Ας ξεκουραστούμε σήμερα από τα θλιβερά και τραγελαφικά των τελευταίων ημερών. Η αντιδικία για την αντικατάσταση του ονόματος του ΣΥΡΙΖΑ από κάποιο άλλο –το κακόηχο ΣΥΣΥΑ ή κάτι ανάλογο– μας δίνει την ευκαιρία να αφήσουμε τα πολιτικά επιχειρήματα και να κοιτάξουμε τη λειτουργία της γλώσσας και του ονόματος που δίνουμε σε άτομα και συλλογικότητες.
Σύμφωνα με τη δομική γλωσσολογία, η γλώσσα δημιουργεί αυθαίρετες συνδέσεις ανάμεσα στη λέξη «τραπέζι» (το σημαίνον) και την έννοια του τραπεζιού (το σημαινόμενο) και ανάμεσα στις λέξεις/ονόματα και τα πράγματα στα οποία αναφέρονται (το τραπέζι πάνω στο οποίο γράφω αυτή τη στιγμή). Η γλώσσα και οι λέξεις, τα σημαίνοντα, είναι δημιουργικές. Καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας και τους άλλους μέσω του ονόματος που μας έχει δοθεί, Φαίδρα ή Κώστας, ή το «εσύ» που η μητέρα απευθύνει στο βρέφος. Το όνομα «Κώστας» μού δίνει ταυτότητα και συνέχεια στον χρόνο και κάνει τους άλλους να με αναγνωρίζουν. Αλλά αυτή η λέξη, οι δύο ασήμαντες συλλαβές «Κώ» – «στας», δεν σημαίνει τίποτε. Δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη συνείδηση, τις αισθήσεις ή τη σωματική μου ενότητα και ακεραιότητα. Και όμως, όλα αυτά οργανώνονται γύρω από το όνομα.
Το όνομα έρχεται απ’ έξω, μου επιβλήθηκε από άλλους αλλά είναι και το πιο δικό μου πράγμα. Μου δίνει την αυτοσυνειδησία και ανακοινώνει την ύπαρξή μου στους άλλους. Αλλά ο ψυχρός κόσμος των λέξεων και των σημείων δεν έχει σχέση με την εμπειρία που μου δίνουν οι αισθήσεις και το σώμα. Η σχέση μου με το όνομα είναι αυθαίρετη λοιπόν αλλά και η πιο σημαντική. Η ταυτότητα, η σωματική ολότητα και η διάρκεια στον χρόνο κατασκευάζονται με την εσωτερίκευση εξωτερικών εικόνων και λέξεων και την επαναλαμβανόμενη αναγνώριση αυτών των σημείων εαυτού από τους άλλους. Κανένα όνομα δεν έχει οργανική σχέση με την οντότητα που ονοματίζει. Αλλά η ταυτότητα, η ενότητα και η διαχρονική παρουσία έμψυχων και άψυχων οργανώνεται γύρω από το όνομα, μια λέξη που μας δόθηκε από άλλους.
Το ίδιο ισχύει με τις πολιτικές και κοινωνικές ομάδες, κόμματα, εταιρείες, σωματεία κ.λπ. Η ονοματοδοσία αποτελεί ηγεμονική λειτουργία. Το όνομα γίνεται σημάδι αναγνώρισης ομάδας ιδεών (νεοφιλελευθερισμός, μαρξισμός), συμβολική αναφορά (Πολυτεχνείο), δήλωση ιδεολογικής ταυτότητας (Greenpeace). Η ονοματοδοσία φέρνει στη ζωή κάτι που δεν υπάρχει συγκροτώντας ένα υποκείμενο (εργατική τάξη), ένα κόμμα (ΠΑΣΟΚ) ή μια συλλογική οντότητα (Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, σωματείο «Ο Ωραίος Πόρος»). Οπως και με τα προσωπικά ονόματα, η σχέση λέξης/ονόματος και οντότητας είναι αυθαίρετη. Η ονοματοδοσία της συλλογικότητας συνιστά και σηματοδοτεί πολύ περισσότερα από αυτούς που την αποτελούν. Το όνομα πρώτα δίνει ταυτότητα στην ομάδα και μετά τη συστήνει στους άλλους και την εκπροσωπεί, συνενώνοντας γύρω του τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ατόμων, σκοπών και συμβάντων.
Ας πάμε στον ΣΥΡΙΖΑ. Το όνομα μιας συλλογικότητας συνδέει γεγονότα, πρόσωπα, επιτυχίες και αποτυχίες, όνειρα και ματαιώσεις. Δίνει ταυτότητα σε έναν μοναδικό κόσμο παρελθόντων, παρόντων και μελλούμενων συμβάντων και σχέσεων. Δεν υπάρχει μονομερής αιτιακή σχέση μεταξύ αυτού που δίνει το όνομα και της έμψυχης ή άψυχης οντότητας που ονοματίζεται. Το όνομα έχει υπεραξία, δημιουργεί το ονομαζόμενο, του δίνει τιμή και αξιοπρέπεια γιατί μόνο το όνομα δημιουργεί και εκπροσωπεί την αίσθηση κοινής πορείας και μοίρας. Για τους διαφημιστές επίσης το brand name είναι το μεγαλύτερο κεφάλαιο μιας εταιρείας. Η αντικατάσταση του ονόματος του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί μόνο αποπομπή του «ριζοσπαστικού» συστατικού του. Το «ΡΙΖ» έχει απορροφηθεί από τη λέξη ΣΥΡΙΖΑ που δεν αναλύεται πια στα συστατικά της αλλά αναφέρεται σ’ αυτό το κόμμα, σ’ αυτούς τους ανθρώπους, σ’ αυτή τη διαδρομή. Ολα αυτά και πολλά άλλα ονοματίζει η λέξη: έναν κόσμο, μια ιστορία, μια υπόσχεση. Η αντικατάστασή του συνδυάζει την απόρριψη της ταυτοτικής και συμβολικής σημασίας του ονόματος με την αδιαφορία για όσα πέτυχε το κόμμα. Η αλλαγή του ονόματος οδηγεί σε νέο κόμμα παρ’ ότι τα γραφεία παραμένουν.
Η θεολογία και η πρώιμη πολιτική φιλοσοφία του Μεσαίωνα ασχολήθηκαν εκτεταμένα με τη λειτουργία του ονόματος. Η καθολική θεολογία είχε διατηρήσει την αριστοτελική ιδέα του κοινού καλού, της αρετής, της σημασίας της κοινότητας και της αλληλεξάρτησης των πιστών. Το φυσικό δίκαιο εξέφραζε αυτές τις αρχές που οι άνθρωποι ανακαλύπτουν είτε με τη λογική είτε στις Γραφές. Ο Γουλιέλμος του Οκαμ και ο Ντανς Σκότους, Φραγκισκανοί μοναχοί του δέκατου τέταρτου αιώνα, απέρριψαν αυτόν τον συμβιβασμό Αριστοτέλη και θεολογίας. Το θέλημα του Θεού υπερισχύει της λογικής του. Το φυσικό δίκαιο έχει επιβληθεί από τον Θεό που μπορεί να το αλλάξει ριζικά και να το μετατρέψει, ότι η μοιχεία είναι αρετή ή ότι 2 και 2 κάνει 5 (έτσι έλεγε ο Καρτέσιος, μεγάλος νομιναλιστής). Εγκατέλειψαν την κλασική πίστη στον ορθό λόγο, την αλληλεξάρτηση των όντων στη «μεγάλη αλυσίδα του κόσμου» του Αριστοτέλη και του Ακινάτη.
Τα άτομα και όχι οι κοινότητες είναι οι θεμελιώδεις μονάδες του σύμπαντος. Οι σχέσεις μεταξύ τους είναι εξωτερικές και παροδικές – οι συλλογικότητες είναι το άθροισμα επιμέρους ατόμων και δεν έχουν μόνιμα ή δομικά χαρακτηριστικά. Αφηρημένες έννοιες όπως «δικαιοσύνη», «αγάπη» ή «πόλη» είναι τεχνητές κατασκευές, συλλογές και αθροίσματα των ατομικών στοιχείων που τις αποτελούν. Οφείλουν την ύπαρξή τους σε γλωσσικές πρακτικές χωρίς οντολογικό βάρος. Αποκτούν υπόσταση επειδή τους έχουμε δώσει όνομα (εξ ου και «νομιναλισμός»), αλλά δεν είναι τίποτα παραπάνω από το άθροισμα των στοιχείων που τις απαρτίζουν. Οπως έλεγε η Μάργκαρετ Θάτσερ, μια σύγχρονη νομιναλίστρια, δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα και οικογένειες.
Οι νομιναλιστές εισήγαγαν θεολογικά την εποχή του ατόμου, την οντολογία και ιδεολογία του ατομικισμού. Η ατομικότητα αποτελεί την υπέρτατη έκφραση της δημιουργίας. Ταυτόχρονα ο νομιναλισμός άνοιξε τον δρόμο για τη μεταφορά των κλασικών θεολογικών εννοιών στη σύγχρονη πολιτική θεωρία. Ξεκίνησε η πορεία που οι κλασικές θεολογικές έννοιες –η παντοδυναμία του Θεού, η απεριόριστη βούληση και η απόλυτη νομοθετική εξουσία, ο καθορισμός της ιστορικής κίνησης– πέρασαν στον κοσμικό κυρίαρχο: τον αυτοκράτορα, τον βασιλιά, τον ηγέτη ή τον «θνητό Θεό» όπως τον ονόμασε ο Χομπς. Η θεολογία έγινε ανθρωπολογία, η εσχατολογία φιλοσοφία της Ιστορίας. Η χριστιανική κίνηση προς τους «έσχατους» καιρούς και τη Δευτέρα Παρουσία έγινε η ανθρώπινη κίνηση προς το «τέλος της Ιστορίας», τον κοσμοπολιτισμό ή τον κομμουνισμό. Ετσι η εκκοσμίκευση και η υιοθέτηση από την κρατική εξουσία των θεολογικών εννοιών έχτισαν τα μεταφυσικά θεμέλια της νεωτερικότητας. Η πολιτική θεολογία αποτελεί τη μεταφυσική πηγή της νεωτερικότητας.
Να τελειώσουμε με μια χαρακτηριστική νομιναλιστική θέση από την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» του Λούις Κάρολ. «“Οταν χρησιμοποιώ μια λέξη”, είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι με περιφρονητικό τόνο, “σημαίνει ακριβώς αυτό που διαλέγω να σημαίνει – τίποτε περισσότερο ή λιγότερο”. “Αλλά -απάντησε η Αλίκη- το ερώτημα είναι αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν πολλά διαφορετικά πράγματα”. “Το ερώτημα είναι”, είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, “ποιος είναι αφέντης – αυτό είναι όλο”».
*Καθηγητής Πανεπιστημίου Λονδίνου
