Η πόλη είναι η πιο αρχαία και πετυχημένη προσπάθεια του ανθρώπου να διαμορφώσει τον χώρο που ζει σύμφωνα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Φτιάχνοντας την πόλη ο άνθρωπος αναδιαμόρφωσε τον εαυτό του χωρίς να έχει πάντα σαφή αίσθηση του έργου του. Το ερώτημα «Τι είδους πόλη θέλουμε;» δεν μπορεί να διαχωριστεί επομένως από το συνοδευτικό: τι είδους άνθρωποι θέλουμε να είμαστε, τι είδους κοινωνικές σχέσεις επιδιώκουμε, τι σχέσεις με τη φύση, τις τεχνολογίες, τις αισθητικές αξίες. Συνειδητοποίησα τη σημασία των ερωτημάτων αυτών ως δημοτικός σύμβουλος στο μεγάλο λιμάνι του Πειραιά.
Η κοινωνία και η οικονομία του Πειραιά διαμορφώνονται από συμμαχίες μεγαλοεπιχειρηματιών, εργολάβων, ραντιέρηδων και του δήμου που εξυπηρετεί ιδιωτικά συμφέροντα. Η δημοτική πλειοψηφία προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία. Αλλά αντίθετα από την Αθήνα του Δούκα, ο Πειραιάς ανέχεται τους περιορισμούς της αυτοδιοίκησης από την κυβέρνηση και την εξάρτηση από συμφέροντα αρκούμενος σε ρητορικές διαμαρτυρίες. Ετσι οδηγηθήκαμε σε έναν κατακερματισμένο αστικό χώρο, όπου η γη χωρίζεται σε ορατούς θύλακες καπιταλιστικής συσσώρευσης και αόρατες ζώνες καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Η τεράστια διαφορά κέντρου και διαμερισμάτων δείχνει ότι οι ανισότητες είναι ενσωματωμένες στον ιστό της πόλης. Οι συνεχείς δομικές και συμβολικές παρεμβάσεις υπέρ των μεγάλων συμφερόντων κάνουν τους πολίτες να θεωρούν τη μειωμένη ποιότητα ζωής φυσιολογική. Υπάρχει έλλειψη αναπτυξιακού προγραμματισμού, ενεργειακή φτώχεια, ανεπάρκεια φτηνής στέγης και λειτουργικών μεταφορών, συγκοινωνιακό κομφούζιο, έλλειψη πράσινου και κοινών χώρων άσκησης και ξεκούρασης, τουριστικοποίηση του δημόσιου χώρου.
Μια δυναμική απάντηση των πολιτών οργανώνεται γύρω από το «δικαίωμα στην πόλη». Η ιδέα εμφανίστηκε στα ’60 από τον κοινωνιολόγο Ανρί Λεφέβρ. Αποτελεί πλαίσιο για την άρθρωση εναλλακτικών οραμάτων για την πόλη που προωθούν την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ο Παγκόσμιος Χάρτης για το Δικαίωμα στην Πόλη υιοθετήθηκε το 2005. Χρησιμοποιείται στα διεθνή φόρουμ για την αστική ανάπτυξη, όπως ο άξονας της Νέας Αστικής Ατζέντας που εγκρίθηκε στη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για τη στέγαση και τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη (Habitat III) το 2016. Ας δούμε αυτή την πρωτότυπη αλλά και τελείως προφανή ιδέα.
Η πόλη αποτελεί κοινό αγαθό απαραίτητο για μια πλήρη και αξιοπρεπή ζωή. Ολες οι σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές λειτουργίες γίνονται στην πόλη και τη γειτονιά. Από εδώ ξεκινάει το δικαίωμα στην πόλη. Δεν είναι νομικό δικαίωμα αλλά χρησιμοποιεί το συμβολικό του κεφάλαιο. Συγκροτείται και επεκτείνει τα υπάρχοντα δικαιώματα, πρακτικές και προνόμια δημιουργώντας ένα ελάχιστο σύνολο εγγυήσεων για την αστική ζωή. Είναι το δικαίωμα όλων των κατοίκων, σημερινών και μελλοντικών, μόνιμων και προσωρινών, Ελλήνων και αλλοδαπών να κατοικούν, να παράγουν, να διοικούν την πόλη τους, να οργανώνουν κοινούς χώρους δράσης και να απολαμβάνουν ασφαλείς και βιώσιμες υπηρεσίες χωρίς αποκλεισμούς. Το συλλογικό δικαίωμα επιτρέπει τον ελεύθερο αυτοπροσδιορισμό των κατοίκων στο πλαίσιο των αρχών της βιωσιμότητας, της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ο Λεφέβρ υποστήριζε ότι «το δικαίωμα στην πόλη είναι μια κραυγή και μια απαίτηση, ένα μετασχηματισμένο και ανανεωμένο δικαίωμα στην αστική ζωή». Από αφηρημένο νομικό προνόμιο των πολιτών γίνεται ανοιχτό και δυναμικό δικαίωμα των κατοίκων που συνεισφέρουν στην κοινωνική αναπαραγωγή και αγωνίζονται για την ατομική και συλλογική αυτονομία. Είναι πολύ ευρύτερο από το δικαίωμα ατομικής πρόσβασης στους πόρους της πόλης: είναι το δικαίωμα να αλλάξουμε τους εαυτούς μας αλλάζοντας την πόλη σύμφωνα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας. Σημαίνει ότι όλοι οι κάτοικοι έχουν ρόλο στη λήψη αποφάσεων, έχουν πρόσβαση στον αστικό χώρο, δικαιούνται να τον καταλαμβάνουν και χρησιμοποιούν. Σημαίνει ότι όσοι ζουν εδώ έχουν όλα τα δικαιώματα αυτών που γεννήθηκαν εδώ. Αποτελεί συλλογικό και όχι ατομικό δικαίωμα, αφού η αλλαγή της πόλης εξαρτάται αναπόφευκτα από την άσκηση της συλλογικής εξουσίας στις διαδικασίες αστικοποίησης. Είναι η ελευθερία να παράγουμε και να αναπαράγουμε τους εαυτούς μας και τις πόλεις μας.
Ας αναφέρω τρεις τρόπους με τους οποίους οι κάτοικοι ασκούν πρακτικά αυτό το δικαίωμα. Ο πρώτος αφορά τις καθημερινές πρακτικές. Ο αστικός χώρος δεν υπάρχει και δεν έχει νόημα χωρίς τις καθημερινές χρήσεις των κατοίκων. Οταν τα παιδιά παίζουν στην πλατεία, ένα ζευγάρι περπατά χέρι με χέρι κατά μήκος της παραλίας ή κάθεται σε ένα παγκάκι, όταν μια ομάδα κάνει πορεία διαμαρτυρίας για κοντινά ή και μακρινά αιτήματα (περισσότερο πράσινο στην πόλη, να σταματήσει η σφαγή στη Γάζα) φτιάχνεται η πόλη ως χώρος ανθρώπινος. Οι χρήσεις που δίνουν χαρά, ικανοποίηση και συλλογικότητα παράγουν τη δική μας ατμόσφαιρα, γειτονιά και πόλη. Η πόλη είμαστε εμείς που τη φτιάχνουμε.
Δεύτερη είναι η «οικειοποίηση» του χώρου: δράσεις που αλλάζουν τη χρήση και το κυρίαρχο νόημα ενός τόπου. Οι οργανωμένες πρακτικές των κατοίκων επηρεάζουν την καθημερινότητα και δείχνουν τι θα μπορούσε να είναι η πόλη. Εδώ μπαίνει ο τυπικός αλλά και ένας άτυπος πολεοδομικός ανασχεδιασμός: δημιουργία ποδηλατοδρόμων, διαδρόμων δίπλα στη θάλασσα, δενδροφυτεύσεις, γλέντια σε πλατείες, αγορές χωρίς μεσάζοντες, καταλήψεις εγκαταλειμμένων κτιρίων, παιχνίδια και αγώνες στον δρόμο. Οι πρωτοβουλίες των κατοίκων μέσα και έξω από τα θεσμικά όρια δίνουν νέες και πολύτιμες χρήσεις στο αστικό περιβάλλον. Υποστηρίζονται από τις συμμετοχικές διαδικασίες των κατοίκων. Η πιο δοκιμασμένη είναι οι τοπικές λαϊκές συνελεύσεις, για τις οποίες θα γράψω στα επόμενα. Αποτελούν είτε θεσμικά δημιουργήματα ή αυτο-οργανωμένες πρωτοβουλίες. Συζητούν και αποφασίζουν για ζωτικά θέματα της περιοχής: από τον προϋπολογισμό και τον απολογισμό μέχρι διαβουλεύσεις για δημόσια έργα, το πράσινο, το κυκλοφοριακό και τα κοινά ή το αναπτυξιακό πρόγραμμα της περιοχής. Δίπλα στις θεσμικά οργανωμένες έχουμε τις άτυπες: οργανώνονται από ομάδες κατοίκων και αποτελούν παρεμβάσεις σε τοπικά θέματα για τα οποία οι αρχές αποφασίζουν χωρίς ή ενάντια στις απόψεις των κατοίκων. Ετσι αλλάζουν οι παραδοσιακοί τρόποι αναπαραγωγής και διοίκησης του αστικού ιστού. Οι πολίτες αποφασίζουν για τον τόπο τους.
Η συμμετοχή απαιτεί φυσική παρουσία και χρόνο: οι κάτοικοι πρέπει να συνευρεθούν, να ακούσουν, να μιλήσουν, να αποφασίσουν. Η κοινή παρουσία σωμάτων στον χώρο και η ζωντανή ανταλλαγή απόψεων αποτελούν την πεμπτουσία της δημοκρατίας. Εχει υποχωρήσει η άμεση δημοκρατία στις λειτουργίες του κράτους και η αυτοδιοίκηση δίνει την ευκαιρία επιστροφής. Ετσι, εκτός από τις παραδοσιακές συνεδριάσεις του δήμου ή της κοινότητας, οργανώνονται τυπικά ή άτυπα συμμετοχικά όργανα, συλλογικά εργαστήρια, πολιτιστικές διαδρομές και φυσικές ή υβριδικές εκδηλώσεις σε συνεργασία με κοινωνικά δίκτυα και πλατφόρμες. Δημιουργούμε νέα κοινά και χώρους για την άσκηση του δικαιώματος στην πόλη.
Ολα αυτά γίνονται ήδη σε κάποιο βαθμό. Αλλά αν δεν υποστηρίζονται από τις εκλεγμένες αρχές τα διεκδικούν οι κάτοικοι. Η δημιουργία των δημοτικών ραδιοφωνικών σταθμών στην Αθήνα και τον Πειραιά παρά τη νομική τους απαγόρευση αποτέλεσε ύψιστη εκδήλωση του δικαιώματος στην πόλη. Μια νέα αντίληψη της ιδιότητας του κατοίκου/δημότη δημιουργείται έτσι που βασίζεται στις αξίες των ίσων ευκαιριών, της δημοκρατίας και της προσωπικής αυτονομίας. Οι πολίτες δεν είναι πια μόνο κάτοικοι που καταναλώνουν. Γίνονται ενεργοί και διαμορφώνουν τη γειτονιά, την πόλη και τον εαυτό τους. Ετσι χτίζονται η ατομική ευθύνη και η κοινωνική αλληλεγγύη. Ετσι διευρύνονται οι κοινοί χώροι, κοινές ιδέες και δράσεις. Ετσι η αυτοδιοίκηση δικαιολογεί το όνομά της: διοίκηση των αυτόνομων πολιτών.
*Καθηγητής, Πανεπιστημίου Λονδίνου
