Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το διεθνές πολιτικό πλαίσιο αυτού του 61ου κύκλου διερευνητικών συνομιλιών Ελλάδας-Τουρκίας είναι μεταβατικό και ρευστό.
Οι πάντες είναι σε αναμονή εξελίξεων. Στις ΗΠΑ ο νέος πρόεδρος καλείται να αντιμετωπίσει την πανδημία και την οικονομική κρίση που αυτή επιφέρει, αλλά κυρίως να άρει τις βαθιές διαχωριστικές γραμμές που διχάζουν την αμερικανική κοινωνία. Παρά την επιστροφή των ΗΠΑ στο πλαίσιο συνεργασίας των διεθνών θεσμών, τα περιθώρια της προεδρίας Μπάιντεν για σημαντικές πρωτοβουλίες επίλυσης διεθνών θεμάτων είναι πολύ περιορισμένα, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της θητείας του. Στη Γερμανία έχουμε αλλαγή ηγεσίας στο πολιτικά κυρίαρχο Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα και όλοι αναμένουν να διαπιστώσουν αν αυτό θα σημάνει μια πιο παρεμβατική πολιτική του Βερολίνου στα διεθνή ζητήματα.
Η Ε.Ε. έχει δεχθεί σοβαρότατο πλήγμα με την αποχώρηση της Βρετανίας, χάνοντας μια από τις πιο μεγάλες οικονομίες της και τον πιο ισχυρό στρατό στην Ενωση. Η ανισορροπία που προξενείται δεν μπορεί να αναπληρωθεί από μια Γαλλία σε οικονομική και πολιτική παρακμή που προσπαθεί να ξαναβρεί το ηγεμονικό μεγαλείο της μεταξύ Λιβύης και Λιβάνου. Τέλος, η Κίνα, αν και βγαίνει από την κρίση της πανδημίας συντομότερα από τους ανταγωνιστές της, αναπτύσσει ραγδαία τεχνολογία αιχμής και έχει μεγαλεπήβολα διεθνή οικονομικά σχέδια (Belt and Road Initiative BRI), δεν επιθυμεί (προς το παρόν;) να εμπλακεί πολιτικά και στρατιωτικά σε περιοχές πέρα από την εγγύς περιφέρειά της.
Σε αυτό το πλαίσιο η ερντογανική Τουρκία προσέρχεται στις διερευνητικές συνομιλίες πιεζόμενη από την ανάγκη να αποκαταστήσει την προβληματική σχέση της με τη Δύση. Η στενή σχέση μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν είχε οικοδομηθεί στην «εμπορική» αντίληψη (βραχυπρόθεσμο πάρε-δώσε) περί διεθνών σχέσεων του Αμερικανού προέδρου και την κοινή πίστη τους στο πρότυπο της προσωποκεντρικής εξουσίας. Σήμερα το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών (State Department) θα αναλάβει και πάλι πολλές από τις αρμοδιότητες που του είχαν αφαιρεθεί από τον Τραμπ και τους στενούς συνεργάτες του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μειωθεί η σημασία της Τουρκίας για την αμερικανική στρατηγική, αλλά θα χρειαστούν άλλες τακτικές προσέγγισης με τη νέα διακυβέρνηση. Η Τουρκία βρίσκεται σε μια πολύ δύσκολη και μακρά, από ό,τι φαίνεται, οικονομική κρίση και είναι πιθανό να χρειαστεί τη στήριξη των ελεγχόμενων από τη Δύση οικονομικών θεσμών (ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα) και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για να την ξεπεράσει. Τέλος, η Αγκυρα αισθάνεται «εκτός παιχνιδιού» στην Ανατολική Μεσόγειο και η παρουσία της στη Λιβύη δεν άλλαξε αυτή την αίσθηση. Αλλά έχει και μερικά κέρδη. Πρώτον, αποσόβησε τον κίνδυνο των κυρώσεων χωρίς ουσιαστικές παραχωρήσεις. Δεύτερον, έθεσε υπό αμφισβήτηση όλο το ελληνικό αφήγημα περί συνορευουσών Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών της Ελλάδας και της Κύπρου, επιβάλλοντας, τουλάχιστον προς το παρόν, την αμοιβαία αναστολή οποιασδήποτε δραστηριότητας σχετικής με την έρευνα και την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στην περιοχή ανατολικά της Ρόδου.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση λόγω της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης. Την ίδια στιγμή οι συμμαχίες με Ισραήλ και Αίγυπτο όχι μόνο δεν βοήθησαν στην αποτροπή της τουρκικής επιθετικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά στην περίπτωση της δεύτερης μας ανάγκασαν σε μια μάλλον επιζήμια συμφωνία χάραξης της ΑΟΖ που είναι δυνατόν να δώσει σειρά επιχειρημάτων στην τουρκική πλευρά. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η επίτευξη συμμαχιών για σκληρή στάση έναντι της τουρκικής συμπεριφοράς αποδείχθηκε αδύνατη.
Οι λόγοι πρέπει να αναζητηθούν, πρώτον, στα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας και άλλων χωρών στην Τουρκία, δεύτερον, στον φόβο μιας νέας προσφυγικής κρίσης σε περίπτωση ρήξης με την Αγκυρα και, τρίτον, στην αδυναμία της Αθήνας να ενταχθεί σε άλλες συμμαχίες, για παράδειγμα των χωρών του Νότου που συγκροτούνταν εκείνη την εποχή στην Ε.Ε. Δεν κατάφερε επίσης να συνδέσει τα οξύτατα προβλήματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία με την αντίστοιχη πολιτική της Ε.Ε. για το καθεστώς της Λευκορωσίας.
Σε αυτό το διεθνές και διμερές πλαίσιο οι προσδοκίες από τις διερευνητικές συνομιλίες παραμένουν χαμηλές. Η φάση μετάβασης που διανύουμε κάνει όλους τους παίκτες πολύ επιφυλακτικούς ώσπου να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Αν δει κανείς την ατζέντα που παρουσιάζεται από κάθε πλευρά, έχει την εντύπωση ότι θα συμμετάσχουν σε διαφορετικές συνομιλίες. Το βασικό ζητούμενο είναι λοιπόν να συμφωνηθούν τα θέματα προς επίλυση και ίσως χρειαστεί αρκετός ακόμη χρόνος για κάτι τέτοιο. Μέχρι τότε οι διερευνητικές συνομιλίες θα αποτελούν έναν πολύ χρήσιμο, μη δεσμευτικό δίαυλο επικοινωνίας που θα διαλύει παρανοήσεις για τις προθέσεις των δύο πλευρών και θα αυξάνει την αμοιβαία εμπιστοσύνη γεφυρώνοντας το χάσμα πληροφόρησης.
*Αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr
