Αθήνα, 11°C
Αθήνα
Σποραδικές νεφώσεις
11°C
12.0° 8.6°
0 BF
84%
Θεσσαλονίκη
Αίθριος καιρός
8°C
9.6° 5.1°
0 BF
73%
Πάτρα
Αυξημένες νεφώσεις
11°C
11.5° 9.4°
2 BF
84%
Ιωάννινα
Αυξημένες νεφώσεις
4°C
3.9° 3.9°
0 BF
100%
Αλεξανδρούπολη
Σποραδικές νεφώσεις
7°C
7.4° 6.9°
0 BF
93%
Βέροια
Αίθριος καιρός
7°C
7.0° 3.0°
1 BF
69%
Κοζάνη
Σποραδικές νεφώσεις
-1°C
3.4° -0.6°
1 BF
93%
Αγρίνιο
Αραιές νεφώσεις
8°C
7.9° 7.9°
1 BF
91%
Ηράκλειο
Ελαφρές νεφώσεις
10°C
11.1° 8.8°
3 BF
87%
Μυτιλήνη
Αραιές νεφώσεις
6°C
5.7° 5.7°
1 BF
67%
Ερμούπολη
Αυξημένες νεφώσεις
12°C
12.4° 12.4°
1 BF
58%
Σκόπελος
Αυξημένες νεφώσεις
9°C
9.0° 9.0°
3 BF
71%
Κεφαλονιά
Αυξημένες νεφώσεις
11°C
10.9° 10.9°
3 BF
63%
Λάρισα
Ελαφρές νεφώσεις
2°C
5.1° 1.9°
0 BF
100%
Λαμία
Αυξημένες νεφώσεις
10°C
10.5° 4.5°
1 BF
82%
Ρόδος
Ελαφρές νεφώσεις
15°C
14.9° 13.8°
1 BF
59%
Χαλκίδα
Σποραδικές νεφώσεις
9°C
11.5° 8.8°
0 BF
94%
Καβάλα
Ελαφρές νεφώσεις
9°C
9.4° 9.4°
1 BF
83%
Κατερίνη
Σποραδικές νεφώσεις
7°C
7.8° 4.7°
2 BF
86%
Καστοριά
Ελαφρές νεφώσεις
4°C
3.6° 3.6°
0 BF
90%
ΜΕΝΟΥ
Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου, 2024
Πολυτεχνείο, 15 Νοεμβρίου 1973
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Πολυτεχνείο, 15 Νοεμβρίου 1973 | «ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΡΟΛΟ» (1978)

Το Πολυτεχνείο σε πρώτο πρόσωπο

Πώς και γιατί εξελίχθηκαν στον χρόνο οι αφηγήσεις των πρωταγωνιστών της εξέγερσης

Οι προσωπικές αφηγήσεις για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, σε σύγκριση με τις μαρτυρίες προηγούμενων εποχών, ειδικά με την πολύ μεγάλη εκδοτική παραγωγή προσωπικών μαρτυριών για τη δεκαετία του 1940, παρουσιάζουν μια σειρά από διαφορές και έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η πρώτη, βασική διαφορά είναι ότι στην περίπτωση της εξέγερσης του Πολυτεχνείου ο όγκος των προσωπικών μαρτυριών που έχουν εκδοθεί ως βιβλία παραμένει πολύ μικρός. Οι λίγες μαρτυρίες έχουν τον χαρακτήρα χρονικού της εξέγερσης και εκδόθηκαν τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Η δεύτερη, βασική διαφορά είναι ότι γενικά οι προσωπικές αφηγήσεις των πρωταγωνιστών του Πολυτεχνείου δεν ακολουθούν τις συμβάσεις της μαρτυρίας ως είδους. Κάποιες είναι σύντομα κείμενα που γράφτηκαν μετά από πρόσκληση του επιμελητή (π.χ. ο τόμος «Εκ των υστέρων | που επιμελήθηκε ο Δημήτρης Παπαχρήστος).

Γενικά, όμως, ο μεγάλος όγκος των αφηγήσεων αποτελείται από συνεντεύξεις ή κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες στα επετειακά φύλλα που είχαν για τον εορτασμό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, όπως και συνεντεύξεις σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, οι οποίες όμως δεν θα με απασχολήσουν σε αυτήν την ανακοίνωση καθώς θα εστιάσω την προσοχή μου στις συνεντεύξεις που δημοσιεύτηκαν στον Τύπο.

Ιδιαιτερότητες των μαρτυριών

Αυτό το είδος μαρτυριών θέτουν μια σειρά από μεθοδολογικά ζητήματα. Πρώτον, βασική παράμετρος για την ανάλυση των αφηγήσεων του Πολυτεχνείου είναι αυτή η «επετειακότητα». Ο εορτασμός της εξέγερσης καθιερώνεται (ανεπίσημα) έναν χρόνο μετά τα γεγονότα του 1973 και συνοδεύεται από ένα συγκεκριμένο τελετουργικό. Οι επέτειοι, ακόμα και οι ανεπίσημες, θεσμίζουν ένα γεγονός ως σημαντικό και αξιομνημόνευτο, το οποίο συνδέεται με τη συνολική ιστορική διαδρομή μιας κοινωνίας, το οποίο εναρμονίζεται με την εικόνα του συλλογικού εαυτού. Γι’ αυτό και η επίμονη προσπάθεια «επικαιροποίησης» του παρελθόντος, η σχεδόν εναγώνια αναζήτηση της σημασίας, του νοήματος του παρελθόντος γεγονότος στο παρόν. Επίσης, οι επέτειοι συνδέονται με τη διαρκή επανάληψη προσώπων, λόγων, εικόνων και ήχων, που μετατρέπουν το παρελθόν σε κάτι οικείο και δημιουργούν την αίσθηση της σταθερότητας. Οπως γράφει ο Paul Connerton, «όλες οι τελετές είναι επαναλαμβανόμενες, και η επανάληψη αυτόματα υπονοεί συνέχεια με το παρελθόν».

«Τέσσερις μαγνητοταινίες, της μιάμισης ώρας κάθε μια, αποκαλύπτουν το αληθινό Πολυτεχνείο» | «Ελευθεροτυπία», 23/11/1977

Ενα δεύτερο ζήτημα που έχει ενδιαφέρον είναι ότι οι πρωταγωνιστές δεν παίρνουν μόνοι τους τον λόγο για να μιλήσουν για την προσωπική εμπειρία και τη μνήμη από τη συμμετοχή τους στην εξέγερση, αλλά τα μέσα ενημέρωσης και επικοινωνίας τούς δίνουν τον λόγο κάθε χρόνο στην επέτειο. Με διαφορετικά λόγια, οι αφηγήσεις που διαθέτουμε δεν είναι προϊόν μιας διαδικασίας αναστοχασμού της εμπειρίας από την πλευρά του υποκειμένου, αλλά είναι απαντήσεις στις ερωτήσεις που τους θέτουν οι δημοσιογράφοι με βάση την επετειακότητα και την ιστορική συγκυρία. Στις αφηγήσεις που προκύπτουν μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι πρωταγωνιστές φαίνονται σαν να μην έχουν παρελθόν άλλο από εκείνες τις λίγες μέρες του Νοεμβρίου του ’73. Στην επετειακή συνθήκη των αφηγήσεων το γεγονός επικαθορίζει το υποκείμενο.

Τρίτον, ήδη από το 1974 το γεγονός αποκτά κεντρική θέση στη δημόσια σφαίρα και συζήτηση. Οι συνεντεύξεις σε εφημερίδες αλλά και σε άλλα μέσα ενημέρωσης προσδίδουν κύρος, ορατότητα και αναγνωρισιμότητα σε όσους/ες μιλούν. Σταδιακά, επειδή ακριβώς επανεμφανίζονται σε ετήσια, επετειακή βάση, μετατρέπονται σε «εκπροσώπους» της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Πρόκειται κυρίως για τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής της κατάληψης, στους οποίους προστίθενται αργότερα και άλλα αναγνωρίσιμα πρόσωπα, όπως οι εκφωνητές του ραδιοσταθμού ή όσοι έγιναν ευρύτερα γνωστοί, κυρίως μέσα από την πολιτική σταδιοδρομία τους. Με άλλα λόγια, αυτοί που κυριάρχησαν σε επίπεδο μαρτυριών και αφηγήσεων ήταν τα ηγετικά στελέχη και πολύ λιγότερο οι «αφανείς» της εξέγερσης.

Οι προσωπικές αφηγήσεις για την εξέγερση θα μπορούσαν να χωριστούν σε δύο περιόδους: η πρώτη περίοδος αφορά τα χρόνια από το 1974 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και η δεύτερη περίοδος, τη δεκαετία του 1990 μέχρι και την αυγή της νέας χιλιετίας.

Στην πρώτη περίοδο οι αφηγήσεις είναι στενά συνδεδεμένες και επικαθορίζονται από τις συγκεκριμένες, διακριτές πολιτικές ταυτότητες των πρωταγωνιστών. Στη δεύτερη περίοδο, οι πρωταγωνιστές λειτουργούν περισσότερο ως «κοινότητα μνήμης» και στόχος τους είναι να διατηρήσουν ζωντανή τη μνήμη και το «νόημα» της εξέγερσης στο παρόν. Από την άλλη πλευρά, αυτό που είναι κοινό και στις δύο περιόδους είναι ότι οι αφηγήσεις για το γεγονός επισκιάζουν την υποκειμενικότητα των αφηγητών. Μαθαίνουμε πολλά για το «τι ήταν αυτό», αλλά σχεδόν τίποτα για το «ποιοι ήταν αυτοί».

Το Πολυτεχνείο ως θεμέλιο πολιτικών ταυτοτήτων

Η πρώτη περίοδος, από το 1974 έως τα τέλη της δεκαετίας 1980, είναι και η πλουσιότερη από πλευράς όγκου αφηγήσεων. Επίσης, είναι τα χρόνια που εκδίδονται αυτοτελώς οι περισσότερες μαρτυρίες ως βιβλία, ιδιαίτερα στα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια. Οι μαρτυρίες, τόσο οι λίγες που εκδίδονται αυτοτελώς ως μαρτυρίες-χρονικά όσο και οι αφηγήσεις με τη μορφή συνεντεύξεων, έχουν δύο στόχους. Ο πρώτος είναι να αποκαταστήσουν το «τι πραγματικά συνέβη» στο Πολυτεχνείο τον Νοέμβριο του 1973 και ο δεύτερος είναι να αναλύσουν ή, πιο σωστά, να καταθέσουν την πολιτική ερμηνεία τους το τι ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Πάνω , χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από την επετειακή πορεία της 24/11/1974. Η γρήγορη δικαίωση καθόρισε και το είδος των αφηγήσεων γύρω από την εξέγερση του 1973. Παρά τη συνθηματολογική σύνδεση της τελευταίας με τη δεκαετία του ’40, οι διαφορές μεταξύ των δύο εποχών (και των αντίστοιχων μαρτυριών) ήταν πάντως προφανείς

Στην επέτειο του 1977 η «Ελευθεροτυπία» κάνει μια ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη κίνηση. Δημοσιεύει μια συζήτηση των μελών της Συντονιστικής Επιτροπής της κατάληψης, η οποία έγινε Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του 1974 στο σπίτι του Κυριάκου Σταμέλου και στην οποία συμμετείχαν 17 μέλη της και ο Δημήτρης Παπαχρήστος, που δεν ήταν μέλος. Η πρωτοτυπία της πρωτοβουλίας της εφημερίδας να δημοσιεύσει την απομαγνητοφώνηση και να αφιερώσει αρκετά φύλλα σε αυτή τη συζήτηση, συνδυάζεται με μια δεύτερη μάλλον ανορθόδοξη επιλογή. Στο δημοσίευμα δεν αναφέρεται ποιος λέει τι, γιατί σύμφωνα με τον Κάρολο Μπρούσαλη, που είχε την επιμέλεια του αφιερώματος, «δεν έχει σημασία ποιος μιλά αλλά το τι λέγεται». Επίσης, η συζήτηση γίνεται εν όψει της έρευνας του εισαγγελέα Πρωτοδικών, Δημητρίου Τσεβά, για τα γεγονότα και τους νεκρούς του Πολυτεχνείου, που τελικά εκδόθηκε ως πόρισμα στις 14 Οκτωβρίου 1974. Mέσα από τη συζήτηση μεταξύ τους προσπαθούν να διασταυρώσουν γεγονότα και πρόσωπα, ιδιαίτερα τον ρόλο προβοκατόρων και ασφαλιτών.

Η συζήτηση ξεκινά ανάποδα, όχι από την κατάληψη αλλά από την εισβολή του τανκ και τις συλλήψεις, γιατί το πιο σημαντικό εκείνη την εποχή δεν ήταν γενικά τόσο η εξέγερση όσο η αιματηρή καταστολή της. Η συζήτηση κάποια στιγμή πιάνει το νήμα από την αρχή των γεγονότων την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου και ακολουθείται μια λεπτομερής, σχεδόν ώρα προς ώρα περιγραφή των γεγονότων στο Πολυτεχνείο. Η αφήγηση είναι, κυριολεκτικά, πολυφωνική. Ο ένας ομιλητής συμπληρώνει, διακόπτει, διορθώνει τον άλλο και μέσα από τις διαφορετικές φωνές προκύπτει μια λίγο-πολύ συνεκτική και πάντως πολύ ζωντανή αφήγηση των εξελίξεων.

Η ιστορία που προκύπτει από όλες τις «φωνές» δείχνει την αντιφατικότητα και την ενδεχομενικότητα των εξελίξεων. Κάποια στιγμή συζητούν για την έναρξη της κατάληψης και τις αντιδράσεις όσων δεν συμφωνούσαν:

«Είχαμε στείλει παιδιά έξω, πριν βγούμε, να πούνε να μη γίνει η εκδήλωση. Κι είχαμε κατέβει κάτω και λέγαμε να μη γίνει κατάληψη. Εμείς ξέραμε πριν να τελειώσει η συνέλευση ότι είχε παρθεί η απόφαση για κατάληψη, για κάτι τέτοιο.

- Με βρήκε μπροστά στην πόρτα και μου είπε: Ρε και εσύ θέλεις κατάληψη;
- Λοιπόν. Για να επηρεάσουμε να μη γίνει κατάληψη, γιατί εμείς δεν τη θέλαμε…
- Εγώ όταν μπήκα, είχε γίνει η κατάληψη.
- Μισό λεπτό. Ποια είναι η πολιτική εκτίμησή μας, αυτό είναι άλλο θέμα. Αποφασίσαμε να βγούμε έξω και να βγούμε σε σώμα και να παρασύρουμε κι άλλους. Οχι να παρασύρουμε, αλλά… Βγήκαμε έξω και τελικά ξαναμπήκαμε σαν άτομα μέσα. Συνέχισε τώρα εσύ.
- Βασικά ο κόσμος, με αφορμή αυτά που είπες, φώναξε ένα σύνθημα που έδειχνε ότι ήταν αποφασισμένος να καθίσει. Κάπως έτσι. Εγινε φασαρία και αποδοκίμασε…»

Αριστερά, η μεταγραφή της πρώτης μεταπολιτευτικής συζήτησης μελών της Συντονιστικής του 1973 [«ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» 23/11/1977]. Δεξιά, τυπικό δείγμα αντίστοιχης «στρογγυλής τράπεζας» των επόμενων χρόνων, όταν πια οι μαρτυρίες αναζητούσαν κυρίως «το νόημα» του Πολυτεχνείου [«ΕΘΝΟΣ» 16/11/1981]. Κάτω δεξιά: Νοέμβρης 1976. Η Μαρία Δαμανάκη αναδεικνύεται από τα ΜΜΕ στην κατεξοχήν εμβληματική μορφή της εξέγερσης [«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» 18/11/1976].

Η συλλογική προσπάθεια ανασύστασης του «τι πραγματικά συνέβη» επιτρέπει να εμφανιστούν οι αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό μεταξύ των μελών της συντονιστικής επιτροπής της κατάληψης και να καταδειχθεί η δυναμική των εξελίξεων.

Ενώ αρχικά οι μαρτυρίες που κατατίθενται αφορούν το τι έγινε στο Πολυτεχνείο (πώς ξεκίνησε η κατάληψη, πώς λειτούργησε ο ραδιοφωνικός σταθμός, τι διαφωνίες υπήρχαν, πώς φτάσαμε στην αιματηρή καταστολή), πολύ γρήγορα το βάρος των αφηγήσεων μετατοπίζεται στο «τι σήμαινε», «ποιο είναι το νόημα του Πολυτεχνείου». Εκείνα τα χρόνια οι φωνές που κυριαρχούν στις αφηγήσεις είναι των μελών της Συντονιστικής Επιτροπής, όπως της Τόνιας Μωροπούλου, του Στέλιου Λογοθέτη, του Χρύσανθου Λαζαρίδη, του Κώστα Λαλιώτη, του Νίκου Σηφιανού και άλλων. Αυτοί δεν μιλούν τόσο ως μάρτυρες των γεγονότων του 1973 αλλά περισσότερο ως εκπρόσωποι των κομμάτων της Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ. Δεν καταθέτουν τις προσωπικές αναμνήσεις τους αλλά την πολιτική ανάλυση, η οποία να δικαιώνει τη γραμμή των δικών τους οργανώσεων έναντι των άλλων, και αναλαμβάνουν να προσδιορίσουν το «νόημα» του Πολυτεχνείου απέναντι σε προσπάθειες «διαστρέβλωσής» του.

Ετσι, το 1978 ο Στέλιος Λογοθέτης, μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής, υποστηρίζει ότι η εξέγερση ήταν «το αποκορύφωμα του αγώνα του λαού […] ξέσπασμα του αντιαμερικανικού-αντινατοϊκού κινήματος» και ότι η κυβέρνηση προσπαθούσε να φαλκιδεύσει το νόημα του Πολυτεχνείου. Οσοι και όσες δεν ήταν τότε ενταγμένοι σε κάποια οργάνωση, θέλησαν να υπογραμμίσουν τον αυθόρμητο χαρακτήρα της εξέγερσης, όπως η Τόνια Μωροπούλου, η οποία υποστήριζε ότι «το Πολυτεχνείο δεν εκφράσθηκε οργανωμένα γιατί δεν ήταν στην προοπτική των πολιτικών κομμάτων» («Ελευθεροτυπία», 17/11/1978). Ο λόγος στις συνεντεύξεις δεν έχει πλέον καμιά προφορικότητα, είναι σαν γραπτές τοποθετήσεις. Επίσης, ο διάλογος μεταξύ των ομιλητών είναι περιορισμένος και δεν υπάρχει η «πολυφωνικότητα» της συζήτησης που είχε δημοσιεύσει η «Ελευθεροτυπία» το 1977.

Η συζήτηση για το νόημα του Πολυτεχνείου, όπως γενικότερα για το νόημα κάθε επετείου, είναι ιστορικά προσδιορισμένη, και από αυτήν τη σκοπιά «τομή» μπορεί να θεωρηθεί το 1981. Λίγες εβδομάδες μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981, ο Κ. Λαλιώτης σε συνέντευξή του («Ελευθεροτυπία», 13/11/1981) τις ημέρες του εορτασμού της επετείου διαπίστωνε ότι «τώρα, μετά τη συντριπτική ήττα της δεξιάς και τη νίκη των δημοκρατικών δυνάμεων, που διασφάλισε η αλματώδης άνοδος του ΠΑΣΟΚ, γυρίζει μια καινούργια σελίδα για το έθνος και το λαό μας. Σήμερα μπορούμε, χωρίς καμιά αναστολή και περιστροφή, να πούμε ότι ο αγώνας του Πολυτεχνείου άρχισε να δικαιώνεται».

Σε αυτή τη νέα πολιτική πραγματικότητα μετά το 1981, η δημόσια συζήτηση θα αφορούσε το εάν «το Πολυτεχνείο δικαιώθηκε» ή εάν «ο αγώνας συνεχίζεται». Στον αντίποδα της λογικής ότι το Πολυτεχνείο δικαιώθηκε κινήθηκαν άλλοι αντιδικτατορικοί αγωνιστές. Η Αγγελική Ξύδη, φοιτήτρια της Φιλοσοφικής το 1973, σε ένα κείμενό της στον «Ριζοσπάστη» (14/11/1982) ήταν ξεκάθαρη: «Ο αγώνας συνεχίζεται. Οι στόχοι μένουν ανεκπλήρωτοι. Ο λαός παλεύει για τη δικαίωσή τους. Για πραγματική αλλαγή σ’ αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση». Παράλληλα, όσοι από τους πρωταγωνιστές του Πολυτεχνείου παρέμεναν ενεργοί στον χώρο της Αριστεράς επεδίωξαν να υπογραμμίσουν τον ρόλο των παράνομων οργανώσεων το 1973.

Επίσης, απέναντι σε μια λογική που παρουσίαζε το Πολυτεχνείο ως μια αυθόρμητη κινητοποίηση των φοιτητών, η Αριστερά μέσα από τη φωνή των πρωταγωνιστών της επεδίωξε να αναδείξει τη σημασία των πολιτικών οργανώσεων. «Χωρίς τη συμμετοχή των δυνάμεων αυτών και ιδιαίτερα του “Ρήγα Φεραίου” και του ΚΚΕ εσωτερικού το Πολυτεχνείο δεν θάταν αυτό που έγινε και έμεινε στην ιστορία», έγραψε ο Δημήτρης Χατζησωκράτης, μέλος της συντονιστικής επιτροπής, στην «Αυγή» (14/11/1982).

Πάντως, προς το τέλος της δεκαετίας του 1980 ο λόγος που αρθρώνεται γίνεται όλο και περισσότερο κριτικός και αυτοκριτικός, ιδιαίτερα απέναντι σε όσους χρησιμοποίησαν το Πολυτεχνείο στη μετέπειτα πολιτική σταδιοδρομία τους και γίνεται ορατό ένα ρήγμα ανάμεσα στο «εμείς». Τον Νοέμβριο του 1988, σε ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», 86 αντιδικτατορικοί αγωνιστές που ήταν ευρύτερα γνωστοί (όπως οι Νίκος Αλιβιζάτος, Γιάννης Βούλγαρης, Νίκος Βούτσης, Ιωάννα Καρυστιάνη, Δημήτρης Κουμάνταρος, Παναγιώτης Λαφαζάνης, Σταύρος Τσακυράκης και πολλοί άλλοι) δήλωναν ότι «το Πολυτεχνείο δεν ανήκει σε καμιά γενιά και σε κανέναν αποκλειστικά» και υποστήριζαν ότι η συμμετοχή στον αντιδικτατορικό αγώνα «δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση μετοχή προς εξαργύρωση σε κανενός είδους “χρηματιστήριο”».

Η κρίση των πολιτικών ταυτοτήτων

Στη δεκαετία του 1990 οι αφηγήσεις αφορούσαν σχεδόν αποκλειστικά το «εμείς», μέσα από μια οπτική απολογισμού και αυτοκριτικής, ενώ οι «άλλοι» (η χούντα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι «προβοκάτορες», κ.ά.) έχουν εξοβελιστεί. Το 1993 η «Ελευθεροτυπία» οργάνωσε συζήτηση στην οποία συμμετείχαν ο Αλέκος Αλαβάνος (το 1973 φοιτητής της Νομικής, το 1993 ευρωβουλευτής του Συνασπισμού), η Πέπη Ρηγοπούλου, ο Κώστας Λαλιώτης (το 1993 υπουργός Περιβάλλοντος) και ο Νίκος Χριστοδουλάκης (το 1973 φοιτητής στο ΕΜΠ και μέλος της Συντονιστικής, το 1993 καθηγητής στο ΟΠΑ και γενικός γραμματέας έρευνας και τεχνολογίας στο υπουργείο Βιομηχανίας). Στο επίκεντρο της συζήτησης πάλι δεν είναι η μνήμη της προσωπικής βίωσης των γεγονότων αλλά ούτε και το «νόημα» του Πολυτεχνείου. Το παρελθόν της εξέγερσης δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο διεκδίκησης ή επιβεβαίωσης της πολιτικής ταυτότητας, αλλά κριτικής επεξεργασίας.

Ο Νίκος Χριστοδουλάκης διατύπωσε τον σκεπτικισμό του «για τον ιδεολογικό μας εγκλωβισμό στα πλαίσια του παραδοσιακού ελληνικού αριστερού πολιτικού λόγου» και τη «μανιχαϊστική αντίληψη σε μια σχηματική διάκριση του απόλυτα καλού και του απόλυτα κακού». Πιο διεισδυτικός, ο Κώστας Λαλιώτης υποστήριζε ότι «το Πολυτεχνείο είναι ένα γεγονός, μια πραγματικότητα, είναι κι ένας μύθος. Αυτό που έχει κυριαρχήσει είναι ο μύθος. Τον μύθο αυτό τον είχε συνολικά ανάγκη η ελληνική κοινωνία για να καλύψει τις ενοχές της επειδή πολύ λίγο αντιστάθηκε, περισσότερο συμβιβάστηκε με τη χούντα».

Η διαπίστωση του Λαλιώτη ερχόταν να διαψεύσει την αντίληψη που πρόσωπα, κόμματα και οργανώσεις είχαν επίμονα καλλιεργήσει μετά το 1973: ότι δηλαδή ο λαός αγωνίστηκε κατά της χούντας και η εξέγερση του Πολυτεχνείου ήταν η κορύφωση αυτού του αγώνα. Σε αυτήν τη ριζική επαναδιαπραγμάτευση του παρελθόντος, τα δομικά στοιχεία που συγκροτούσαν μέχρι τότε τις πολιτικές ταυτότητες πλέον είχαν κλονιστεί. Κι αυτό ίσχυε κυρίως για την Αριστερά, ένα τμήμα της οποίας εγκατέλειπε τις μονολιθικές ιδεολογικές αναλύσεις, όπως τον αντιαμερικανισμό και τον αντιιμπεριαλισμό, για να υιοθετήσει πιο ρευστές κατηγορίες. Ετσι, η αποστασιοποίηση από τα ιδεολογικά ερμηνευτικά σχήματα του παρελθόντος φαίνεται στην αφήγηση του Αλέκου Αλαβάνου, ο οποίος από την εξέγερση του Πολυτεχνείου θα κρατούσε, όπως λέει, «τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη κι επίσης τον αντικομφορμισμό και μια κάποια ανορθολογικότητα». Ενώ στην πρώτη περίοδο οι αφηγήσεις αναπαράγουν ιδεολογικοπολιτικές αναλύσεις ευθυγραμμισμένες με τις θέσεις των κομμάτων της Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ, στη δεύτερη περίοδο οι αφηγήσεις αποτυπώνουν τη βαθιά κρίση αυτών των πολιτικών ταυτοτήτων.

Το Πολυτεχνείο ως κοινότητα μνήμης

Η κρίση των πολιτικών ταυτοτήτων οδηγεί τους αντιδικτατορικούς αγωνιστές να ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο για τη μνήμη του Πολυτεχνείου. Ο εορτασμός του Πολυτεχνείου έχει ήδη θεσμοθετηθεί από το 1985, οι πορείες προς την αμερικανική πρεσβεία έχουν χάσει πια τον παλμό τους και έχουν απομαζικοποιηθεί, ενώ γίνεται ολοένα και πιο αισθητή η αμφισβήτηση του Πολυτεχνείου από την άκρα Δεξιά. Το 1994 ο Δημήτρης Παπαχρήστος προσκεκλημένος να μιλήσει για την επέτειο του Πολυτεχνείου στους μαθητές στο 1ο Λύκειο Χαϊδαρίου είπε «μνήμη είναι η ίδια μας η ύπαρξη. Μπορεί να γεννήσει ελπίδες. Είναι η μόνη που αντιστέκεται σε κάθε μορφή εξουσίας. Αν οι γιορτές δεν καλλιεργούν αυτή τη μνήμη, δεν έχουν καμία ουσία» («Ελευθεροτυπία», 17/11/1994).

Νοέμβρης 2002. Το αντιτρομοκρατικό παρόν επανακαθορίζει την πρόσληψη του παρελθόντος – και οι μαρτυρίες των πρωταγωνιστών, που έχουν πάρει πια πολύ διαφορετικούς δρόμους, εστιάζονται πρωτίστως στην αποποίηση κάθε σχέσης μεταξύ «17ης Νοεμβρίου» και «17Ν»

Καθώς οι παλαιές πολιτικές ταυτότητες κλονίζονταν, οι αντιδικτατορικοί αγωνιστές μετατρέπονται σταδιακά σε μια «κοινότητα μνήμης». Οπως γράφουν οι Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν και ο Λόρινγκ Ντάνφορθ, τα μέλη μιας κοινότητας μνήμης προσπαθούν να εξασφαλίσουν τον έλεγχο στην ανάμνηση και την αφήγηση κάποιων γεγονότων του παρελθόντος και μέσα από αυτή τη διαδικασία διαχωρίζουν τον εαυτό τους από άλλους, που δεν έχουν ζήσει τις ίδιες εμπειρίες ή που τις έχουν ερμηνεύσει διαφορετικά.

Ο ρόλος των αγωνιστών του Πολυτεχνείου από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα είναι να διεκδικούν και να υπερασπίζονται τη μνήμη ενός σημαντικού ιστορικού γεγονότος. Ως ιστορικοί γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι η μνήμη δεν είναι δεδομένη και ότι η αφήγηση για το παρελθόν καθορίζεται από το παρόν. Ή, για να το θέσω διαφορετικά, το παρόν κυριαρχεί και επικαθορίζει τον τρόπο προσέγγισης του παρελθόντος. Τον Νοέμβριο 2002, η εφημερίδα «Εθνος» κάλεσε τους αγωνιστές του 1973 να γράψουν σύντομα κείμενα για την εξέγερση. Σχεδόν όλοι στα κείμενά τους συνέδεσαν την επέτειο με το φαινόμενο της τρομοκρατίας και εκθείασαν την εξέγερση με την ίδια θέρμη που καταδίκασαν την τρομοκρατία. Για να το εξηγήσει κανείς, πρέπει να λάβει υπόψη του τη συγκυρία: τη σύλληψη των μελών της οργάνωσης «17 Νοέμβρη» το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς και, δευτερευόντως, τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που είχαν εξαπολύσει οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Σε αυτό το πνεύμα ο Διονύσης Μαυρογένης έκλεισε το κείμενό του με την πρόταση ότι «η 17 Νοέμβρη είναι δική μας και δεν ανήκει στους λαθρεμπόρους των δικών μας οραμάτων», ενώ ο Δημήτρης Χατζησωκράτης αντιπαρέβαλε την «άοπλη εξέγερση» με τους «λάθρα βιώσαντες εκτελεστές της κλεπτεπώνυμης τρομοκρατικής οργάνωσης». Ισως ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η λεζάντα της εφημερίδας πάνω από τα κείμενα των αγωνιστών: «Εμείς είμαστε η 17 Νοέμβρη». Είναι πολύ προφανής η προσπάθειά τους να διαφυλάξουν τη μνήμη του Πολυτεχνείου από τις αρνητικές συνδηλώσεις που δημιουργούσε η ονομασία μιας οργάνωσης που είχε ταυτιστεί με την τρομοκρατία.

Το τίμημα της αναγνώρισης

Τι μας λένε αυτές οι αφηγήσεις για τους αγωνιστές του Πολυτεχνείου; Αφετηρία θα μπορούσε να είναι η διαπίστωση ότι οι αφηγήσεις των αγωνιστών δεν είναι μαρτυρίες με τη συνηθισμένη έννοια και επιπλέον ελάχιστες μαρτυρίες έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα. Αρα, το ερώτημα θα μπορούσε να διατυπωθεί διαφορετικά: γιατί δεν έγραψαν μαρτυρίες για την εξέγερση του 1973 όσοι/ες συμμετείχαν; Για να απαντήσουμε θα ήταν σκόπιμη μια σύγκριση με τη δεκαετία του 1940, για την οποία εκατοντάδες αγωνιστές έχουν εκδώσει τις προσωπικές μαρτυρίες τους. Οι αντιστασιακοί της Κατοχής και οι μαχητές του ΔΣΕ στον Εμφύλιο ήταν πολιτικά περιθωριοποιημένοι στη δημόσια σφαίρα μεταπολεμικά και είχαν στερηθεί τον λόγο για δεκαετίες, η δράση και η ζωή τους ήταν άγνωστες στην ευρύτερη κοινωνία, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1970. Γράφουν και ενθαρρύνονται από το Κομμουνιστικό Κόμμα να γράψουν την ιστορία τους, γιατί η ιστορία τους έχει ήδη γραφτεί από τον αντίπαλο και έχουν κατηγορηθεί, δυσφημιστεί, στιγματιστεί ως προδότες, συμμορίτες, «εαμοβούλγαροι». Γράφουν για να πουν με καθυστέρηση δεκαετιών οι ίδιοι την ιστορία τους και να δικαιώσουν τον αγώνα τους. Αντίθετα, τόσο οι αγωνιστές του Πολυτεχνείου όσο και το ίδιο το γεγονός της εξέγερσης βρέθηκαν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και των εκδηλώσεων εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων ήδη έναν χρόνο μετά. Η εξέγερση εναντίον της χούντας ήταν από την αρχή δικαιωμένη και νομιμοποιημένη στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας. Προτεραιότητά τους ήταν να διαχειριστούν το πολιτικό κεφάλαιο του Πολυτεχνείου, και αυτή είναι η πολύ κρίσιμη διαφορά σε σχέση με τις μαρτυρίες της δεκαετίας του 1940.

Για να πάω κατευθείαν στην ουσία: οι αγωνιστές της Αντίστασης και του Εμφυλίου είχαν να αναμετρηθούν με την ήττα και τις επιπτώσεις που είχε στην προσωπική ζωή τους για πολλά χρόνια: το τραύμα του θανάτου, των βασανιστηρίων, της φυλάκισης, της προσφυγιάς. Οι αγωνιστές του Πολυτεχνείου βρέθηκαν στον αντίποδα. Παρά το γεγονός ότι ανήκουν στα διανοούμενα στρώματα της κοινωνίας, και άρα έχουν πολύ μεγαλύτερη εξοικείωση με τη γραφή, συγκριτικά με τους αγωνιστές της δεκαετίας του 1940 δεν γράφουν διότι πολύ γρήγορα έγιναν οι «ήρωες» του ελληνικού λαού. Ο αγώνας τους ήταν από την αρχή νόμιμος, αποδεκτός και αποτέλεσε αντικείμενο εορτασμών, πολύ πριν καθιερωθεί η επίσημη επέτειος και μετονομαστούν δεκάδες οδοί της Αθήνας και άλλων πόλεων σε «Ηρώων Πολυτεχνείου». Και όχι μόνο αυτό: η μνήμη της εξέγερσης, επειδή ακριβώς μπορούσε να ενταχθεί στο αφήγημα για την αντιστασιακή παράδοση του ελληνικού έθνους, ήλθε αφενός να επισκιάσει συνολικά τη μνήμη του αντιδικτατορικού αγώνα και τη δράση όσων αντιστάθηκαν στη χούντα πριν από το 1972-73, αλλά και να συνδεθεί με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, «συνέχεια» που κωδικοποιήθηκε στο σύνθημα «ΕΑΜ - ΕΛΑΣ - Πολυτεχνείο».

Το γεγονός ότι πολύ γρήγορα οι αγωνιστές του Πολυτεχνείου αναγνωρίστηκαν και εκθειάστηκαν ως τέτοιοι, τους μετέτρεψε σε δημόσια πρόσωπα και αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής της κατάληψης. Από την αρχή δεν μιλούν ως άτομα αλλά ως εκπρόσωποι: αρχικά ως εκπρόσωποι της κατάληψης και μετά ως εκπρόσωποι πολιτικών οργανώσεων και κομμάτων. Και αυτή είναι μια δεύτερη σημαντική διαπίστωση: δεν μιλούν για τον εαυτό τους, αλλά στο όνομα των άλλων ή της λεγόμενης «γενιάς του Πολυτεχνείου». Αυτή η συνθήκη έχει ως αποτέλεσμα να διαγραφεί από τις αφηγήσεις τους η υποκειμενικότητά τους, η δική τους προσωπική, ιδιαίτερη εμπειρία και ανάμνηση. Μέσα από μια τέτοια αφήγηση προκύπτει μια αποσπασματική βιογραφία. Μπορεί να γνωρίζουμε για τη μετέπειτα σταδιοδρομία τους, αλλά αναφορικά με την εξέγερση είναι πρόσωπα που «έζησαν» μόνο εκείνες τις λίγες μέρες. Δεν ξέρουμε τίποτα για τις ζωές τους πριν από τον Νοέμβριο του 1973 και ξέρουμε λίγα για τις εμπειρίες τους μετά την καταστολή, για τη σύλληψη, τα βασανιστήρια, τη φυλάκιση, κ.λπ.

Τέλος, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι οι αφηγήσεις των πρωταγωνιστών είναι χωρίς αξία. Αντίθετα, οι αφηγήσεις είναι σημαντικές γιατί αποτυπώνουν τις αλλαγές που συντελούνται στο ίδιο το υποκείμενο. Οι αφηγήσεις στο πέρασμα των δεκαετιών αλλάζουν γιατί, όπως γνωρίζουν οι ιστορικοί, ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε το παρελθόν εξαρτάται από το παρόν. Οι αφηγήσεις την πρώτη περίοδο επικαθορίζονται από τις πολιτικές ταυτότητες των αγωνιστών, ενώ από τη δεκαετία του 1990 οι αφηγήσεις δείχνουν ότι οι πρώην εξεγερμένοι γίνονται σταδιακά μια «κοινότητα μνήμης». Καθώς οι πολιτικές ταυτότητες της Μεταπολίτευσης, που είχαν ως καταστατικά στοιχεία αφενός το Πολυτεχνείο και αφετέρου την Αντίσταση, αποδυναμώνονταν, η μνήμη αποκτούσε μεγαλύτερη βαρύτητα. Με το πέρασμα των δεκαετιών, αυτό που ενδιαφέρει τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες της εξέγερσης πλέον δεν είναι να αποδείξουν ποιος εκπροσωπεί καλύτερα το «πνεύμα» του Πολυτεχνείου, αλλά να διαφυλάξουν τη μνήμη της εξέγερσης από τον αναθεωρητισμό της Δεξιάς και τη λήθη.

* καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Το Πολυτεχνείο σε πρώτο πρόσωπο

ΣΧΕΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας