Ημασταν ένα βράδι στο σπίτι της Μελίνας και του Ντασσέν και καθώς είχε περάσει η ώρα είπα να φύγω. «Δεν παίρνεις και την Αλκη;», φίλη της από χρόνια, πρότεινε η Μελίνα. «Χαρά μου…» Βγήκαμε από το σπίτι. «Πού έχεις το αυτοκίνητό σου;» ρωτάει η Ζέη. «Δεν έχω αυτοκίνητο – δεν ξέρω καν να οδηγώ.
Να πάρουμε ένα ταξί». Αλλά πού να βρούμε εκεί στην ερημιά του περιφερειακού στον Λυκαβηττό, κοντά μεσάνυχτα, χειμώνα καιρό, με χιονόνερο; «Και δεν πάμε με τα πόδια;» πρότεινε η Ζέη. Και όντως έτσι έγινε. Δεν ήταν άλλωστε και πολύ μακριά –στη λεωφόρο Αλεξάνδρας το σπίτι της. «…για τον περίπατο που κάναμε στο χιόνι» έγραψε αργότερα σ’ ένα από τα βιβλία της που μου πρόσφερε.
Από το 1965
Η γνωριμία μας μετράει πριν από τη δικτατορία. Ηταν το 1965 όταν «επεστράφη» η ιθαγένεια που είχε αφαιρεθεί για την αντιστασιακή δράση της ίδιας και του συζύγου της Γιώργου Σεβαστίκογλου, σκηνοθέτη, μεταφραστή και θεατρικού συγγραφέα (μεταξύ άλλων και της περίφημης «Αγγέλας», που είχε ανεβάσει τότε στο Θέατρο Τέχνης ο Κάρολος Κουν), οπότε είχαν καταφύγει στη Σοβιετική Ενωση, απ’ όπου ξαναγύριζαν στην Ελλάδα.
Μαζί τα δύο μικρά παιδιά τους, ο Πέτρος (σκηνοθέτης και δάσκαλος σήμερα) και η κόρη τους Ειρήνη (διερμηνέας στο Ευρωκοινοβούλιο στις Βρυξέλλες), και ο σκηνοθέτης, φίλος και συνεργάτης τους Μάνος Ζαχαρίας – από τους διωκόμενους κι αυτός…
Κι ήταν μια εκδρομή στους Δελφούς, που διοργάνωσε προς τιμήν τους η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, όπου ο μικρός Πέτρος, που άκουσε για τους γάμους του Κωνσταντίνου και της Αννας-Μαρίας, είπε: «Η Ελλάδα είναι σαν τα παραμύθια – έχει και βασιλιά!» Αλλά δεν χάρηκαν και πολύ.
Με τη δικτατορία του 1967 έφυγαν για το Παρίσι, για να επιστρέψουν, οριστικά πλέον, με την πτώση της. Ο Σεβαστίκογλου έφυγε από τη ζωή τον Δεκέμβριο του 1990, στα 77 του, αφήνοντας στη σύζυγό του τη φροντίδα των παιδιών τους και τη συνέχεια της γόνιμης συγγραφικής της διαδρομής, στην οποία εκείνος την είχε ενθαρρύνει και η ίδια τον παραδεχόταν ως μέντορά της.
Κι επειδή πολλά -και δικαίως- γράφτηκαν τις ημέρες αυτές για τη Ζέη, να σταθώ περισσότερο στον Σεβαστίκογλου με στοιχεία από την ίδια τη σύζυγό του σε συνομιλία για την «Ελευθεροτυπία» (11 Δεκεμβρίου 2010) στα 20 χρόνια από τον θάνατό του στο διαμέρισμα της λεωφόρου Αλεξάνδρας, το οποίο κοσμούνταν με φωτογραφίες από την πλούσια και περιπετειώδη πνευματική και προσωπική τους ζωή.
Ζωή κι αυτή…
Πρωτοσυναντήθηκαν το 1943 –εκείνος γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη κι από το 1924 στην Αθήνα, όπου γεννήθηκε εκείνη. Με σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή και στη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών, να θέλει να διαπρέψει ως ηθοποιός, ενώ είχε δημοσιεύσει και τα πρώτα της διηγήματα η Αλκη. Συγγραφέας, μεταφραστής και από τα ιδρυτικά στελέχη του Θεάτρου Τέχνης o Σεβαστίκογλου.
Πολέμησε ως έφεδρος αξιωματικός στο αλβανικό μέτωπο και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Το 1943 έγραψε το πρώτο θεατρικό του έργο, «Κωνσταντίνος και Ελένη», που ανέβηκε από τον Κουν έναν χρόνο αργότερα. Το 1944 εμφανίστηκε ως σκηνοθέτης στο «Θέατρο του Λαού» και το 1945 στο Τμήμα Νέων Καλλιτεχνών, ενώ συνεργαζόταν ως θεατρικός κριτικός στον «Ρίζο της Δευτέρας» με το ψευδώνυμο Γ. Σάβας.
Στη διάρκεια του Εμφυλίου ήταν μαζί με τον Μάνο Ζαχαρία υπεύθυνοι του κινηματογραφικού συνεργείου του ΔΣΕ. Με την ήττα βρέθηκαν στην Τασκένδη. Μαζί και η Αλκη –παντρεμένοι από το 1945 (πάει η ηθοποιός…) Εκεί ο Σεβαστίκογλου έγραψε και ανέβασε επίκαιρα έργα με τον θίασο των πολιτικών προσφύγων, ενώ παράλληλα δίδασκε στο Θεατρικό Ινστιτούτο της Τασκένδης ώς το 1956, οπότε μετακόμισε οικογενειακώς στη Μόσχα ασχολούμενος πάντα με το θέατρο. Πράγμα που έκανε και όταν επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα.
Πέθανε σε μια περίοδο που σχεδίαζε ένα στούντιο με μαθητές με τους οποίους θ’ ανέβαζε παραστάσεις. «Τον θαυμάζω όχι μόνο για όσα έχει κάνει, αλλά για όσα θα μπορούσε να κάνει» είχε πει γι’ αυτόν ο Γάλλος σκηνοθέτης Αντουάν Βιτέζ και θύμισε στη συνομιλία μας η Ζέη. Πρόλαβε τουλάχιστον η ίδια να απολαύσει, κυρίως από το νεανικό αναγνωστικό της κοινό και την πολιτεία, την αναγνώριση που της άξιζε.
