ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πέτρος Λιάκουρας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι διερευνητικές επαφές/συνομιλίες είναι προ-διαπραγματευτικός διάλογος. Πρόκειται για εμπιστευτικές συζητήσεις που δεν αποτελούν διαπραγματεύσεις, αλλά μια ad referendum ανταλλαγή απόψεων για την καλύτερη κατανόηση των αντιλήψεων κάθε πλευράς και την αναζήτηση κοινού εδάφους. Στο πλαίσιο της εμπιστευτικής διαδικασίας οι θέσεις και απόψεις διατυπώνονται σε ανεπίσημα έγγραφα (non-papers) που ανταλλάσσονται, χωρίς να συνεπάγονται καμία δέσμευση. Μέσω αυτών όμως αναζητούνται σημεία σύγκλισης προκειμένου να διευκολύνουν την αποστολή των διερευνητικών. Στόχος είναι να δρομολογηθεί η επίσημη διαπραγμάτευση ως προς την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας για το Αιγαίο και προφανώς και για την Αν. Μεσόγειο.

Η έναρξη των διαπραγματεύσεων προϋποθέτει κοινή βούληση που θα αποτυπωθεί σε κοινό ανακοινωθέν και κατά συνέπεια μια συναντίληψη στα προκριματικά από τις δύο πλευρές. Εάν π.χ. η τουρκική πλευρά έθετε ως θέμα προς διαπραγμάτευση τις γκρίζες ζώνες και δεν είχε απορριφθεί μέσα από τον διάλογο που είναι δημιουργικός και επινοητικός σε τέτοια δύσκολα σημεία, τότε αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει η διαδικασία. Αυτό είναι ήδη γνωστό στην τουρκική πλευρά.

Με βάση την προηγούμενη εμπειρία, τα στάδια της διερεύνησης είναι δύο. Το πρώτο αφορά τα προκριματικά, δηλαδή τι θα προηγείται της υιοθέτησης ενός κειμένου κοινού ανακοινωθέντος, όπως είναι η εκατέρωθεν επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης. Το θέμα αυτό, παρότι παρεμπίπτον, είναι προκριματικό. Στο ίδιο πλαίσιο θα συμφωνηθεί η διαδικασία που θα ακολουθηθεί στη διαπραγμάτευση. Ειδικά σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί ο στόχος της συμφωνίας οριοθέτησης, πρέπει να έχει προβλεφθεί η σύναψη συνυποσχετικού για παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο. Το δεύτερο στάδιο, ήτοι η τεχνική διαπραγμάτευση, θα κινείται στα όσα συμφωνηθούν στο κοινό ανακοινωθέν.

Εφόσον ακολουθηθεί αυτή η διαδικασία, πρέπει να λυθούν τα προκριματικά ζητήματα με πρώτο την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης. Επειδή η επέκταση αμφισβητείται από την Τουρκία, συνιστά ελληνοτουρκική διαφορά. Στο πλαίσιο της συναντίληψης μπορεί να επιλυθεί στις διερευνητικές επαφές με λελογισμένη επέκταση και αμοιβαία ενημέρωση. Μια τέτοια κυμαινόμενη επέκταση αιγιαλίτιδας ζώνης είναι αναγκαία για δύο λόγους. Πρώτον, η επιλεκτική επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης είναι αναγκαία διότι επιτρέπεται μόνον πριν από την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ.

Σε δεύτερο χρόνο δεν είναι εφικτή, ειδικά εάν καταπατά την υφαλοκρηπίδα του άλλου κράτους. Δεύτερον, η επιλεκτική επέκταση, με διαφορετικό εύρος σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, θα εξασφαλίσει περιοχή υφαλοκρηπίδας προς οριοθέτηση, αφού η τελευταία θα εκκινεί από το τέλος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Εάν η αιγιαλίτιδα ζώνη επεκτεινόταν στα 12 ν.μ. σε όλο το Αιγαίο θα καθιστούσε την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας ανάμεσα στα δύο κράτη πρακτικά αδύνατη και τη διαπραγμάτευση άνευ αντικειμένου. Η επέκταση θα γίνει λελογισμένα με κυμαινόμενο το εύρος, αναλόγως των σκοπών που εξυπηρετούν οι συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές.

Από τις διαφορές, αναγκαία προς διευθέτηση είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Η διαπραγμάτευση με καλή πίστη είναι υποχρεωτική για τα δύο κράτη προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία, όπως προβλέπεται στη Σύμβαση Δικαίου Θάλασσας. Διαφορετικά δεν κατοχυρώνονται τα κυριαρχικά δικαιώματα των παράκτιων κρατών. Η διερεύνηση είναι ο προθάλαμος, η διαπραγμάτευση είναι η κύρια διαδικασία για τη συμφωνία.

Οι δύο διαδικασίες είναι διακριτές. Η διερεύνηση δεν δεσμεύει, ενώ στη διαπραγμάτευση τα πρακτικά των συναντήσεων έχουν την αξία των προπαρασκευαστικών εργασιών για την ερμηνεία της μετέπειτα συμφωνίας. Η δικαστική παραπομπή είναι η νομική διέξοδος για να επιτευχθεί η οριοθέτηση εάν τα δύο κράτη δεν επιτύχουν συμφωνία. Ολα αυτά τα βήματα και ο χρόνος που απαιτείται για κάθε ένα, είναι θέματα που θα προσδιοριστούν στη διερεύνηση, ειδικά εάν τα δύο κράτη όντως επιθυμούν την οριοθέτηση.

*Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές» στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς