Την Πρωτοχρονιά του 2015 πέθανε από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία 70 ετών ο Γερμανός κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ, ένα από τα πιο ζωηρά και ανήσυχα πνεύματα του καιρού μας. Η ακόλουθη συνέντευξή του δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «La Repubblica» στις 17-7-2013.
• Καθηγητή Μπεκ, τι σημαίνει «Αριστερά» το καλοκαίρι του 2013;
Πριν από δέκα χρόνια θα σας είχα απαντήσει ότι βρισκόμαστε πέραν της Δεξιάς και της Αριστεράς. Σήμερα δεν είμαι πλέον τόσο σίγουρος. Εχουν συμβεί τόσα πράγματα στον κόσμο που θεωρούσαμε ότι ήταν αδιανόητα. Νομίζω ότι χρειάζεται να ξαναμάθουμε, να επινοήσουμε εκ νέου τη μεταφορά της Αριστεράς. Χρειαζόμαστε επίσης μια νέα γλώσσα, μια νέα φαινομενολογία τού τι είναι σήμερα η Δεξιά και η Αριστερά.
• Ποιες αξίες έχετε στον νου σας;
Δυστυχώς είναι πιο εύκολο να τις ορίσει κανείς αρνητικά παρά θετικά. Θα προσπαθήσω όμως. Για να αρχίσουμε, στη θέση της ταξικής αλληλεγγύης έχει εισχωρήσει ένας «ηθικός ατομικισμός», δηλαδή ένας ατομικισμός ο οποίος, χάρη στο αίσθημα της διασύνδεσης που μας δίνουν οι νέες τεχνολογίες, αισθάνεται υπεύθυνος για τους άλλους, που κάποτε τους θεωρούσαμε μακρινούς. Ενας νέος ατομικισμός ο οποίος προϋποθέτει μια κοσμοπολίτικη διάσταση. Επειτα ένα ενδιαφέρον για τα παγκόσμια προβλήματα, σε έναν κόσμο όμως πολύ τοπικό και προσωπικό, πολύ διαφορετικό από την ατζέντα των εθνών-κρατών. Ενα διαφωτιστικό παράδειγμα είναι εκείνο του περιβάλλοντος που βρίσκεται στην κορυφή των ενδιαφερόντων των νέων κάθε χώρας. Και, τέλος, η εκ νέου επινόηση του κοινωνικού κράτους σε μιαν υπερεθνική βάση, στην περίπτωσή μας σε ευρωπαϊ- κή βάση. Μόνο έτσι μπορούν να δοθούν απαντήσεις στην οικονομική ανασφάλεια, και επομένως στην υπαρξιακή ανασφάλεια, των νέων γενεών. Καμία Αριστερά δεν θα μπορεί να είναι άξια αυτού του ονόματος αν δεν επιφορτιστεί με την ευθύνη να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα.
• Πρόσφατα ασχοληθήκατε πολύ με τα παγκόσμια κινήματα διαμαρτυρίας. Εκεί πρέπει να αναζητήσουμε τα ίχνη της νέας Αριστεράς;
Σίγουρα μπορούμε να πούμε ότι πολλοί άνθρωποι απογοητεύονται όλο και περισσότερο από την πολιτική των εθνών-κρατών, μια πολιτική που ενδιαφέρεται για τις οικονομικές ελίτ. Από αυτήν την απογοήτευση γεννιέται μια νέα επινόηση των αξιών της Αριστεράς. Από την «αραβική άνοιξη» ώς την Κωνσταντινούπολη και το Ρίο και τώρα ξανά στο Κάιρο, η αληθινή διακύβευση είναι η επανεξέταση του ίδιου του χαρακτήρα του κράτους. Τα κινήματα είναι διαφορετικά, ωστόσο βλέπω κοινά χαρακτηριστικά. Εξάλλου καμιά από αυτές τις εξεγέρσεις δεν θα γινόταν εφικτή χωρίς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
• Εσείς μιλάτε για κινήματα που θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε με την ευρεία έννοια Αριστερά. Τα κόμματα ωστόσο δεν είναι διαφορετικό πράγμα;
Σίγουρα. Είναι στη φύση της διαμαρτυρίας οι άνθρωποι να θέλουν κυρίως την αλλαγή. Αλλά τα πράγματα που πρέπει να αλλάξουν είναι τόσο πολλά ώστε θα χρειαστούν δεκαετίες. Στο μεταξύ τόσο τα κόμματα της Δεξιάς όσο και εκείνα της Αριστεράς θα μετασχηματιστούν ή θα χαθούν. Σε όλο και περισσότερες χώρες οι διαμαρτυρίες θα μπορέσουν να εκραγούν και έπειτα θα σβήσουν. Ο χειρότερος λαϊκισμός και η πιο ακραία Δεξιά θα μπορέσουν να ανθήσουν. Και η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να περάσει μια μακρά περίοδο υποχώρησης.
• Αυτό δεν είναι ακριβώς ένα καθησυχαστικό σενάριο. Ας επιστρέψουμε όμως στα κινήματα και στα κόμματα…
Μία από τις κυριότερες διαφορές είναι το ότι τα κόμματα αποτελούν δημιουργήματα του έθνους-κράτους, ενώ η «παγκόσμια γενιά», εκείνη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, βρίσκεται σε μια κατάσταση παρόμοια με εκείνη του Κολόμβου, όταν το ταξίδι του τον οδήγησε να συναντήσει μια νέα και απρόβλεπτη ήπειρο. Αυτοί οι νέοι Κολόμβοι εξερευνούν έναν καινούργιο κόσμο, για τον οποίο δεν υπάρχουν ακόμη ούτε ονόματα ούτε χάρτες. Είναι μια νέα εποχή ανακαλύψεων. Και οι διαμαρτυρίες θα μπορούσαν να συνεχιστούν όσο η ίδια η πολιτική δεν ανανεώνεται ριζικά.
• Ενόσω όμως περιμένουμε αυτή τη ριζική ανανέωση, τα κλασικά θέματα της «παλιάς» Αριστεράς, όπως είναι η οικονομική ανισότητα και η εργασία, είναι περισσότερο επίκαιρα από κάθε άλλη φορά. Ενδιαφέρουν αυτά τα θέματα και τα κινήματα της νέας Αριστεράς;
Βέβαια. Τα κινήματα όμως έχουν ελάχιστη εμπιστοσύνη στο γεγονός ότι τα κόμματα μπορούν να φροντίσουν τα υπαρξιακά τους προβλήματα και να εκπροσωπήσουν τα νόμιμα συμφέροντά τους. Το βλέπουμε καλά στη Βραζιλία, μια χώρα που μετασχηματίστηκε προς το καλύτερο από το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία και όπου η ανεργία έχει πέσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά στη χώρα αυτή υψώνεται μια ισχυρή κραυγή πόνου από τα κάτω εναντίον ενός απόμακρου κράτους και μιας διεφθαρμένης ελίτ.
• Ο κατάλογος των πρόσφατων προοδευτικών ηγετών που γέννησαν μεγάλες ελπίδες και προκάλεσαν έπειτα απογοητεύσεις είναι μεγάλος: Μπλερ, Θαπατέρο, από ορισμένες απόψεις Ομπάμα, τώρα Ολάντ. Γιατί είναι τόσο δύσκολο να τηρηθούν οι αριστερές υποσχέσεις;
Ολα αυτά τα πρόσωπα χρησιμοποίησαν παρόμοια συνθήματα: περισσότερη αγορά, περισσότερη τεχνολογία, περισσότερη ανάπτυξη, περισσότερη ευελιξία. Συνθήματα που δεν παρέχουν καμία εξασφάλιση στους καιρούς στους οποίους ζούμε. Το αντίθετο μάλλον. Χρησιμοποίησαν μέσα και απαντήσεις των εθνών-κρατών, συχνά μάλιστα σε μια νεοφιλελεύθερη εκδοχή τους. Γι’ αυτό απογοήτευσαν.
• Οι νέοι αντίθετα, η δική σας γενιά των νέων Κολόμβων, ποια συνθήματα έχουν στην καρδιά τους;
Μια σφυγμομέτρηση που έκανε το ερευνητικό κέντρο το οποίο διευθύνω έδειξε ότι οι νέοι είναι αβέβαιοι σχεδόν για τα πάντα. Εκτός από το ζήτημα του περιβάλλοντος, που έχει γι’ αυτούς υψηλή προτεραιότητα. Και εδώ υλοποιείται ένα νέο παράδοξο της κοινωνίας του ρίσκου, που τα παλιά κόμματα φαίνεται να μην το αντιλαμβάνονται και που θα το αποκαλέσω «διαφωτιστικό καταστροφισμό». Με άλλα λόγια, το να δραματοποιούμε την κλιματική αλλαγή και την περιβαλλοντική κρίση δεν υπηρετεί άλλον σκοπό από το να αποφύγουμε την καταστροφή. Οποιος προειδοποιεί γι’ αυτές το κάνει μόνο για να διαψευστεί. Αυτή η προφυλακτική χρήση των μελλοντικών καταστροφών δημιούργησε έναν νέο τύπο κινήματος διαμαρτυρίας που ξεπερνάει τα σύνορα.
• Βλέπετε ένα κόμμα ή έναν ηγέτη στον οποίο η ευρωπαϊκή Αριστερά θα έπρεπε να προσβλέπει για να αντλεί έμπνευση και για να αρχίσει πάλι να νικάει;
Περισσότερο από όσο σε εθνικό ή σε παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να βρεθούν νικηφόρα υποδείγματα στο επίπεδο των κοινοτήτων και πιο συγκεκριμένα κοινοτήτων των παγκοσμιοποιημένων πόλεων. Ημουν πρόσφατα στη Βασιλεία και εκεί διεξάγεται μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για τις «μικρές ελβετικές Νέες Υόρκες». Ειδικά η Ζυρίχη έχει μετασχηματιστεί τα τελευταία είκοσι χρόνια σε έναν τόπο που υπαγορεύει τις μητροπολιτικές τάσεις. Το χαρακτηριστικό της είναι ότι αποτελεί ένα κολάζ διαφορετικών παγκοσμιοποιημένων περιβαλλόντων. Οπως στη Νέα Υόρκη, αυτές οι κοινότητες ανασυγκροτήθηκαν σε διάφορα μέρη της πόλης με ένα συνεχές «πηγαινέλα» νέων προσώπων, ιστοριών, τάσεων. Με έναν θαυμαστό τρόπο αυτό το κοσμοπολίτικο περιβάλλον των μειονοτήτων κατέκτησε μια σαφή πλειοψηφία στην πολιτική της πόλης. Το ίδιο συμβαίνει στη Βασιλεία, στη Βέρνη, αλλά και στο Μόναχο και στο Βερολίνο και ίσως και σε άλλες πόλεις του κόσμου. Εδώ τα προβλήματα θεωρούνται παγκόσμια και οι κάτοικοι υιοθετούν έναν κοσμοπολίτικο προσανατολισμό. Σε σύγκριση με παρόμοιες πραγματικότητες η παραδοσιακή πολιτική φαίνεται αληθινά πολύ ξεπερασμένη.
