Την ώρα που όλος ο πλανήτης κρατάει την ανάσα του για την έγκριση των εμβολίων κατά του Covid-19, Ρωσία και Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται ένα βήμα πιο μπροστά, έχοντας εγκρίνει με φαστ τρακ διαδικασίες τα εμβόλια και ξεκινώντας τους εμβολιασμούς. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν ζήτησε να ξεκινήσουν μαζικοί εμβολιασμοί με το ρώσικο εμβόλιο την περασμένη Τετάρτη και η Βρετανία ενέκρινε το εμβόλιο των Pfizer-BioNTech μία ημέρα μετά, αρχίζοντας την προσεχή Δευτέρα να εμβολιάζει τον πληθυσμό και έχοντας ήδη αγοράσει 40 εκατ. δόσεις. Η Ελλάδα «θαλασσοδέρνεται» στο δεύτερο κύμα, με μοναδικό σωσίβιο την καραντίνα, μετρώντας βαριές απώλειες και αμέλειες, και περιμένει…

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις κυβερνητικές εξαγγελίες, στα 1.018 κέντρα θα υπάρχει η δυνατότητα να εμβολιαστούν μέχρι και 2.117.400 άτομα τον μήνα σε δύο βάρδιες (πρωί και απόγευμα) καθημερινά (πλην Κυριακής). Η κυβέρνηση καλλιεργεί την προσδοκία ότι ο εμβολιασμός θα λύσει το πρόβλημα σχεδόν ως διά μαγείας. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι…
«Το βασικό είναι να καταλάβουμε ότι δεν έρχεται το εμβόλιο και λύνεται το πρόβλημα, άρα εφησυχάζουμε», εξηγεί στην «Εφ.Συν.» ο Ηλίας Μόσιαλος, καθηγητής Πολιτικής της Υγείας στο London School of Economics. Θα περάσουν 1,5-2 μήνες για να αρχίσουμε να βλέπουμε τα αποτελέσματα των εμβολιασμών, ενώ για την ανοσία της κοινότητας απαιτούνται μήνες –μέχρι το καλοκαίρι– αφού θα πρέπει να έχουμε εμβολιαστεί πολλοί. «Ακόμα και όσοι εμβολιαστούν τον Ιανουάριο θα χρειαστεί να προσέχουν μέχρι τον Μάρτιο. Μετά την πρώτη δόση θα περιμένουν 28 μέρες για να κάνουν τη δεύτερη δόση και στη συνέχεια 2-4 εβδομάδες για να βγουν τα αντισώματα. Στη συνέχεια θα χρειαστεί να κάνουν ένα τεστ για να διαπιστώσουν ότι έχουν αντισώματα» ξεκαθαρίζει ο καθηγητής.
Οταν το 25% του πληθυσμού -οι άνθρωποι που είναι πιο επισφαλείς για εισαγωγή στη ΜΕΘ- έχει εμβολιαστεί και το εμβόλιο τους καλύπτει, δηλαδή έχουν δημιουργήσει αντισώματα, τότε θα αρχίσει να αποσυμπιέζεται το σύστημα υγείας. Σε αυτούς προστίθεται και ένα 7-8% που έχουν περάσει τη νόσο και έχουν αντισώματα, επομένως η ανοσία ανεβαίνει στο 32% του πληθυσμού. «Δηλαδή 1 στους 3 περίπου θα έχει ανοσία. Δεν είναι λίγη. Θα αρχίσει τότε η αποκλιμάκωση. Σε αυτούς θα προστεθούν ακόμα 2 εκατομμύρια πολίτες και θα αρχίσει να χτίζεται το τείχος της ανοσίας της κοινότητας. Μέχρι τότε όμως χρειάζεται προσοχή» επισημαίνει ο Η. Μόσιαλος.
Πότε έρχονται;
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA) θα αποφασίσει μέχρι τις 29 Δεκεμβρίου για το εμβόλιο της Pfizer-BioNTech και μέχρι τις 12 Ιανουαρίου γι’ αυτό της Moderna. «Καθυστερούν λίγο τα χρονοδιαγράμματα, θα περάσουν μερικές μέρες για να εγκριθούν και να δοθεί το πράσινο φως για να φύγουν τα αεροπλάνα με τα εμβόλια στα κράτη-μέλη. Οι παρτίδες είναι πάντως έτοιμες», μας πληροφορεί ο καθηγητής.

Πόσα θα έρθουν;
«Στην Ελλάδα θα πάρουμε επαρκείς ποσότητες, 2,4 εκατομμύρια της Pfizer και περίπου 1 εκατομμύριο της Moderna. Είμαστε τυχεροί που ξεκινάμε με τα αμερικάνικα, που ξέρουμε ότι είναι αρκετά αποτελεσματικά», θεωρεί ο Η. Μόσιαλος. Λίγο αργότερα αναμένεται αυτό της AstraZeneca και υπάρχει το μέγα ερώτημα τι θα κάνουμε με το ρωσικό εμβόλιο, καθώς παραμένει άγνωστο αν θα καταθέσουν οι Ρώσοι φάκελο στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων. «Και το ρώσικο εμβόλιο έχει φανεί ότι δίνει αντισώματα. Η τεχνολογία του είναι ίδια με εκείνου της AstraZeneca. Για το τελευταίο θα χρειαστεί να περιμένουμε 6-7 εβδομάδες ώστε να διαπιστώσουμε αν η αποτελεσματικότητά του θα είναι 90%» αναφέρει ο Η. Μόσιαλος. Πάντως οι διαφορές μεταξύ των τριών εμβολίων Pfizer, Moderna, Astra Zeneca όσον αφορά την αποτελεσματικότητα δεν είναι μεγάλες: 94%, 95% και 90% αντίστοιχα.
Ποιοι θα προηγηθούν;
«Δεν έχει διαμορφωθεί ακόμα το τελικό εμβολιαστικό πρόγραμμα κατά του Covid» μας λέει η Μαρία Θεοδωρίδου, ομότιμη καθηγήτρια Παιδιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών. Αυτό που επείγει είναι η ανακοίνωση των ομάδων που θα έχουν προτεραιότητα καθώς και η αιτιολόγηση της επιλογής αυτής, κάτι που έχει ήδη ανακοινωθεί σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.
Γιατί στην Ελλάδα ένα μήνα πριν από την έναρξη των εμβολιασμών καθυστερούμε και ποιο μοντέλο άραγε θα ακολουθήσουμε – γαλλικό, βρετανικό; «Συμβουλευόμαστε τα προγράμματα που έχουν διαμορφωθεί στις ΗΠΑ, τη Βρετανία και σε άλλες χώρες, ωστόσο το πρόγραμμά μας θα είναι διαφορετικό, με κάποιες ομοιότητες και κάποιες διαφορές», απαντά η Μ. Θεοδωρίδου. Ο Ηλίας Μόσιαλος ξεκαθαρίζει ποιοι πρέπει να προηγηθούν: «Οσοι διαμένουν και εργάζονται σε κλειστές δομές, δηλαδή οίκους ευγηρίας, φυλακές κοκ -δεν θα ήθελα να ξεφύγει ο ιός σε αυτούς τους χώρους– όσοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, δηλαδή οι υγειονομικοί, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές και οι οδηγοί λεωφορείων και οι ευπαθείς ομάδες, δηλαδή τα άτομα με χρόνια νοσήματα. Στη συνέχεια οι υπόλοιποι με ηλικιακή σειρά: οι άνω των 80, οι άνω των 70, οι άνω των 65, οι άνω των 60, οι άνω των 50 κοκ».

Θα πάει ο κόσμος να εμβολιαστεί;
Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση της ProRata, το 63% δηλώνει πως θα έκανε το εμβόλιο (αν ήταν αύριο διαθέσιμο και δωρεάν για όλους), ενώ ένα 17% είναι εντελώς αρνητικό. Τρεις στάσεις απέναντι στον εμβολιασμό βλέπει ο Ηλίας Μόσιαλος. Η πλειοψηφία (50-55%) τάσσεται υπέρ του εμβολιασμού. Σύμφωνα με τις διεθνείς μελέτες, αυτές/οι είναι πάνω από 55 χρόνων, άρα ανάμεσά τους βρίσκονται και οι ευάλωτες ομάδες και όσοι έχουν αυξημένες πιθανότητες βαριάς νόσησης. Η δεύτερη ομάδα (περίπου το 20-25% του πληθυσμού) είναι μεν υπέρ των εμβολίων, αλλά θα περιμένουν να δουν πώς πήγαν οι πρώτοι που θα εμβολιαστούν. Η τρίτη ομάδα (20-30%) είναι οι αρνητές των εμβολίων για διάφορους λόγους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι θα παραμείνουν αρνητές όλοι μέχρι το τέλος.
Οι αρνητές είναι πλειοψηφικά νέοι άνθρωποι που πιστεύουν ότι «εμένα δεν θα μου τύχει τίποτα, έτσι κι αλλιώς νέος είμαι», εξηγεί ο Ηλίας Μόσιαλος, προσθέτοντας πως κάνουν λάθος: «Δεν έχει περάσει στον κόσμο ότι μπορεί να είσαι νέος και υγιής, να κολλήσεις κορονοϊό, να μην έχεις συμπτώματα και να έχεις προβλήματα για μήνες μετά. Εάν δεν εμβολιαστούμε και περιμένουμε να φύγει ο ιός μόνος του, θα περιμένουμε μέχρι το 2023-2024 πιθανώς. Τότε θα έχουν κολλήσει οι περισσότεροι και θα κατακτηθεί με αυτόν τον τρόπο η ανοσία. Μέχρι τότε όμως θα έχουν πεθάνει δεκάδες εκατομμύρια από τον ιό και άλλοι τόσοι δεκάδες εκατομμύρια από τη φτώχεια».
Τι σημαίνουν τα ποσοστά της αποτελεσματικότητας των εμβολίων και για πόσο καιρό μας προστατεύουν;
«Αν έχω ένα χαμηλής αποτελεσματικότητας εμβόλιο πρέπει να εμβολιαστεί όλος ο πληθυσμός. Οσο καλύτερο –πιο αποτελεσματικό- είναι ένα εμβόλιο τόσο μειώνονται τα ποσοστά που πρέπει να εμβολιάσω για να καλύψω την ασφάλεια της κοινότητας. Για παράδειγμα, ένα εμβόλιο που έχει 100% αποτελεσματικότητα αρκεί να δοθεί στους ευπαθείς, αλλά ένα εμβόλιο που έχει 50% αποτελεσματικότητα πρέπει να το δώσω σε περισσότερους, π.χ. 90-100%. Δεδομένου ότι τα εμβόλια που έχουμε για τον κορονοϊό έχουν υψηλή αποτελεσματικότητα, η προστασία θα έρθει νωρίτερα αφού θα αρκεί να εμβολιαστούν τα άτομα που κινδυνεύουν» εξηγεί ο καθηγητής Κλινικής Φαρμακολογίας του ΑΠΘ Δ. Κούβελας.
Ο πραγματικός χρόνος προστασίας παραμένει ακόμα άγνωστος, όμως είναι δεδομένο ότι τα εμβόλια προστατεύουν για τουλάχιστον 3 μήνες, όσο τρέχουν τα πειράματα. Αν θα μας καλύπτει ισόβια ή αν θα χρειάζεται να το επαναλαμβάνουμε κάθε πενταετία, όπως το εμβόλιο του πνευμονιόκοκκου ή κάθε χρόνο όπως της γρίπης, θα φανεί στην πορεία.
Ανοσοκατασταλμένοι
Οι επιστημονικές εταιρείες διεθνώς περιμένουν ακόμα από τις παρασκευάστριες φαρμακευτικές τα δεδομένα του εμβολίου, προκειμένου να καταρτίσουν κατευθυντήριες οδηγίες για τον εμβολιασμό των χρονίως πασχόντων. Οδηγίες κρίσιμες που θα επιτρέψουν ή θα αποκλείσουν από τον εμβολιασμό εκείνους που τον έχουν περισσότερο από όλους μας ανάγκη. Πρώτοι στη λίστα αυτή είναι οι ανοσοκατασταλμένοι.
«Στους ανοσοκατασταλμένους ο εμβολιασμός έχει αντένδειξη γιατί δεν θα ανταποκριθούν. Είναι σαν τα μωρά που δεν εμβολιάζονται επειδή είναι ανώριμο το ανοσοποιητικό τους σύστημα. Αρα κάνουμε τα εμβόλια όταν το ανοσοποιητικό είναι αρκετά ώριμο για να ανταποκριθεί και γι’ αυτό τα εμβόλια σε αυτές τις ηλικίες γίνονται σε δόσεις. Ορισμένοι δε ανοσοκατασταλμένοι λαμβάνουν ήδη αντισώματα ως μέρος της θεραπείας τους. Επομένως πρέπει να υπάρξει στοχευμένη μελέτη προκειμένου να διαπιστωθεί η συνύπαρξη δυο αντισωμάτων στον οργανισμό τους», εξηγεί ο καθηγητής Κλινικής Φαρμακολογίας του ΑΠΘ Δημήτρης Κούβελας.
Ρευματοπαθείς
«Δεν έχουμε ακόμα τις κατευθυντήριες οδηγίες από τις εταιρίες των εμβολίων. Εχουν αργήσει» αναφέρει στην «Εφ.Συν.» η Αθανασία Παππά, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αντιρευματικού Αγώνα ΕΛΕΑΝΑ. Οι ρευματοπαθείς είναι μία από τις ομάδες ασθενών που για να εμβολιαστούν, εάν δοθεί ένδειξη, χρειάζεται να προσαρμόσουν τις θεραπείες τους ακόμα και ένα μήνα πριν από το τσίμπημα για να είναι αποτελεσματικό το εμβόλιο! Επομένως, αν οι εμβολιασμοί ξεκινήσουν 10 Ιανουαρίου και χρειάζονται ένα μήνα προετοιμασίας, θα πρέπει να βγουν οι οδηγίες άμεσα. «Χρειάζεται να μη λάβουμε κορτιζόνη ή να απέχουμε από βιολογικούς παράγοντες. Η προετοιμασία εξαρτάται από τις οδηγίες του εμβολίου.
Για το εμβόλιο του έρπητα ζωστήρα κάνουμε ένα μήνα προετοιμασία. Τα εμπιστευόμαστε τα εμβόλια, θέλουμε να εμβολιαστούμε, αλλά μόνο εφόσον εκπαιδευτούμε και ενημερωθούμε», μας λέει η Αθ. Παππά. Ανάλογες οδηγίες αναμένεται να εκδώσουν όλες οι επιστημονικές εταιρείες, για τους ογκολογικούς ασθενείς, για τους καρδιοπαθείς, για τους διαβητικούς κτλ
Οι ασθενείς με χρόνια νοσήματα αγωνιούν και θέλουν να ενημερωθούν. Ωστόσο προγράμματα ενημέρωσης δεν βλέπουν! Το Τμήμα Δημόσιας και Κοινοτικής Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής έχει αναλάβει πρωτοβουλιακά δράση, μας ενημερώνει η κ. Παππά, και έχει έρθει σ’ επαφή με τους συλλόγους ασθενών προκειμένου να προχωρήσουν σε από κοινού διαμόρφωση προγραμμάτων εμβολιασμού.
Αναρωτιέται, πάντως, πώς θα γίνει οργανωμένα ο εμβολιασμός από την πλευρά της Πολιτείας δεδομένου ότι δεν έχει επιδείξει τα απαραίτητα αντανακλαστικά και οργανωτικές δεξιότητες: «Γνωρίζουμε ότι στη χώρα μας δεν υπάρχει ηλεκτρονικός φάκελος υγείας, άρα δεν έχουν πρόσβαση στα δεδομένα οι επισκέπτες υγείας που θα εμβολιάσουν τον κόσμο. Κι όταν μιλάμε για ευπαθείς ομάδες, μιλάμε για ειδικές ομάδες που χρειάζονται ειδική διαχείριση και ειδικά προγράμματα. Δεν θα έπρεπε όλα αυτά να έχουν γίνει πριν έρθει το εμβόλιο;»
