ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δήμητρα Βασιλειάδου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν είναι ποτέ εύκολο να μιλάμε για τη σεξουαλική βία και δεν είναι εύκολο ούτε να τη συζητάμε ιστορικά, παρότι στην ερευνητική πρακτική μας έχουμε διδαχτεί να τραβιόμαστε ένα βήμα πίσω από το αντικείμενο της μελέτης μας και παρά τη χρονική και πολιτισμική απόσταση που μας χωρίζει από την «ξένη χώρα» που είναι το παρελθόν· απόσταση που χτίζει γύρω μας, ας ειπωθεί έτσι, μια ζώνη προστασίας. Μετά από μιάμιση μέρα συζητήσεων αφιερωμένων στην ιστορία της σεξουαλικής βίας στον ελλαδικό χώρο κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, έχουμε κάνει μια πρώτη αδρή χαρτογράφηση για αυτήν την ειδική θεματική που μέχρι σήμερα είχε απασχολήσει ελάχιστα την εγχώρια ιστοριογραφία.

Για όλες και όλους εμάς που ζούμε σε μια εποχή που η σεξουαλική βία, στις διαφορετικές εκδοχές της, αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως τέτοια και συζητιέται παντού, κάποτε βέβαια με εξαιρετικά προβληματικούς όρους, και παρά την αύξηση των καταγγελιών, παρά την κινηματική δυναμική που σαρώνει τις πλατείες και τους δρόμους του κόσμου, παρά τις νομικές αλλαγές, παρά τις διαρκείς απόπειρες να σπάει ο κύκλος της σιωπής και της ντροπής για τα θύματα2, τις επιζώσες και τους επιζώντες, παρά τους προβληματισμούς για την ποινική αντιμετώπιση των δραστών, παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να μας απασχολεί ένα κεντρικό ερώτημα. Τι είναι αυτό που κάνει τη σεξουαλική βία να μοιάζει αμετάλλακτη, επίμονη και οικουμενική;

Διαχρονικά μοτίβα

Το ερώτημα δεν είναι αδικαιολόγητο. Η ιστορία και οι επιμέρους ιστορίες της σεξουαλικής βίας, κάποιες από αυτές ακούστηκαν εδώ τις μέρες του συνεδρίου, εμφανίζουν χαρακτηριστικά που μοιάζουν αμετάβλητα στον χρόνο και τον χώρο. Στον Βόλο και στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου, στην Κέρκυρα του 19ου αιώνα, στην Αθήνα της Μεταπολίτευσης, στην Πελοπόννησο την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης, η σεξουαλική βία σχετιζόταν παντού και πάντοτε με άνισες σχέσεις εξουσίας που τροφοδοτούσαν οι κυρίαρχες αντιλήψεις για τα φύλα, καθώς συνυφαίνονταν με άλλες κατηγορίες διαφοράς, όπως η ηλικία, η κοινωνική τάξη, τα διαφορετικά συστήματα πίστης, η εθνότητα, η φυλή, η σεξουαλική ταυτότητα κ.ο.κ. Η σεξουαλική βία μοιάζει να ήταν πάντοτε εκεί: στην ειρήνη και στον πόλεμο, στο εργοστάσιο, το γραφείο και το χωράφι, στη γειτονιά και στο σπίτι, στις πόλεις και στην ύπαιθρο, στους λόγους και στις πράξεις των ειδικών και των κρατικών αξιωματούχων, στις νομικές και κοινωνικές αντιλήψεις που τη δικαιολογούσαν ή δεν την αναγνώριζαν ως τέτοια. Είναι σαφές ότι κάθε απόπειρα να ιστορικοποιηθεί η σεξουαλική βία φέρνει αργά ή γρήγορα στην επιφάνεια κάποιες σταθερές, κάποια μοτίβα, που ελαφρά παραλλαγμένα την ακολουθούν μέσα στον χρόνο, και θα ήθελα να θυμίσω μόνο μερικά από αυτά.

«Βιασμός ωρίμου κοριτσιού χωρίς την θέλησί του είνε, αν όχι αδύνατος, πάντως όμως πολύ δύσκολος· γιατί ο βιασμός προϋποθέτει απόλυτην ακινησίαν εκ μέρους του κοριτσιού» | (Αννα Κατσίγρα, «Ο ελεύθερος έρωτας και το ανώτερο κορίτσι», Αθήνα 1951, σελ. 97)

Πρώτη σταθερά μέσα στον χρόνο είναι η αδυναμία μας να γνωρίζουμε τους πραγματικούς αριθμούς, την έκταση του φαινομένου. Τα στοιχεία μας στηρίζονται πάντα στα περιστατικά που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, καταγγέλλονται. Σε ό,τι αφορά τις ιστορικές περιόδους που μας απασχόλησαν στο συνέδριο, οι επίσημες στατιστικές του εγκλήματος στην Ελλάδα, όπως έχουν δείξει αρκετές έρευνες, είναι ελλιπείς και τα στοιχεία τους αναξιόπιστα. Οι στατιστικές, από την άλλη μεριά, που προκύπτουν από τις δικές μας ατομικές έρευνες είναι μερικές και αποσπασματικές κι αυτές, αφού εξαρτώνται από το υλικό που έχουμε κάθε φορά στα χέρια μας. Παρ’ όλα αυτά, μας δίνουν κάποιες ενδείξεις για την έκταση του ζητήματος. Ενα παράδειγμα μόνο από τα δικαστικά αρχεία των Κυκλάδων την περίοδο 1914-1940, που αποδεικνύει πώς αποψιλώνονταν αριθμητικά οι μηνύσεις για τις διάφορες σεξουαλικές επιθέσεις κατά τη διαδρομή τους μέσα στον μηχανισμό δικαιοσύνης – παράδειγμα που μπορεί να προστεθεί σε αυτά του Βόλου και της Θεσσαλονίκης που παρουσιάστηκαν εδώ (βλ. τις ανακοινώσεις της Αγγελικής Νικολάου, «“…ησέλγησεν επ’ αυτής κατά φύσιν και παρά φύσιν”: Σεξουαλικές επιθέσεις και δικαστηριακές πρακτικές στον Βόλο του Μεσοπολέμου μέσα από δικαστικά αρχεία», και του Κώστα Τζιάρα, «Η σεξουαλική βία στον μεσοπολεμικό αστικό χώρο: Μελετώντας το Αρχείο του Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης»). Από τις 120 μηνύσεις που είχαν συνολικά κατατεθεί για βιασμό και απόπειρα βιασμού από τις Κυκλάδες, μόνο οι 23 από τους καταγγελλόμενους άντρες θα δικάζονταν στο Κακουργιοδικείο Σύρου για τα συγκεκριμένα εγκλήματα. Από τις υπόλοιπες υποθέσεις, οι 24 θα μετατρέπονταν σε αποπλανήσεις ανηλίκου, ενώ οι 14 θα παραπέμπονταν στο Πλημμελειοδικείο ως άδικες επιθέσεις. Τέλος, οι μισές σχεδόν καταγγελίες για βιασμό και απόπειρα βιασμού θα κατέληγαν σε απαλλακτικά βουλεύματα με ποικίλες νομικές αιτιολογίες, με πολλές από αυτές να στοιχειοθετούν, σύμφωνα με τους αρμόδιους δικαστές, τον συναινετικό χαρακτήρα της σχέσης θύματος και θύτη. Ακόμη και ένα πολύ μικρό στατιστικό δείγμα σαν κι αυτό, δείχνει τις εξαιρετικά μειωμένες πιθανότητες που είχε μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα μια καταγγελία για βιασμό αφενός να εκδικαστεί αφετέρου να οδηγήσει στην αναγνώριση της ενοχής του κατηγορούμενου.

Δεύτερη σταθερά μέσα στον χρόνο, διαφάνηκε ήδη από τα παραπάνω στοιχεία, ήταν η συχνότητα με την οποία κατέρρεαν οι ποινικές υποθέσεις στο δικαστήριο. Κατά τον 19ο και 20ό αιώνα ένας άντρας που καταγγελλόταν για βιασμό είχε πολύ περισσότερες πιθανότητες να απαλλαγεί παρά να καταδικαστεί. Συχνά αστυνόμοι και δικαστές μετέθεταν είτε συνολικά την ευθύνη της επίθεσης είτε την ευθύνη για την απόδειξη της επίθεσης, πιο συχνά και τα δύο, στα θύματα. Η μακρά δυσπιστία με την οποία αντιμετώπιζαν οι αρμόδιες αρχές τις γυναίκες, λόγου χάρη, που κατήγγελλαν σεξουαλικές επιθέσεις εναντίον τους εκφραζόταν με πολλούς τρόπους: εκείνες έπρεπε να αποδείξουν ότι έλεγαν την αλήθεια, εκείνες έπρεπε να επιδείξουν εμφανή σημάδια αντίστασης πάνω στο ίδιο τους το σώμα, εκείνες έπρεπε να μπορούν να πιστοποιήσουν την καθόλα ηθική συμπεριφορά τους, εκείνες έπρεπε να έχουν αφηγηθεί αμέσως το συμβάν σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, κ.λπ.

Τρίτη σταθερά μέσα στον χρόνο είναι η κατάταξη των γυναικών σε ηθικές και ανήθικες, σε ενάρετες και μη, σε φρόνιμες και ζωηρές, σε καλά και κακά κορίτσια και η ρητή ή υπόρρητη παραδοχή ότι οι «ανήθικες» γυναίκες, τα κακά κορίτσια δεν θα βλάπτονταν ιδιαίτερα από έναν βιασμό. Αυτή ήταν μια άποψη που έμοιαζε τελικά να τη μοιράζονται όλοι: από τον ποινικό νόμο και τους αξιωματούχους του μέχρι τη λεγόμενη κοινή γνώμη. Παρά τους σημαντικούς μετασχηματισμούς που γνώρισαν οι έμφυλες και σεξουαλικές σχέσεις τους τελευταίους δύο αιώνες στη χώρα μας, ο κυρίαρχος ηθικός κανόνας συνεχίζει να υπαγορεύει τον έλεγχο της γυναικείας σεξουαλικότητας. Στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου που μας απασχόλησε στο συνέδριο το βασικό διακύβευμα ήταν η διατήρηση της παρθενίας, η κεφαλαιοποίησή της για τη μελλοντική γαμήλια αποκατάσταση, αλλά και η μετατροπή της σεξουαλικής αγνότητας σε νομικό επιχείρημα για τις ανύπαντρες γυναίκες και τις οικογένειές τους όταν έφταναν στην αστυνομία ή στο δικαστήριο. Οπως φάνηκε από τις σχετικές ομιλίες, το νομικό επιχείρημα της αγνότητας αξιοποιούνταν στην ποινικά κολάσιμη πράξη της παρθενοφθορίας κατά τη μετάβαση στη νεωτερικότητα, αργότερα, στον 19ο αιώνα και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, στον νόμο για την αποπλάνηση ανηλίκων και πιο μετά, στις αρχές πλέον του 20ού αιώνα, ξεκάθαρα πια, με την εισαγωγή του νόμου «περί αποπλανήσεως κόρης αμέμπτων ηθών».

Ακόμη ένα σημείο σύνδεσης με το παρελθόν, και θα σταματήσω εδώ, παρότι θα μπορούσα άνετα να συνεχίσω –ο κατάλογος είναι μακρύς– αφορά τη βασική υπερασπιστική γραμμή που ακολουθούσαν πολλοί από τους κατηγορούμενους για πράξεις σεξουαλικής βίας. Δήλωναν συστηματικά αθώοι, και είτε ισχυρίζονταν ότι η σεξουαλική επαφή ήταν συναινετική (στρατηγική που ακολουθείται κατά γράμμα και σήμερα) είτε ότι οι ενάγουσες είχαν κατ’ επανάληψη ζητήσει να αποζημιωθούν οικονομικά για τη σεξουαλική επαφή, απειλώντας ότι διαφορετικά θα τους σύρουν στα δικαστήρια. Παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως άτυχα θύματα εκβιασμού, οι δράστες αντλούσαν από βαθιά ριζωμένες ιεραρχήσεις για τις ετερόφυλες σεξουαλικές σχέσεις, που ήθελαν τις γυναίκες να παρέχουν στους άνδρες σεξ ζητώντας πάντοτε ανταλλάγματα: τη γαμήλια αποκατάστασή τους, ειπώθηκε ήδη, αλλά και υλικά ανταλλάγματα, χρήματα εν προκειμένω.

Μετασχηματισμοί στον χρόνο

Ιστορίες σεξουαλικής βίας από τη νεότερη Ελλάδα

Πέρα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όμως, η ιστορική έρευνα έχει αναδείξει και τους μετασχηματισμούς της σεξουαλικής βίας μέσα στον χρόνο, και κάποιοι από αυτούς αναδείχθηκαν και μέσα από τις πλούσιες συζητήσεις μας στο συνέδριο. Από την ιστορία του δικαίου γνωρίζουμε ότι η ποινική αντιμετώπιση των σεξουαλικών εγκλημάτων, ανάμεσά τους και του βιασμού, γνώρισε σημαντικές ανακατατάξεις. Από έγκλημα ενάντια στην ιδιοκτησία του επικεφαλής του πατριαρχικού οίκου κατά τον Μεσαίωνα, μέσα στους επόμενους αιώνες αναγνωρίστηκε ως επίθεση ενάντια στα «κοινά ήθη», ενώ κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα νομοθετήθηκε ως έγκλημα ενάντια στο πρόσωπο – σήμερα ενάντια στη γενετήσια (τη σεξουαλική με άλλα λόγια) ελευθερία. Η ιστορικότητα της σεξουαλικής βίας αναδύεται και μέσα από τις πολύσημες διασταυρώσεις της με την κυρίαρχη ηθική, τις κρατούσες κοινωνικές αξίες και τις μεταβαλλόμενες πολιτισμικές αντιλήψεις για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Το τι θεωρείται βίαιο και το τι θεωρείται σεξουαλικό έχουν αλλάξει πολύ μέσα στον χρόνο. Θα επανέλθω στο σημείο αυτό παρακάτω.

Στο πλαίσιο μιας ιστοριογραφίας της διαπροσωπικής βίας, του εγκλήματος και της ποινικής δικαιοσύνης, οι βιασμοί έχουν συσχετιστεί με άλλες ιστορικές κατηγορίες σεξουαλικών εγκλημάτων, όπως την «αποπλάνηση», την «παρά φύση ασέλγεια», την «αρπαγή» και την «ακούσια απαγωγή», τη «βίαιη επίθεση» ή την «πρόκληση δημοσίου σκανδάλου». Σημαντικές διεθνείς έρευνες έχουν αναδείξει τον συστηματικό, θεσμικό και κοινωνικό, στιγματισμό των θυμάτων σεξουαλικής βίας και έχουν συζητήσει τους τρόπους με τους οποίους επιστημονικοί λόγοι, κυρίως ψυχιατρικοί, ιατροδικαστικοί και εγκληματολογικοί, διαμόρφωναν τις εκάστοτε αναπαραστάσεις των δραστών ως «ανώμαλων», «δράκων» ή «συνηθισμένων» ανδρών, αλλά διαμόρφωναν εξίσου και τα «ιδανικά» θύματα της σεξουαλικής επίθεσης.

Τέλος, πολυάριθμες μελέτες έχουν αναλύσει τη σεξουαλική βία σε καιρούς πολεμικών συγκρούσεων ως κεντρικά σχεδιασμένη στρατιωτική επιχείρηση, ως όπλο πολέμου, ως μηχανισμό εθνοκάθαρσης, ως ανακριτική πρακτική, ως στρατηγική εκφοβισμού και απαξίωσης των αντιπάλων, ως μέρος μιας μικροοικονομίας βίαιης αρπαγής του πολέμου, ή/και ως παρεπόμενο του σταδιακού εκβαρβαρισμού των εκάστοτε στρατιωτικών σωμάτων αλλά και ομάδων αμάχων απέναντι σε ευάλωτους πληθυσμούς ή εθνικούς αντιπάλους (για την Ελλάδα, βλ. Τάσος Κωστόπουλος, «Καταγράφοντας το ανομολόγητο: το πολεμικό ημερολόγιο ενός βιαστή στρατιώτη», σε Αθηνά Κόλλια-Δερμιτζάκη κ.ά. [επιμ.], «Ιστορίες πολέμου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη», Αθήνα 2018, σ. 471-489).

Γνωρίζουμε επίσης ότι η σεξουαλική βία στο παρελθόν έπαιρνε διάφορες μορφές και θα δώσω μερικά παραδείγματα από την Ελλάδα. Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στη 14χρονη κοπέλα η οποία απαγόταν στις αρχές του 20ού αιώνα από έναν συγχωριανό της που την «κατέστρεφε» για να εκβιάσει την ίδια και την οικογένειά της σε γάμο, και στη 19χρονη εργάτρια της δεκαετίας του 1960 στην Αθήνα που είχε σεξουαλικές σχέσεις με έναν άνδρα που είχε υποσχεθεί κατ’ επανάληψη γάμο. Δεν είναι ίδια η ιστορία μιας θυγατέρας «συμμορίτου» που βιαζόταν ομαδικά μέσα στον εμφύλιο για παραδειγματισμό, με την ιστορία ενός 7χρονου αγοριού που το κακοποιούσε συστηματικά ο τοπικός αστυφύλακας, απειλώντας το ότι θα το σκότωνε εάν μιλούσε. Δεν είναι ίδια η ιστορία μιας γυναίκας που ο σύζυγός της αγνοούσε το «όχι», με εκείνην ενός φαντάρου που βιαζόταν από άλλους φαντάρους μέσα στη μονάδα γιατί ήταν «κίναιδος» ή με εκείνη μιας λεσβίας που δεχόταν συστηματικά «επανορθωτικές» σεξουαλικές επιθέσεις στις αρχές του 20ού αιώνα, περίοδο που η γυναικεία ομοερωτική επιθυμία μόλις και μετά βίας αναγνωριζόταν ως υπαρκτή.

Ιστορίες σεξουαλικής βίας από τη νεότερη Ελλάδα

Οι ατομικές ιστορίες της σεξουαλικής βίας και τα μοτίβα των σεξουαλικών επιθέσεων είναι πολλά και διαφορετικά, και το ίδιο ισχύει και για τα εκάστοτε ιστορικά τους συμφραζόμενα. Είναι νομίζω προφανές, και από όσα ειπώθηκαν στη συνάντησή μας, ότι η σεξουαλική βία δεν αφορά μόνο, το κυρίαρχο παρ’ όλα αυτά, ετερόφυλο δίπολο άνδρας δράστης/γυναίκα θύμα, επειδή και άνδρες έχουν βιαστεί, όπως και άτομα με άλλες σεξουαλικές ταυτότητες και προτιμήσεις, αλλά και γυναίκες έχουν υπάρξει θύτες σεξουαλικής βίας.

Δεν θα μακρηγορήσω, θα βάλω μόνο ένα τελευταίο ζήτημα που μοιάζει σημαντικό για την ιστορικοποίηση της σεξουαλικής βίας και αφορά την έκταση και την ένταση με τα οποία κάθε κοινωνία κάνει δυνατή, επιτρέπει ή ακόμη παραπέρα αναγνωρίζει ανοιχτά ως απαραίτητη τη συζήτηση γι’ αυτήν, και εάν ναι, με ποιους τρόπους και με ποια μέσα το κάνει αυτό. Οι απαντήσεις θα μας αποκαλύψουν τα νοήματα με τα οποία επενδυόταν κάθε φορά η σεξουαλική βία και κάτι επίσης πολύ σημαντικό: ποιες πράξεις και συμπεριφορές αναγνωρίζονταν ως σεξουαλικά βίαιες, κακοποιητικές ή μη συναινετικές μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα. Γνωρίζουμε, λόγου χάρη, ότι πρακτικές που σήμερα θεωρούμε σεξουαλικά παραβιαστικές δεν έχουν αφήσει ίχνη στις ιστορικές πηγές, και δεν έχουν αφήσει ίχνη, πιστεύουμε, γιατί οι άνθρωποι στην εποχή τους δεν τις αναγνώριζαν ως τέτοιες. Με άλλα λόγια, η βία δεν βρίσκεται «εκεί» και εμείς οι ιστορικοί πάμε απλώς, την ανακαλύπτουμε και την ανασύρουμε, αλλά βρίσκεται εκεί γιατί αναγνωρίζεται ως τέτοια από μια ιστορικά συγκεκριμένη κοινωνία, σε συμφωνία με τις γενικές ιδέες που κυριαρχούν σε αυτήν.

*επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου 1


1. Το κείμενο διαβάστηκε στο ομότιτλο συνέδριο, που διοργανώθηκε στη Μυτιλήνη από το ερευνητικό έργο Brintima (Brutal Intimacies: A History of Rape in Modern Greece, 1900s-1960s) στις 4 και 5 Νοεμβρίου 2022. Το έργο υποστηρίζεται από το ΕΛΙΔΕΚ στο πλαίσιο της Δράσης «2η Προκήρυξη ερευνητικών έργων ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. για την ενίσχυση Μεταδιδακτορικών Ερευνητών/τριών» (αρ. έργου: 9) και στεγάζεται στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

2. Στο κείμενο υιοθετείται ο όρος θύμα/παθούσα και όχι ο όρος επιζώσες/επιζήσασες σεξουαλικής βίας, όρος που χρησιμοποιείται σήμερα από σημαντικό μέρος του φεμινιστικού και ακτιβιστικού χώρου στην Ελλάδα, όπως και αλλού. Προκρίνεται, πολύ συνειδητά, η ιστορικότητα των όρων, καθώς η λέξη επιζώσα/επιζήσασα και οι συνδηλώσεις της δεν απαντούν σε καμία ιστορική πηγή και δεν χρησιμοποιούνται από κανένα ιστορικό υποκείμενο από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1960, περίοδο που απασχόλησε τις εργασίες του συνεδρίου. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι ο όρος θύμα δεν επιστρατεύεται εδώ για να κριθούν ηθικά τα πρόσωπα που κακοποιήθηκαν σεξουαλικά και ασφαλώς δεν χρησιμοποιείται προκειμένου να αποδοθεί κάποια συγκεκριμένη ταυτότητα σε πρόσωπα του παρελθόντος.