Σπάνια αν όχι πρωτοφανής είναι για τον εγχώριο εικαστικό χώρο η δικαστική διαμάχη μεταξύ δύο καταξιωμένων καλλιτεχνών για θέμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Μια υπόθεση που αφορά την αγωγή του φωτογράφου, ομ. καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργου Κατσάγγελου, κατά του ζωγράφου Μιχάλη Μαδένη και την καταδίκη του τελευταίου από τη Δικαιοσύνη. Γεγονός που, όπως προκύπτει, διχάζει τον καλλιτεχνικό κόσμο, καλλιεργώντας τη συζήτηση περί «πρωτοτύπου», «αντιγραφής», προσβολής του δημιουργού αλλά και ελευθερίας έκφρασης. Αιχμή του δόρατος είναι η έκθεση του Μιχάλη Μαδένη με τίτλο «Εξόριστοι» και θέμα τους ψυχικά πάσχοντες το 2022 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (σε επιμέλεια Νίκου Παΐσιου) και η εξόφθαλμα στενότατη σχέση των πορτρέτων του με τις φωτογραφίες του λευκώματος του Γιώργου Κατσάγγελου «Σιωπή», που εκδόθηκε το 2001 από το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.
Οπως είναι γνωστό, ο Γ. Κατσάγγελος μετά το τέλος της έκθεσης προσέφυγε στη Δικαιοσύνη εναντίον του Μ. Μαδένη και της Εθνικής Βιβλιοθήκης με την καταγγελία της «αντιγραφής». Μάλιστα τότε το Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ είχε βγάλει ψήφισμα καταδικάζοντας «κάθε παραβίαση, καταπάτηση, υπεξαίρεση και προσβολή των πνευματικών δικαιωμάτων», υπογραμμίζοντας: «Κάθε καλλιτέχνης που δημιουργεί έργα βασισμένα σε πρωτότυπα έργα άλλου καλλιτέχνη είναι υποχρεωμένος σύμφωνα με τον νόμο πριν από τη δημοσιοποίησή τους να λάβει την έγγραφη άδεια του δημιουργού».
Τελικά, πρόσφατα, ύστερα από σχεδόν δύο χρόνια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών-Τμήμα Ειδικού Εμπορικού Δικαίου καταδίκασε για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας τον γνωστό ζωγράφο, ο οποίος μαζί με την Εθνική Βιβλιοθήκη πρέπει να καταβάλει αποζημίωση στον Γ. Κατσάγγελο που ξεπερνάει τα 160.000 ευρώ. Το δικαστήριο διέταξε και την απόσυρση του σχετικού, πολυτελούς καταλόγου που επιμελήθηκε ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, πρόεδρος της Εφορευτικής Επιτροπής της ΕΒΕ. Μάλιστα, όπως έγραψε ο ιστορικός τέχνης Μάνος Στεφανίδης, που έχει συνεργαστεί με τον Γ. Κατσάγγελο (7/10, SLpress): «Επιπλέον, η Δικαιοσύνη όρισε ως άμεσα εκτελεστή την καταβολή ενός ποσού από την τελική αποζημίωση προς τον Γιώργο Κατσάγγελο πριν από την εκδίκαση της έφεσης». Ενώ «η υπεράσπιση του ζωγράφου (Σωτήρης Φέλιος) προχώρησε σε αίτημα μη καταβολής του μειωμένου ποσού λόγω οικονομικής ένδειας του Μαδένη, αλλά η συγκεκριμένη προσφυγή απορρίφθηκε. Η Δικαιοσύνη επέβαλε την άμεση καταβολή του χρηματικού ποσού των 20.000 για τον καθέναν των καταδικασθέντων, δηλαδή τον Μαδένη και την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (διά του άμεσα εμπλεκόμενου Σταύρου Ζουμπουλάκη). Καταπέλτης!».
To έργο και η πληροφορία
Του Ντένη Ζαχαρόπουλου, ιστορικού και κριτικού τέχνης
Παρ’ όλο που η υπογραφή μου καλύπτει απολύτως το θέμα, θεωρώ αναγκαίο όχι να δικαιολογηθώ, αλλά να καυτηριάσω την προσπάθεια ώστε ένα θέμα αρχής ως προς το αναφαίρετο δικαίωμα στη δημιουργία και την ελεύθερη έκφραση να μετατραπεί σε διενέξεις για την αισθητική υπόσταση ενός καλλιτεχνικού έργου. Ουδόλως με απασχολεί εάν το έργο αρέσει ή όχι, ή εάν αντέγραψε πιστά ή όχι τις φωτογραφίες.
Τέτοια επιχειρήματα εάν αποκτήσουν νομική υπόσταση απειλούν να καταργήσουν την έννοια της τέχνης και να ορίσουν μονομερώς πως η ουσία και η ποιότητα ενός έργου κρίνονται δικαστικά, τη στιγμή που η καλλιτεχνική υπόσταση ενός έργου έχει κύριο χαρακτηριστικό την πολυσημία και την πολλαπλή δυνατότητα ερμηνείας. Η όλη υπόθεση λοιπόν αρχίζει και τελειώνει με την απαράβατη αρχή και κριτήριο της καλής πίστης του καλλιτέχνη που χρησιμοποίησε τις φωτογραφίες και ανέφερε σαφέστατα στην έκθεση και στο βιβλίο την προέλευση των εικόνων και το όνομα του δημιουργού τους από την πρώτη στιγμή.
Τα υπόλοιπα αφορούν όποιους επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν μια ευκαιρία ώστε να στηρίξουν συντεχνιακούς καβγάδες και ξεκαθαρίσματα προσωπικών λογαριασμών. Δεν συμμετείχα ποτέ μου σε τέτοιες διαδικασίες που θεωρώ ότι έχουν βομβαρδίσει τραγικά το πεδίο της τέχνης και του πολιτισμού στον τόπο μας. Χαρακτηριστική πρακτική της μετριότητας που τους προκαλεί είναι η συνεχής χρήση του τυπικού τίτλου, κύριος καθηγητής, αντί του ουσιαστικού, καλλιτέχνης! Φαντάζεστε πως πέρα από τον φύλακα της ΑΣΚΤ, ο Παρθένης ή ο Παπαλουκάς θα παρουσιάζονταν ποτέ ως «κύριοι καθηγητές»;
Η όλη υπόθεση αρχίζει και τελειώνει με την απαράβατη αρχή και κριτήριο της καλής πίστης του καλλιτέχνη που χρησιμοποίησε τις φωτογραφίες και ανέφερε σαφέστατα στην έκθεση και στο βιβλίο την προέλευση των εικόνων και το όνομα του δημιουργού τους από την πρώτη στιγμή
Η τροπή που παίρνει λοιπόν η συζήτηση αυτή, αντί για το ρίσκο και την ευθύνη του καλλιτεχνικού έργου, στοχεύει να νομιμοποιήσει έναν αχταρμά κακόπιστων κουτσομπολιών και δικολαβικών χειρισμών. Ισως θα είχαν αποφευχθεί αυτά τα προβλήματα εάν ο ζωγράφος είχε μιλήσει προσωπικά κι ευχαριστήσει τον φωτογράφο πριν αναμειχθούν οι κατ’ επάγγελμα σκανδαλοθήρες. Αλλά οι αβροφροσύνες θεωρούνται παρωχημένες όταν δικηγόροι, εισαγγελείς και δημοσιογράφοι προσπαθούν να επιβάλουν κανονιστικά όρια πάνω στην ελευθερία της έκφρασης.
Αναρωτιέμαι όμως, γιατί εκατοντάδες επώνυμα ζωγραφικά έργα που αναπαράγονται σε χώρους ή στιγμιότυπα των ρεπορτάζ, δεν απασχόλησαν ποτέ τους υπέρμαχους των δικαιωμάτων της εικόνας ή μήπως τα εικαστικά έργα μετράνε όσο τα δέντρα στα πεζοδρόμια; Επίσης, όταν εκατοντάδες έργα τέχνης που φτάνουν με τα δελτία Τύπου των εκθέσεων στις εφημερίδες και περιοδικά και αντί να πληροφορήσουν για τις εκθέσεις, βρίσκονται για δεκαετίες να εικονογραφούν συστηματικά άσχετα άρθρα, χωρίς να αναφέρονται καν το όνομα του καλλιτέχνη και η όποια υλική και πνευματική υπόσταση του καλλιτεχνικού έργου. Δεν είδα ανάλογη ευαισθησία από όσους σήμερα εξανίστανται. Φαίνεται πως μια φωτογραφική εικόνα όταν γίνεται ζωγραφικό έργο ενοχλεί, αλλά όταν ένα ζωγραφικό έργο γίνεται εικόνα δεν απασχολεί κανέναν. Οταν δηλαδή η πληροφορία γίνεται έργο θίγει συμφέροντα, ενώ όταν ένα έργο γίνεται πληροφορία συμμετέχει απλά στη γενική ισοπέδωση του πολιτισμού.
Είναι υποχρέωση λοιπόν του πνευματικού κόσμου, πέρα από όποια οικονομικά συμφέροντα αφορούν τη νομική κατοχύρωση της χρήσης των εικόνων, να προστατέψει την καθαυτό υπόσταση των καλλιτεχνικών έργων που δεν περιορίζεται στη λειτουργία της εικονογράφησης, αλλά θεμελιώνεται αποκλειστικά μαζί με την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης. Γιατί και το χειρότερο ακόμα έργο τέχνης θα είναι πάντα καλύτερο από την όποια εικονογραφική λειτουργία μιας μονοδιάστατης εικόνας και τη συντεχνιακή υποκρισία που τη θεωρεί μονοσήμαντη!
Μια ουσιαστική συζήτηση που δεν έγινε…
Του Μάνου Στεφανίδη, ιστορικού τέχνης, ομότιμου καθηγητή στο ΕΚΠΑ
Οι αποτυχημένες ζωγραφιές που έφτιαξε ο κατά τα άλλα επαρκής ζωγράφος Μιχάλης Μαδένης αντιγράφοντας τις ασπρόμαυρες, συνταρακτικές φωτογραφίες του καθηγητή Γιώργου Κατσάγγελου (69 τον αριθμό), μου θυμίζουν την άθλια εντύπωση του «λασπωμένου» αποτελέσματος που δίνουν οι επιχρωματισμένες ταινίες του παλιού, ασπρόμαυρου ελληνικού κινηματογράφου σε σχέση με τα πρωτότυπα.
Και ώς εδώ το ζήτημα θα ήταν απλώς θέμα γούστου, αν στοιχειωδώς ο ζωγράφος ενημέρωνε τον φωτογράφο, που υπήρξε η κύρια πηγή της έμπνευσής του, κι αν οι επιμελητές της έκθεσης αναρτούσαν δύο (2) μόνο από τα έργα του Κατσάγγελου, κι αν δημοσίευαν δύο (2) μόνο από τις φωτογραφίες του, προϊόν πολύχρονης, επίμοχθης έρευνας, στον πολυτελή κατάλογο που εξέδωσε η Εθνική Βιβλιοθήκη. Ομως όχι μόνο δεν τον ενημέρωσαν, όχι μόνο απαξίωσαν σαν σύγχρονοι, πνευματικοί φεουδάρχες το έργο ενός πληβείου που καταπιάνεται με μιαν ακόμη πιο πληβειακή, δεύτερη τέχνη, αλλά δεν τον κάλεσαν καν στα εγκαίνια! Σαν να μην υπάρχει! Οπως δεν υπάρχει και η φωτογραφία ως ανεξάρτητη τέχνη, που διαθέτει πνευματικά δικαιώματα και αισθητικά χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν πλήρως από τις λοιπές τέχνες της εικόνας, για κάποιους από τους πνευματικούς ταγούς μας. Γιατί περί αυτού πρόκειται.
Οι συγκεκριμένες ζωγραφιές του Μαδένη αποτελούν, κατά την άποψή μου, μια καρικατούρα του ανθρώπινου δράματος, έναν συναισθηματικά εκβιασμένο εξπρεσιονισμό, σχεδιασμένο για τους νεόκοπους εστέτ του Κολωνακίου, και θηρεύουν την εύκολη συγκίνηση (τον κίνδυνο της τέχνης να αρέσει με κάθε τίμημα)
Ο δόλος είναι προφανής εξ ου και η εξοντωτική απόφαση του δικαστηρίου. Τέτοια άγνοια παράλληλα με οίηση, με διάθεση να παρουσιαστεί το άσπρο μαύρο αλλά και την κούφη αίσθηση ότι «εμείς, με το κοινωνικό status και τις διασυνδέσεις μας, είμαστε πάνω και πέρα από τον νόμο».
Επί της ουσίας τώρα: Ο Κατσάγγελος δημιουργεί συνταρακτικά πορτρέτα αποκλινόντων ανθρώπων που σε καθηλώνουν με το δράμα αλλά και την υπαρξιακή τους αξιοπρέπεια. Υποδηλώνοντας έτσι την κοινή μας μοίρα εμπρός στο άγνωστο (σκοπός κάθε μεγάλου έργου τέχνης). Οι συγκεκριμένες ζωγραφιές του Μαδένη αποτελούν, κατά την άποψή μου, μια καρικατούρα του ανθρώπινου δράματος, έναν συναισθηματικά εκβιασμένο εξπρεσιονισμό, σχεδιασμένο για τους νεόκοπους εστέτ του Κολωνακίου, και θηρεύουν την εύκολη συγκίνηση (τον κίνδυνο της τέχνης να αρέσει με κάθε τίμημα). Αυτό το παραδέχονται όλοι οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ ασχέτως του τι υπογράφουν.
Τέλος, ο Κατσάγγελος ζήτησε δις εξωδικαστικό συμβιβασμό, δηλαδή την υποβολή μιας απλής συγγνώμης και της αναγνώρισης της οφειλής, αλλά αποπέμφθηκε σκαιά. Και χάθηκε έτσι η ευκαιρία να γίνει μία συζήτηση επί της ουσίας. Δηλαδή, τι είναι αυθεντικό, τι αντιγραφή, ποια τα όρια του «δανεισμού» κ.λπ. (Επειδή διακινούνται αθλιότητες του τύπου ότι «το κάνουν για τα λεφτά». Κάποιοι βλέπουν παντού κακέκτυπα του κακού εαυτού τους.) Οσο για τους υπογράφοντες ένα απολύτως στρεψόδικο κείμενο –είχα καιρό να δω μαζεμένους όλους τους άσπονδους φίλους μου– ουαί υμίν γραμματείς αγράμματοι και ανύποκριτα Φαρισαίοι!
