Tην Κυριακή το βράδυ γυναίκες μαυροφορεμένες θα περικυκλώσουν το προεδρικό μέγαρο Λα Μονέδα της Χιλής για να φωνάξουν για ακόμη μια φορά «ποτέ ξανά», παραμονές της ζοφερής επετείου των 50 χρόνων από την ανατροπή του προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε από τον Πινοτσέτ στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973.
Μισό αιώνα μετά η χώρα, με το οξύμωρο να έχει την πιο αριστερή κυβέρνηση αλλά και την πιο ισχυρή πινοτσετική Ακροδεξιά της μεταπολίτευσης, συναντά την επέτειο χωρίς βασική συναίνεση για όσα διαδραματίστηκαν και δίχως μια ισχυρή καταδίκη ενός πραξικοπήματος που έφερε μια 17χρονη δικτατορία με 3.200 νεκρούς -ανάμεσά τους και 1.162 αγνοούμενους- και τη βίαιη επιβολή ενός ακραίου νεοφιλελεύθερου πειράματος.
Η κυβέρνηση του προέδρου Γκαμπριέλ Μπόριτς έχει καλέσει επανειλημμένα την αντιπολίτευση να υπογράψουν κοινή διακήρυξη για τα 50 χρόνια του πραξικοπήματος συμφωνώντας στο «ποτέ ξανά», αλλά η απάντηση των κομμάτων της είναι ένα «ποτέ ξανά υπό όρους», στην καλύτερη περίπτωση, προβάλλοντας τις δικές τους αναθεωρητικές «εκδοχές» της Ιστορίας.
Ηδη το ακροδεξιό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα διαμήνυσε πως «δεν θα υπογράψουμε μια διακήρυξη γραμμένη από αριστερό χέρι». Η UDI (Ανεξάρτητη Δημοκρατική Ενωση, το κόμμα που στήριξε τον Πινοτσέτ και επί δικτατορίας) ξεκαθάρισε πως δεν θα μετάσχει σε διακηρύξεις «για γεγονότα που δεν έχουν μόνο μία οπτική: δεν θα τεθούμε στην υπηρεσία της επίσημης αλήθειας». Τα δε κόμματα του δεξιού συνασπισμού Chile Vamos του πρώην προέδρου Σεμπαστιάν Πινιέρα εξέδωσαν δικό τους κείμενο για την επέτειο του πραξικοπήματος, όπου δεν αναφέρεται καν αυτός ο όρος – ούτε και τα θύματα της δικτατορίας.
Η «ανεπίσημη αλήθεια» που διατυπώνουν λέει πως για όλα φταίνε ο Αλιέντε και η Λαϊκή του Ενότητα. Ετσι στις 22 Αυγούστου, με πρωτοβουλία σύσσωμης της Δεξιάς και του ακροδεξιού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, διαβάστηκε στη Βουλή διακήρυξη που υιοθετήθηκε στις 22 Αυγούστου του 1973, στην οποία καταγγελλόταν «σοβαρή ρήξη της συνταγματικής και νομικής τάξης από την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας» και ζητούσε από ένοπλες δυνάμεις και τους καραμπινιέρους «να δώσουν άμεσα τέλος σε όλες αυτές τις καταστάσεις».
Πρόκειται για μια διακήρυξη που στάθηκε προοίμιο αλλά και χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογία για το πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 1973 και η ανάγνωσή της στο Κοινοβούλιο στα 50 χρόνια από το πραξικόπημα δείχνει πόσο ο πινοτσετισμός έχει διαβρώσει το συντηρητικό πολιτικό σύστημα.
Η Λαϊκή Ενότητα
Εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, ο Αλιέντε κέρδισε τις εκλογές της 4ης Σεπτεμβρίου του 1970 κατακτώντας ένα 36,3% με τη Λαϊκή Ενότητα (ριζοσπαστικός συνασπισμός πέντε αριστερών δυνάμεων, με πρωταγωνιστές τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές), στον απόηχο μιας υπερ-ιδεολογικοποιημένης εποχής που σημαδεύτηκε από την Κούβα, το Βιετνάμ, τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τον Γαλλικό Μάη, γράφει ο καθηγητής Γεωπολιτικής Σεμπαστιάν Αργανιαράς στην Página12.
Αντίθετα, τη δεκαετία του 1970 συντελείται μια αντεπίθεση της Δεξιάς, που υπό την καθοδήγηση των ΗΠΑ, με το Σχέδιο Κόνδορας, επέβαλε δικτατορικά καθεστώτα στην περιοχή. «Οι ΗΠΑ δεν θα δέχονταν με κανέναν τρόπο άλλο ένα σοσιαλιστικό καθεστώς στη Λατινική Αμερική, και πολύ λιγότερο ένα που έφτασε στην εξουσία με τη λαϊκή ψήφο».
Η κυβέρνηση του Αλιέντε ήταν μια ξεχωριστή εμπειρία, αφού όραμά του ήταν να προχωρήσει με την ειρηνική και συνταγματική οδό προς έναν σοσιαλισμό που περιέγραφε ως «δημοκρατικό, πλουραλιστικό και ελευθεριακό». Εφάρμοσε ένα πρόγραμμα βαθιών μεταρρυθμίσεων, με επιτομή την εθνικοποίηση του χαλκού και την αγροτική μεταρρύθμιση, επένδυσε στη δωρεάν παιδεία και υγεία, προώθησε τον εργατικό έλεγχο, περιόρισε την ασυδοσία, ενίσχυσε την κοινωνική δικαιοσύνη.
Επί τρία χρόνια συνάντησε το συστηματικό μποϊκοτάζ μιας βίαιης Δεξιάς, που επιχείρησε επανειλημμένα να τον καθαιρέσει και που χρηματοδότησε με αμερικανικό χρήμα απεργίες, αποκλεισμούς δρόμων, τρομοκρατικές επιθέσεις κατά βασικών υποδομών. Παρ’ όλα αυτά, στις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου του 1973 η Λαϊκή Ενότητα αύξησε το ποσοστό της στο 43%. Αδυνατώντας να τον νικήσουν δημοκρατικά, κατέφυγαν στο πραξικόπημα, με υποστήριξη από ένα πλατύ δίκτυο επιχειρηματιών, μίντια και της αμερικανικής κυβέρνησης, που τάχθηκαν ανεπιφύλακτα με τον Πινοτσέτ.
Η Χιλή, ωστόσο, δεν ήταν όμηρος «δύο εξτρεμισμών», της Λαϊκής Ενότητας από τη μια και της δικτατορίας από την άλλη, όπως λένε οι (πολλοί) απολογητές της σήμερα, αντιτάσσει ο Χοσέ Μιγκέλ Αουμάδα στο περιοδικό Jacobin. «H πολιτική συναίνεση γύρω από την προστασία μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας ενάντια στα πολιτικά άκρα είναι επίπλαστη. Η πολιτική ανάμνηση της εποχής της Λαϊκής Ενότητας δεν είναι εκείνη της σύγκρουσης δύο άκρων, αλλά μιας δημοκρατίας που ήρθε αντιμέτωπη με τη βία της ολιγαρχίας».
Πάντα ζωντανός
Aυτή η ιστορική πραγματικότητα μοιάζει να μην αφορά ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Το 70% του πληθυσμού δεν είχε γεννηθεί όταν βομβαρδίστηκε το Λα Μονέδα. Η μεταπολίτευση υπήρξε ατελής: η μετάβαση στη δημοκρατία συμφωνήθηκε με τους στρατιωτικούς, ο Πινοτσέτ παρέμεινε αρχηγός του στρατού ώς το 1998 και γερουσιαστής ώς το 2022 και η χώρα κατάντησε μια δημοκρατία υπό κηδεμονία την οποία ακόμη και σήμερα διέπει το χουντικό Σύνταγμα.
Οσο για την τετραετία 2019-2023, θα παραμείνει ένα παράδοξο για τους ιστορικούς του μέλλοντος, ένα είδος πολιτικού διπολισμού, όπως έλεγε ο ακαδημαϊκός και ψυχαναλυτής Χερμάν Σίλβα Κουάδρα σε άρθρο στο El Mostrador. To 2019 γίνεται η κοινωνική έκρηξη κατά του οικονομικού και πολιτικού μοντέλου.
Το 2020 το 80% τάσσεται υπέρ της αλλαγής του χουντικού Συντάγματος. Το 2021 κερδίζει την προεδρία ο 35χρονος Γκαμπριέλ Μπόριτς, ο πιο αριστερός πρόεδρος που γνώρισε η χώρα μετά τη δικτατορία. Αλλά, το 2022 οι πολίτες απορρίπτουν με 62% το προοδευτικό Σύνταγμα που θα αντικαθιστούσε το χουντικό και φέτος, στις εκλογές για το Συντακτικό Συμβούλιο, έδωσαν την πρωτιά στο ακροδεξιό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Χοσέ Αντόνιο Καστ, απολογητή του Πινοτσέτ και της δικτατορίας.
Η ανησυχητική αλλαγή αντίληψης των πολιτών έγινε φανερή τον Μάιο όταν σε έρευνα του Κέντρου Ερευνών CERC και της εταιρείας MORI, το 36% δικαιολόγησε το πραξικόπημα γιατί «απελευθέρωσε τη Χιλή από τον μαρξισμό». Αν το 2013 το 68% των πολιτών πίστευε πως «ένα πραξικόπημα είναι αδικαιολόγητο σε κάθε περίπτωση», δέκα χρόνια αργότερα μόλις το 41% το καταδικάζει ανεπιφύλακτα, ενώ σχεδόν οι μισοί Χιλιανοί πιστεύουν πως η δικτατορία Πινοτσέτ ήταν «εν μέρει κακή και εν μέρει καλή». «Το 2023, επί Μπόριτς, ο πινοτσετισμός μοιάζει να ανθεί εν μέσω της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και με τη μετανάστευση και την ανασφάλεια στο επίκεντρο των ανησυχιών των πολιτών», έλεγε στο BBC η διευθύντρια του CERC-MORI, Μάρτα Λάγος.
Οσο και αν οι πινοτσετιστές και οι πολλοί συνένοχοί τους στο πολιτικό σύστημα προπαγανδίζουν τη βολική λήθη, τόσο πρόσφορη για παραχάραξη της ιστορικής αλήθειας, δεν μπορούν να διαγράψουν την εμβληματική φυσιογνωμία του Σαλβαδόρ Αλιέντε, του δημοκράτη που δεν υπέκυψε και προασπίστηκε ώς το τέλος τις αρχές του, με τίμημα τη ζωή του.
Ούτε μπορούν να διαγράψουν από τη συλλογική μνήμη το τελευταίο διάγγελμα που απηύθυνε ο Αλιέντε στον λαό στις 9 το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου του 1973, από το βομβαρδιζόμενο προεδρικό μέγαρο Λα Μονέδα, λίγο πριν στρέψει το όπλο του στον εαυτό του: «Εχω τη βεβαιότητα ότι η θυσία μου δεν θα είναι μάταιη […] Εχω πίστη στη Χιλή και στη μοίρα της. Θα ξεπεράσουν άλλοι άνθρωποι αυτή την πικρή στιγμή. Ζήστε ξέροντας πως πιο σύντομα παρά αργά θα ανοίξουν ξανά οι μεγάλες λεωφόροι από όπου θα διαβεί ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία».
