μοναδικό κριτήριο το προσωρινό κόστος, αλλά να εξελιχθεί σε μια χώρα που παράγει γνώση, εφαρμογές και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης εθνικής και τοπικής αξίας»
Βασίλης Τσαουσίδης (ΔΠΘ)
Ο καθηγητής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου βλέπει ακόμα ευρύτερες προεκτάσεις που μπορούν να διαιωνίσουν τις οικονομικές και γεωπολιτικές ανισότητες και εξαρτήσεις: «Οταν τα δεδομένα των Ελλήνων πολιτών αποθηκεύονται σε υποδομές που υπόκεινται σε ξένες δικαιοδοσίες, όπως ο αμερικανικός Cloud Act, η δυνατότητα αυτόνομων εθνικών αποφάσεων περιορίζεται δραματικά. Παράλληλα, η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο τα δεδομένα ή το λογισμικό, αλλά και την πρόσβαση σε υπολογιστική ισχύ. Τα data centers, οι υπερυπολογιστές και οι υποδομές τεχνητής νοημοσύνης μετατρέπονται σε κρίσιμες υποδομές για την οικονομία, την έρευνα, την υγεία και τη δημόσια διοίκηση. Η δυνατότητα πρόσβασης σε αυτούς τους πόρους καθορίζει σε μεγάλο βαθμό ποιοι μπορούν να καινοτομήσουν και ποιοι θα περιοριστούν στον ρόλο του καταναλωτή τεχνολογίας», συνεχίζει ο κ. Τσαουσίδης.
Στο ερώτημα με ποιους τρόπους η χώρα μας μπορεί να αυτονομηθεί έστω και μερικώς, δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. «Ο εθνικός μας στόχος δεν μπορεί να εξαντλείται στο να λειτουργεί η Ελλάδα ως ένας απλός τόπος εγκατάστασης data centers ξένων πολυεθνικών, σε κάποιο βολικό μέρος της χώρας, με μοναδικό κριτήριο το προσωρινό κόστος, αλλά να εξελιχθεί σε μια χώρα που παράγει γνώση, εφαρμογές και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης εθνικής και τοπικής αξίας», υποστηρίζει ο Βασίλης Τσαουσίδης.
Κλείνοντας, ο κ. Τσαουσίδης υπογραμμίζει την αναγκαιότητα η υπολογιστική ισχύς να αναγνωριστεί ως κρίσιμη εθνική υποδομή. Επίσης, εκτιμά πως επιβάλλεται η θεσμοθέτηση μιας πολιτικής προτεραιότητας στο ανοιχτό λογισμικό για τη δημόσια διοίκηση, ώστε σταδιακά να ενσωματωθεί στην πράξη η στρατηγική απεξάρτησης, κάτι που υιοθετούν ήδη η Γαλλία και η Γερμανία.
Καίριας σημασίας θεωρείται και ο αυστηρός διαχωρισμός των δεδομένων, ώστε τα ευαίσθητα δεδομένα των πολιτών, όπως η υγεία και η φορολογία, να ελέγχονται πλήρως ή να αποθηκεύονται αποκλειστικά στο εθνικό υπολογιστικό νέφος, αποκλείοντας τη χρήση ξένων παρόχων για αυτές τις κατηγορίες. Παράλληλα, οι νέες υποδομές δεδομένων και τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να συνδέονται οργανικά με τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα, τις νεοφυείς επιχειρήσεις και τις τοπικές παραγωγικές δραστηριότητες.

Μέτρα για εθνική ψηφιακή κυριαρχία σε Ισπανία και Αυστρία
Οδικός χάρτης και ευρωπαϊκό σύστημα πληρωμών στην Ισπανία, αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα για την Αυστρία
Ισπανία: Στις 24 Φεβρουαρίου, η ισπανική κυβέρνηση παρουσίασε έναν οδικό χάρτη για την επιτάχυνση της ψηφιακής κυριαρχίας στην Ισπανία, αν και εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας και ψηφιακές υποδομές: «Εχουμε διαθέσει ένα πολύ σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών κονδυλίων για την ενίσχυση της ψηφιακής κυριαρχίας και θα συνεχίσουμε αυτή την προσπάθεια», δήλωσε ο Οσκαρ Λόπεζ, υπουργός αρμόδιος για τον Ψηφιακό Μετασχηματισμό και τη Δημόσια Διοίκηση.
Το σχέδιο επικεντρώνεται στην ενίσχυση και τη σύνδεση της ψηφιακής δημόσιας υποδομής της χώρας με τα ευρωπαϊκά συστήματα. Βασικά παραδείγματα περιλαμβάνουν το Cl@ve, εθνική πλατφόρμα ψηφιακής ταυτοποίησης που χρησιμοποιείται για την πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες, την ηλεκτρονική εθνική ταυτότητα (eID) και το SARA, το ασφαλές δίκτυο που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των υπηρεσιών δημόσιας διοίκησης. Επίσης, προωθείται η υιοθέτηση λύσεων ανοιχτού κώδικα, όπως το OpenDesk και το ALIA, μια οικογένεια γλωσσικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης που έχουν εκπαιδευτεί στα ισπανικά και στις συνεπίσημες γλώσσες της Ισπανίας.
Προτεραιότητα είναι και η ανάπτυξη ενός ασφαλούς και διαλειτουργικού ευρωπαϊκού συστήματος διασυνοριακών πληρωμών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η έλευση του ψηφιακού ευρώ στον χρηματοοικονομικό τομέα, ώστε οι ηλεκτρονικές πληρωμές να διεκπεραιώνονται μέσα στο ευρωπαϊκό τραπεζικό οικοσύστημα και να μειωθεί η εξάρτηση από τεχνολογίες ψηφιακών κολοσσών των ΗΠΑ. Η πρόταση των Βρυξελλών υποστηρίζει πρωτοβουλίες όπως η EuroPA Alliance, η οποία συνδέει εθνικές πλατφόρμες άμεσων πληρωμών, όπως η ισπανική Bizum (με 20 εκατομμύρια χρήστες), η πορτογαλική MBWay και η ιταλική Bancomat. Αυτός ο τύπος διαλειτουργικής υποδομής πληρωμών θεωρείται απαραίτητος για την ψηφιακή και οικονομική ανθεκτικότητα της Ευρώπης.
Αυστρία: Η Αυστρία επιδιώκει επιθετικά μια στρατηγική ψηφιακής κυριαρχίας βαθιά συνυφασμένη με το πλαίσιο της Ε.Ε., όπως ο ΓΚΠΔ (GDPR) και ο νόμος για την τεχνητή νοημοσύνη. Ο κεντρικός πάροχος πληροφορικής της κυβέρνησης, το Ομοσπονδιακό Κέντρο Υπολογιστών (Bundesrechenzentrum, BRZ), κατασκευάζει μια κοινή, κυρίαρχη υποδομή σχεδιασμένη να διατηρεί τα κυβερνητικά δεδομένα εντός των εθνικών συνόρων. Ο υπουργός Επικρατείας, Αλεξάντερ Προλ, έχει δηλώσει ότι η ψηφιακή κυριαρχία είναι αδιαπραγμάτευτη για τη χρήση της κρατικής τεχνητής νοημοσύνης. Η Αυστρία δίνει ενεργά προτεραιότητα στα ευρωπαϊκά μοντέλα ανοιχτού κώδικα, επικαλούμενη συγκεκριμένα τη γαλλική τεχνητή νοημοσύνη Mistral ώστε να λειτουργούν τοπικά σε κρατικούς διακομιστές (servers).
Παρότι η Αυστρία μπορεί να επιλέξει ευρωπαϊκά μοντέλα λογισμικού, η φυσική υπολογιστική ισχύς που τα εκτελεί είναι αμερικανική. Η πλήρης ανεξαρτησία είναι προς το παρόν αδύνατη. Για μη κρίσιμες, μη ευαίσθητες στον GDPR εργασίες, η αυστριακή κυβέρνηση διατηρεί μια «Πύλη LLM» για πρόσβαση σε αμερικανικά μοντέλα όπως το GPT-5 ή το Google Gemini. Τόσο το αυστριακό υπουργείο Δικαιοσύνης όσο και οι αυστριακές ένοπλες δυνάμεις εφαρμόζουν επί του παρόντος ένα βασικό στοιχείο της ψηφιακής κυριαρχίας: την απομάκρυνση από το ιδιόκτητο αμερικανικό λογισμικό (Microsoft Office) προς λύσεις ανοιχτού κώδικα (LibreOffice). Οι πρωταρχικοί στόχοι και για τα δύο υπουργεία είναι η ανάκτηση του ελέγχου των ευαίσθητων κρατικών δεδομένων και η μείωση των τεχνολογικών εξαρτήσεων.
Διαβάστε όλα τα κείμενα του προγράμματος Pulse ΕΔΩ.
● Tο άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE 2, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Lola García-Ajofrín (El Confidential-Ισπανία) και Peter Zellinger (Der Standard-Αυστρία).
