Ο Λάκης Καρνέζης ανήκει στους μεγάλους επιφανείς – αφανείς του ελληνικού τραγουδιού. Το μπουζούκι του χρωματίζει χιλιάδες τραγούδια και μουσικές, που ο ίδιος δεν σκέφτηκε ποτέ να καταμετρήσει. Εκατοντάδες συναυλίες εδώ και στο εξωτερικό, χιλιάδες νύχτες σε μαγαζιά -με τους επιφανέστερους καλλιτέχνες- άπειρες συμμετοχές σε δίσκους. Υπήρξε μαζί με τον Κώστα Παπαδόπουλο το ανεπανάληπτο δίδυμο των μπουζουξήδων του «Ζορμπά» του Μίκη Θεοδωράκη, που έκανε το ελληνικό μπουζούκι διάσημο ανά τον κόσμο.
Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πει πως αν Παπαδόπουλος και Καρνέζης γεννιόντουσαν σε μια μεγάλη χώρα θα ήταν διάσημοι σολίστ παγκοσμίως, ενώ ο Σταύρος Ξαρχάκος τους έχει χαρακτηρίσει αρχάγγελους της μουσικής.
Αυτά περίπου έγραφα, μαζί με μικρή συνέντευξη, για τον Λάκη Καρνέζη στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» στις 18 Μαΐου 1986 (πριν από 33 χρόνια δηλαδή) και εκτιμώ ότι θα ήταν παράλειψη μετά τον Πέτρο Πανδή, για τον οποίο έγραψα την περασμένη εβδομάδα, να μην αναφερθώ και στον Καρνέζη, καθώς επιπλέον ήταν στη μουσική παρέα που συνόδεψε το 1981 τον Μίκη Θεοδωράκη στην Αβάνα. Για τον πρόσθετο λόγο ότι στη μικρή σύναξη που πραγματοποιήθηκε το τελευταίο βράδυ των συναυλιών από τον Φιντέλ Κάστρο, έπαιξε τη μουσική του Ζορμπά που ζήτησε ο Κουβανός ηγέτης.
Αυτοφυής
Ο Λάκης Καρνέζης είναι το πρότυπο του αυτοφυούς μουσικού, έγραφα στο κομμάτι του 1986, αρκετά στοιχεία από το οποίο θα πάρω και για το παρόν κείμενο. Παθιασμένος παιδιόθεν με το μπουζούκι, ξεκίνησε αρχικά με κιθάρα, χωρίς, καθώς ήταν από φτωχική οικογένεια, να γνωρίζει νότες. Η έκπληξη για όσους έχουν συνεργαστεί μαζί του είναι η ευχέρεια με την οποία αρπάζει ακουστικά τους ήχους και τους βγάζει στη συνέχεια από το μπουζούκι του.
Το ιδεώδες βέβαια είναι όταν ζευγαρώνει μουσικά με τον Κώστα Παπαδόπουλο (ο οποίος είναι και θεωρητικά καταρτισμένος), οπότε παρουσιάζουν την εντυπωσιακή εικόνα να κάθονται δίπλα δίπλα χωρίς να συγκρούονται τα χέρια των μπουζουκιών –πράγμα που εξηγείται από το γεγονός ότι ο Καρνέζης είναι αριστερόχειρας.
Οι ανάγκες της φτωχής του οικογένειας υποχρέωσαν τον Λάκη Καρνέζη ν’ αφήσει το δημοτικό σχολείο στην έκτη τάξη και ν’ αρχίσει να δουλεύει ως μικρός κουρείου στη γειτονιά του στην Κοκκινιά. «Ηταν το κουρείο του Θόδωρου Αλεξιάδη, στην Πέτρου Ράλλη, όπου δούλεψα τρία χρόνια. Ο κυριότερος όμως λόγος που πήγα εκεί ήταν ότι ο κυρ Θόδωρος είχε μια κιθάρα και όταν δεν είχαμε δουλειά, μου έδειχνε να παίζω».
Οταν έμαθε, έπαιζε με ακροατές τους πελάτες του κουρείου. Πολλές φορές ήταν οι ίδιοι που το ζητούσαν: «Ρίξε, ρε μικρέ, καμιά πενιά…» Σε λίγο καιρό ανακάλυψε έναν γείτονά του με μπουζούκι κι άρχισε να το μαθαίνει. Κι όταν μάζεψε κάποια χρήματα αγόρασε την κιθάρα του κυρ Θόδωρου. Τότε ήταν που γνώρισε έναν καροτσέρη με μπουζούκι, ο οποίος είχε κάνει κι ένα μικρό συγκρότημα και τις Κυριακές έπαιζε σε μια ταβέρνα. Από κοντά και ο μικρός Λάκης, που πλέον είχε μάθει το μπουζούκι…
Με τον Μίκη
Ακολούθησαν οι εμφανίσεις του και σε άλλες ταβέρνες, σε μία από τις οποίες έπαιζε και ο Κώστας Παπαδόπουλος, που ήταν γείτονας και φίλος του και είχε το ίδιο πάθος με το μπουζούκι, «κι αρχίσαμε να γινόμαστε γνωστοί». Και κάποτε κάποιος φώναξε τον Κώστα να παίξει με τον Καζαντζίδη. Την ίδια εποχή ο Λάκης έπαιζε με την Καίτη Γκρέυ –και δεν ήταν ούτε 20 χρονών. Η καλή αρχή είχε γίνει. Δούλεψε σε διάφορα μαγαζιά (σε μερικά και με τον Κώστα Παπαδόπουλο), με τους σημαντικότερους τραγουδιστές,
Στη συνέχεια πήγε φαντάρος και καθώς συνεργαζόταν με την «Κολούμπια», γνωρίστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον μεγάλο σταθμό της καριέρας του, με τον οποίο δεν σταμάτησε να συνεργάζεται, με εξαίρεση τα χρόνια της δικτατορίας, καθώς ο Λάκης έμεινε στην Ελλάδα. Με τον Μίκη ταξίδεψαν πολύ και στο εξωτερικό μετά τη δικτατορία.
Το 1981 τον προσκάλεσαν να παίξει στο Εθνικό Θέατρο του Μπέργκεν της Νορβηγίας σε μια παράσταση βασισμένη σε τραγούδια του Θεοδωράκη. Πήγε για έξι μήνες και καθώς του άρεσε και είχε ζήτηση, ξέμεινε, παντρεύτηκε, σε δεύτερο γάμο, μια Νορβηγή και έρχεται πλέον στην Ελλάδα μόνο ως επισκέπτης…
