ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάσος Κωστόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κρατικοί μηχανισμοί και μεγάλο κεφάλαιο είναι οι πιστότεροι θιασώτες της παροιμιώδους συνταγής «μια και βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πέντε-έξι». Δεν χρειάζεται λ.χ. να είναι κανείς αντιεμβολιαστής ή ψεκασμένος συνωμοσιολόγος για να αντιληφθεί πως η πάλη κατά της πρόσφατης πανδημίας του κορονοϊού, πάλη ζωτική και αναγκαία αυτή καθεαυτή, αξιοποιήθηκε πολλαπλά από τους κυβερνώντες σε πλανητική κλίμακα για την πειραματική εφαρμογή συστημάτων ασφυκτικού κρατικού ελέγχου και πειθάρχησης των σύγχρονων κοινωνιών. Συστημάτων που, σε διαφορετικές περιστάσεις (κοινωνική αναταραχή ή πόλεμος), μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο για την καταστολή των όποιων αντιδράσεων όσο και για την ποδηγέτηση και καταναγκαστική κινητοποίηση πελώριων μαζών, σε κλίμακα αδιανόητη ακόμη και για τα δεδομένα του εικοστού αιώνα.

Δεν χρειάζεται επίσης ιδιαίτερη ευφυΐα για να καταλάβει κανείς πως το περίφημο 112, θεωρητικά ένα εργαλείο έγκαιρης προειδοποίησης του πληθυσμού για φυσικές ή άλλες καταστροφές, μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό ανάλογης χειραγώγησης μέσω της προσχεδιασμένης παραγωγής συλλογικού άγχους και τρόμου. Η καταχρηστική εφαρμογή του, με εμφανή σκοπό την καλλιέργεια της αίσθησης πως ο κρατικός μηχανισμός νοιάζεται κι επαγρυπνεί για την προστασία των πολιτών (ασχέτως αν αυτή η επαγρύπνηση περιορίζεται, όπως έχουμε επανειλημμένα δει, στην επικοινωνιακή και μόνο διάσταση αυτής της σύγχρονης εκδοχής συναγερμού), είναι άλλωστε ήδη πραγματικότητα, που θα όφειλε να μας καθιστά πολλαπλά επιφυλακτικούς για τη μελλοντική χρήση του.

Συντάξεις μετά φακελώματος

Στο σημερινό μας αφιέρωμα θα ασχοληθούμε με μια άλλη, παντελώς άγνωστη στους περισσότερους, περίπτωση παρόμοιας αξιοποίησης ενός θετικού κυβερνητικού μέτρου για την εγκαθίδρυση μηχανισμών επιτήρησης κι ελέγχου πριν από εξίμισι περίπου δεκαετίες, στα χρόνια του εθνάρχη Καραμανλή. Πρόκειται για το ηλεκτρονικό φακέλωμα του τότε αγροτικού πληθυσμού της Ελλάδας από μηχανισμούς ασφαλείας παντελώς άσχετους με την κοινωνική πολιτική, στο πλαίσιο και με την ευκαιρία της θέσπισης των αγροτικών συντάξεων και της δημιουργίας του ΟΓΑ.

Την άγνωστη αυτή παράπλευρη πτυχή ενός κοινωνικού μέτρου, αλλά και την ελάχιστα γνωστή υπηρεσία του βαθέος κράτους που τη διεκπεραίωσε τις πληροφορούμαστε από τα απομνημονεύματα του τεχνοκράτη στον οποίο ο εθνάρχης είχε αναθέσει την εγκαθίδρυση του όλου συστήματος − του μετέπειτα υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών (1968-70), άνευ χαρτοφυλακίου (1970-71) και Βόρειας Ελλάδας (1971) της χούντας, Λουκά Πάτρα. Μολονότι τα δίτομα απομνημονεύματα αυτού του τελευταίου έχουν κυκλοφορήσει εδώ και μια δεκαετία («Μνήμη προσώπων και γεγονότων», 2 τ., εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 2014), η συγκεκριμένη αποκάλυψη πέρασε, απ’ όσο γνωρίζουμε, εντελώς απαρατήρητη· αξίζει, ως εκ τούτου, να ασχοληθούμε κάπως αναλυτικότερα εδώ μαζί της.

«Θα αποτελούσε εκδήλωση κυνισμού από μέρους μας και αναγνώριση γνώσης απορρήτου, το οποίο δεν επιτρεπόταν να γνωρίζουμε, να θέταμε θέμα μείωσης της οικονομικής συμμετοχής του ΟΓΑ […] επωφελούμενοι από τη λανθάνουσα αυτή ωφέλεια της ΚΥΠ» | Λουκάς Πάτρας, γενικός διευθυντής του ΟΓΑ (1961-1964)

Η ιστορία μας ξεκινά τον Μάιο του 1958, μετά τις εκλογές που ανέδειξαν την ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση με 24,4%. Τις αμέσως επόμενες μέρες ο Καραμανλής συγκρότησε το αθέατο καθοδηγητικό επιτελείο του παρακράτους, με επιχειρησιακό υπεύθυνο τον αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο, επιτελείο το οποίο σύμφωνα με τον Πάτρα ήταν άτυπα γνωστό σαν «Ομάδα Βαλαωρίτου 9» (σ. 182-3), κι εγκαινίασε τη στρατηγική αυθαίρετων μαζικών διώξεων του κόσμου της Αριστεράς, με σκοπό «την διατήρησιν και έντασιν του αισθήματος της φοβίας μεταξύ των Κομμουνιστών» (βλ. αναλυτικά «Ο σχεδιασμός της φοβίας», «Εφ.Συν», 31/10/2015).Η κατασταλτική αυτή πολιτική συνδυάστηκε με  στοχευμένες παροχές προς τις κοινωνικές εκείνες ομάδες η νομιμοφροσύνη των οποίων θεωρούνταν περισσότερο κρίσιμη και διατηρήσιμη – με πρώτη και καλύτερη την εξαγγελία της παροχής κοινωνικής ασφάλισης και σύνταξης στους αγρότες. Εξαγγελία που υλοποιήθηκε τελικά έναντι ετήσιας εισφοράς ίσης προς το 2% της ακαθάριστης προσόδου τους, όπως αυτή υπολογιζόταν από τριμελείς επιτροπές που συγκροτούνταν στο επίπεδο κάθε χωριού, με πρόσθετη χρηματοδότηση από την επιβολή «κοινωνικής εισφοράς» 10%-15% στη φορολογία των υπόλοιπων φυσικών και νομικών προσώπων (Ν. 4169/1961, άρθρα 10-11).

Για τη μελέτη κι επεξεργασία αυτού του μέτρου, ο Καραμανλής προσέλαβε μέσα στον ίδιο μήνα ως ειδικό σύμβουλό του τον Λουκά Πάτρα. Τη σχετική σύσταση έκανε ο φίλος του Δημήτρης Πουλάκος-Βαρβιτσιώτης, υπάλληλος της Γενικής Γραμματείας Τύπου αποσπασμένος στο πολιτικό γραφείο του Καραμανλή (σ. 161-8). Με εντολή του Καραμανλή, τη σχετική οικονομοτεχνική μελέτη ετοίμασε Γερμανός εμπειρογνώμονας, επιλεγμένος από την κυβέρνηση της Βόνης ύστερα από σχετικό αίτημα της Αθήνας (σ. 203-4). Ο σχετικός νόμος εκδόθηκε τον Μάιο του 1961, πέντε μήνες πριν από τις επόμενες εκλογές (της βίας και νοθείας), η έγκαιρη εφαρμογή του απαιτούσε ωστόσο τεχνικές υποδομές αρκετά ψηλότερες απ’ ό,τι διέθετε τότε η «κανονική» δημόσια διοίκηση:

«Για να επιτύχουμε την οργάνωση του ΟΓΑ και την απογραφή του γεωργικού πληθυσμού των αμέσως ασφαλισμένων (αρχηγών αγροτικών εκμεταλλεύσεων) και των εμμέσως (μελών των οικογενειών τους), […] απαιτήθηκαν εντατική και συστηματική εργασία, καινοτόμες μέθοδοι, με αποτελεσματικότερη την προσφυγή στην ηλεκτρονική μηχανοργάνωση. […] Το ΙΚΑ τότε χρησιμοποιούσε ένα μηχανογραφικό σύστημα, αλλά με ηλεκτρικές, όχι ηλεκτρονικές, λογιστικές συσκευές, που προμήθευε σε επιχειρήσεις και οργανισμούς η πρωτοπόρα για την εποχή της Α.Ε. Σολωμός. Κάθε διατρήτρια καθόταν μπροστά σ’ ένα ογκώδες λαμαρινένιο κιβώτιο και διατρυπούσε τις κάρτες, με τις οποίες γινόταν στη συνέχεια η εισαγωγή σε μεγαλύτερο κιβώτιο-επεξεργαστή των δεδομένων τα οποία είχαν καταγράψει στις διάτρητες κάρτες, προς εξαγωγή των αποτελεσμάτων εκτύπωσή τους σε πίνακες. Η ηλεκτρονική μηχανογράφηση με συγκρότημα της ΙΒΜ είχε εισαχθεί τότε μόνον από την Εμπορική Τράπεζα, μάλλον δοκιμαστικά και κατά τρόπο απόρρητο, για λόγους αύξησης της παραγωγικότητας και αποφυγής του ανταγωνισμού» (σ. 224-5).

Από μηχανής Νάτσινας

Τη λύση, όπως μας αποκαλύπτει ο Πάτρας, την έδωσαν τελικά οι μυστικές υπηρεσίες:

«Το πρώτο ισχυρό σύστημα κεντρικού ηλεκτρονικού υπολογιστή είχε εγκαταστήσει στην Ελλάδα από το 1960 η μυστική υπηρεσία Κέντρον Ερευνών Εθνικής Αμύνης (ΚΕΕθνΑ), της οποίας προϊστάμενος ήταν ο αρχηγός της ΚΥΠ στρατηγός Αλέξανδρος Νάτσινας. Γιος Μακεδόνα Γυμνασιάρχη, καλλιεργημένος άνθρωπος και λαμπρός πατριώτης, ήρθε μια ημέρα στα γραφεία του ΟΓΑ, όταν είχαμε εγκατασταθεί στην οδό Αριστείδου αριθ. 6, μεταστεγαζόμενοι από μια αίθουσα του πρώτου ορόφου των Παλαιών Ανακτόρων, που μας είχε παραχωρηθεί για να αρχίσουμε την λειτουργία τον Ιούλιο μέχρι τον Σεπτέμβρη του 1961, και έθεσε στη διάθεσή μας το μηχανογραφικό συγκρότημα της ΚΥΠ-ΚΕΕθνΑ.

Μου είπε: “Γνωρίζω ότι επείγεσθε να κάμετε την απογραφή του αγροτικού πληθυσμού και να απονείμετε τις συντάξεις. Θέτω στη διάθεσή σας το μηχανογραφικό μας συγκρότημα ΙΒΜ, μηχανήματα και προσωπικό, επί 8ώρου βάσεως ημερησίως. Είσθε δημόσια υπηρεσία όπως και εμείς. Εγώ χρησιμοποιώ το συγκρότημα 8 ώρες ημερησίως. Θα το χρησιμοποιήσετε και εσείς παραλλήλως για όσο χρόνο απαιτηθεί, ως να αποκτήσετε δικό σας, επί ένα άλλο 8ωρο. Θα υπογράψουμε συμφωνία και θα αναλάβετε τις μισές δαπάνες λειτουργίας. Θα έχετε επί πλέον όφελος και την μετάδοση της τεχνογνωσίας μας και την εκπαίδευση προσωπικού για το μελλοντικό δικό σας συγκρότημα Η/Υ”.

Πήγαμε μαζί στο Γραφείο του Διοικητή, με τον οποίο γνωριζόταν άλλωστε, και κλείσαμε τη συμφωνία» (σ. 225-6).

Τι ακριβώς ήταν όμως αυτό το ΚΕΕθνΑ (ή ΚΕΕΘΑ, όπως εμφανίζεται σε άλλες πηγές); Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα του Ελληνικού Στρατού, επρόκειτο απλά για μετεξέλιξη του Στρατιωτικού Κέντρου Ερευνών και Μελετών (ΣΚΕΜ), που ιδρύθηκε το 1953 (ταυτόχρονα δηλαδή με την ΚΥΠ) και πρόδρομο του σημερινού Κέντρου Ερευνας και Τεχνολογίας Ελληνικού Στρατού (ΚΕΤΕΣ). Από την ημιεπίσημη ιστορία των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών που εξέδωσε ένας πρώην διοικητής της ΕΥΠ, πληροφορούμαστε πάλι πως το ΚΕΕΘΑ ιδρύθηκε το 1960 με επικεφαλής τον ηλεκτρολόγο-μηχανικό Παναγή Δελμούζο, στέλεχος του συμμαχικού κατασκοπευτικού δικτύου «Απόλλων» επί Κατοχής, ο οποίος τη δεκαετία του 1950 εργαζόταν για την ΚΥΠ κι είχε καταφέρει να δημιουργήσει δικό του κρυπτογραφικό μηχανισμό για το ΥΠΕΞ. Η ίδια πηγή διευκρινίζει ότι, μετά την επίδειξη της «συσκευής Δελμούζου» στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, «για συνεργασία με το ΚΕΕΘΑ ενδιαφέρθηκαν οι Αμερικανοί, καθώς και το Κέντρο Ερευνών του ΝΑΤΟ» (Παύλος Αποστολίδης, «Μυστική Δράση. Υπηρεσίες Πληροφοριών στην Ελλάδα», Αθήνα 2014, σ. 168-9). Το ενδιαφέρον αυτό εξηγεί τον τόσο πρόωρο εφοδιασμό του ΚΕΕΘΑ με αμερικανικούς υπολογιστές, ενώ ο αντίστοιχος εξοπλισμός των σωμάτων ασφαλείας έγινε στα τελευταία χρόνια της χούντας· η έρευνά μας στα αποχαρακτηρισμένα αρχεία της СIA, που έχουν αναρτηθεί στο Διαδίκτυο, δεν απέδωσε πάντως το παραμικρό. Από διάφορες άλλες πηγές γνωρίζουμε, τέλος, ότι το ΚΕΕΘΑ στεγάστηκε σε δικό του κτιριακό συγκρότημα στο Γαλάτσι (το σημερινό τοπικό Δημαρχείο).

«Με τη χρησιμοποίηση του μηχανογραφικού αυτού συγκροτήματος», καταλήγει ο Πάτρας, «κατορθώσαμε να πραγματοποιηθεί η απονομή συντάξεων στους αγρότες και αγρότισσες που είχαν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας των, στο προγραμματισμένο διάστημα χρόνου. Πανηγυρίσθηκε η απονομή αυτή την 9η Ιουνίου 1962 ως ο μεγαλύτερος σταθμός εις την κοινωνικήν πολιτικήν της Χώρας, στο Ζάππειο Μέγαρο, με την επίδοση συμβολικά σε 50 αγρότες ή αγρότισσες, που εκπροσωπούσαν τους 300.000 και πλέον συνταξιούχους αγρότες από τους ισαρίθμους νομούς της Χώρας, των στελεχών μηχανογραφημένων εντολών πληρωμής, σε μορφή τραπεζιτικών τσεκ, των μηνιαίων συντάξεων του δευτέρου εξαμήνου 1962 και πρώτου του 1963» (σ. 227-8).

Η τεχνική συμβολή της ΚΥΠ και του ΚΕΘΕΑ στην κοινωνική ασφάλιση των Ελλήνων αγροτών δεν υπήρξε όμως προϊόν αλτρουιστικών συναισθημάτων, ούτε απλού πολιτικού υπολογισμού, όπως ο ίδιος ο Πάτρας σπεύδει να ξεκαθαρίσει με αφοπλιστική ωμότητα:

«Βεβαίως ο αρχηγός της ΚΥΠ, με την απογραφή στο Μηχανογραφικό Συγκρότημα ΙΒΜ του ΚΕΕθνΑ του αγροτικού πληθυσμού της χώρας, αποκτούσε μια βάση προσωπικών δεδομένων προς χρήση της ΚΥΠ που κάλυπτε το 60% του πληθυσμού της Χώρας. Αλλά θα ήταν δύσκολο, αφού θα αποτελούσε εκδήλωση κυνισμού από μέρους μας και αναγνώριση γνώσης απορρήτου, το οποίο δεν επιτρεπόταν να γνωρίζουμε, να του θέταμε θέμα μείωσης της οικονομικής συμμετοχής του ΟΓΑ κάτω από το 50% στις δαπάνες λειτουργίας του μηχανογραφικού συγκροτήματος κατά τον χρόνο συνεργασίας μας, επωφελούμενοι από τη λανθάνουσα αυτή ωφέλεια της ΚΥΠ» (σ. 226).

Ο θρίαμβος της μυστικότητας

Υπό κανονικές συνθήκες, όλα αυτά θα τα μαθαίναμε μερικές δεκαετίες νωρίτερα, όταν ο στρατηγός Νάτσινας αποφάσισε να γνωστοποιήσει στο έθνος, μεσούσης της ΠΑΣΟΚικής Αλλαγής, τη δική του εκδοχή της πρόσφατης ελληνικής Ιστορίας.

«Ενα πρωί συναντηθήκαμε τυχαία το 1984», θυμάται ο Πάτρας, «και με πληροφόρησε ότι έρχεται από το τυπογραφείο, κάπου στα Εξάρχεια, νομίζω, στο οποίο τυπώνεται βιβλίο του. Περπατήσαμε για λίγο μαζί και μου είπε ότι έχει καταγράψει στο βιβλίο του αυτό και την τεχνική βοήθεια που πρόσφερε στον ΟΓΑ για την απονομή συντάξεων στους αγρότες, αλλά ότι έχει κάποιες αμφιβολίες για λεπτομέρειες της συνεργασίας εκείνης. Μου ζήτησε να ιδώ το κείμενό του ως προς το θέμα αυτό. Τον προσκάλεσα να έλθει την επομένη στο σπίτι μου, να του προσφέρω καφέ και να συζητήσουμε. Εφερε κάποιες σελίδες δακτυλογραφημένες. Τις διαβάσαμε. Τον παρεκάλεσα να μου θυμίσει το όνομα του υπεύθυνου του Μηχανογραφικού, που μας είχε διαθέσει ως σύνδεσμο με τον ΟΓΑ. Μου το είπε, ήταν ο αείμνηστος Γιάννης Βιδάλης και το πρόσθεσε μάλιστα στο κείμενό του. Επαληθεύσαμε τα όσα είχε γράψει και έκανε και μερικές άλλες προσθήκες, που προέκυψαν κατά τη συζήτηση. Με την ικανοποίηση του συγγραφέα έκδηλη, με χαιρέτησε, λέγοντάς μου ότι πηγαίνει στο Τυπογραφείο για να κάνει τις προσθήκες επειγόντως, επειδή η στοιχειοθεσία και οι διορθώσεις του βιβλίου βρίσκονται στο τέλος. Εκτοτε δεν ξαναϊδωθήκαμε. Συνάντησα λίγο μετά το θάνατό του τη χήρα του […]. Την ερώτησα για το βιβλίο με τα Απομνημονεύματά του. Και τότε πληροφορήθηκα έκπληκτος ότι ο τυπογράφος είχε αρνηθεί και να ολοκληρώσει την εκτύπωση και να του επιστρέψει το χειρόγραφο, που είχε εξαφανισθεί, όπως και οι έτοιμες τυπογραφικές πλάκες» (σ. 227).

Ο Πάτρας αποδίδει αυτή την εξέλιξη σε «παρέμβαση σκοτεινών δυνάμεων», καθώς τα εν λόγω απομνημονεύματα του πρώτου αρχηγού της ΚΥΠ περιείχαν, «όπως φαίνεται, και κάποιες αποκαλύψεις γεγονότων δυσμενών για κάποιους ισχυρούς» (σ. 226-7). Το τελευταίο αυτό σημείο της αφήγησής του θα μπορούσε ενδεχομένως να αποδοθεί σε συνωμοσιολογικές εμμονές παλαιών πολεμιστών, αν η ημιεπίσημη ιστορία της ΚΥΠ/ΕΥΠ δεν παρέπεμπε στην παρακάτω πηγή: «Αλέξανδρος Νάτσινας, Προσωπικές σημειώσεις» (Π. Αποστολίδης, όπ.π., σ. 140-1, 168, 170, 319). Δίχως, εννοείται, περαιτέρω βιβλιογραφικές διευκρινίσεις…