1990: Το Μπουρούντι σπαράσσεται από τον εμφύλιο. Σε ένα απομακρυσμένο χωριό μια 6χρονη, η Κονσολάτ Σιπέριους, κρυμμένη πίσω από φτέρες, παρακολουθεί τη σφαγή της οικογένειάς της.
Μεταφέρεται σε ορφανοτροφείο και λίγο καιρό μετά προσγειώνεται σε ένα χωριό του Βελγίου, σε ένα σπίτι που μιλούν γαλλικά ενώ εκείνη γνωρίζει μόνο μια αφρικανική διάλεκτο, που όλα τα λευκά παιδιά έχουν ξανθά ίσια μαλλιά κι εκείνη παλεύει με τις ατίθασες μαύρες μπούκλες της, που οι συγχωριανοί την αντιμετωπίζουν σαν ατραξιόν.
2016: Μια Ελβετή, μέλος μη κυβερνητικής οργάνωσης, επιστρέφει από μια αποστολή στην Τουρκία και στην Ελλάδα, κρατά στο χέρι τη γνωστή εικόνα του νεκρού μικρού Αϊλάν, θυμάται ανατριχιαστικές ιστορίες και προσπαθεί μέσα από την εσωτερική της μάχη να οριοθετήσει την έννοια της συμπόνιας.
Στο έργο «Compassion. The History of the Machine Gun» ο Mίλο Ράου –ίσως από τα πιο «δυνατά» ονόματα της Ευρώπης στη σκηνοθεσία- και η περίφημη Σαουμπίνε -το μεγαλύτερο γερμανικό επιχορηγούμενο θέατρο- βάζουν ξανά στο θεατρικό τραπέζι τα «καυτά» κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα των καιρών μας. Την περασμένη Τετάρτη ήρθαν στη Θεσσαλονίκη για τα φετινά Δημήτρια.
Σε μια πόλη που έχει γεμίσει με πανό τα οποία μας καλούν να «φανταστούμε την ειρήνη» (από την εγκατάσταση της Γιόκο Ονο «Imagine peace»), έδειξαν στους Θεσσαλονικείς που γέμισαν ασφυκτικά τo Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών ότι η φαντασία μπορεί να φτιάχνει το ιδεατό αλλά η πραγματικότητα δεν χωρά ούτε στο πιο ευφάνταστο σενάριο.
Μέσα από τη μορφή του διπλού μονολόγου οι δύο γυναίκες μεταφέρουν επί σκηνής θραύσματα εμπειριών από διάφορα σημεία του πλανήτη.
Ο λόγος της αυστηρής Ελβετής Ουρσινά Λαρντί εναλλάσσεται με τις αφηγήσεις της Κονσολάτ Σιπέριους σε ένα κείμενο από το οποίο «παρελαύνουν» η μοίρα των προσφύγων, που εξακολουθεί να συγκλονίζει την Ευρώπη, η αλληλεγγύη που δείχνει η γηραιά ήπειρος στους πρόσφυγες, οι εικόνες από τους πνιγμένους στις παραλίες της Μεσογείου, τα θύματα του εμφυλίου και των ασθενειών στην Κεντρική Αφρική, η κρίση, οι ΜΚΟ που ξεφυτρώνουν με το που ανοίγει μια πληγή στον πλανήτη.
Λίγο πριν ανέβει στη σκηνή για να διηγηθεί την ιστορία της, η Κονσολάτ Σιπέριους, που εδώ και τέσσερα χρόνια εργάζεται ως ηθοποιός στη χώρα που υιοθετήθηκε, μας μίλησε για όσα της επιτρέπουν οι ψυχικές δυνάμεις της να θυμηθεί. «Ημουν ένα τυπικό παράδειγμα αυτόπτη μάρτυρα για τον Μίλο Ράου», λέει για την απόφαση του σκηνοθέτη να της αναθέσει την από σκηνής διήγηση της πραγματικής ιστορίας της.
«Μέσα από μια διαδικασία συνεντεύξεων καταλήξαμε στον βασικό κορμό του “Compassion”. Το έργο ακροβατεί διαρκώς μεταξύ αλήθειας και μυθοπλασίας χωρίς ο σκηνοθέτης να σχολιάζει, να παίρνει θέση, να κατακρίνει. Σε ό,τι με αφορά μπορεί να ακούγεται φρικιαστική η ιστορία μου αλλά για μένα δεν είναι.
» Εχω αποδεχτεί τον ρόλο του μάρτυρα και όχι αυτόν του θύματος. Δεν μπορώ να ζω με τη θλίψη του παρελθόντος, έχω περάσει από αρκετές διαδικασίες και πολλαπλούς μηχανισμούς άρνησης για να μπορώ να ερμηνεύω αυτόν τον ρόλο. Αλλωστε η παράσταση είναι χτισμένη στον κυνισμό και πέρα από τα βιώματά μου στο Μπουρούντι εξετάζει τον τρόπο που οι Ευρωπαίοι υποδέχονται τους ξένους: εστιάζει στο βλέμμα, σχολιάζει τις υιοθεσίες.
»Τη σκέψη των θεατών θέλουμε να προκαλέσουμε, όχι την οργή τους». Δεν είναι πάντα εύκολο αυτό παρακολουθώντας την αργότερα στη σκηνή να λέει «οι γονείς μου άνοιξαν τον κατάλογο ΙΚΕΑ για υιοθεσίες και διάλεξαν παιδί».
Γεννημένος το 1977 στη Βέρνη ο Μίλο Ράου (το καλοκαίρι είδαμε στο Φεστιβάλ Αθηνών την παράστασή του «The dark ages») δουλεύει ως ανεξάρτητος σκηνοθέτης και συγγραφέας από το 2003, ενώ το 2007 ίδρυσε τη δική του παραγωγή «International Institute of Political Murder» (IIPM).
Εχοντας μεταξύ άλλων και σπουδές Κοινωνιολογίας, συχνά στις δουλειές του εστιάζει σε κοινωνικο-πολιτικά θέματα, στο θέμα των συνόρων, της μετανάστευσης, των διακρίσεων και του ρατσισμού. Εχοντας εργαστεί ως δημοσιογράφος στον πόλεμο στη Ρουάντα, στις γενοκτονίες και εθνοκαθάρσεις στην Αφρική προσπαθεί να μεταφέρει την επικαιρότητα στο θεατρικό σανίδι.
Σε αυτήν την παράσταση για τη Σαουμπίνε (που έκανε πρεμιέρα τον περασμένο Ιανουάριο) ο Ράου ανιχνεύει τα όρια της συμπόνιας και του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού. Με γλώσσα τολμηρή κάνει θέατρο-ντοκιμαντέρ (τα κείμενα είναι βασισμένα σε αληθινές συνεντεύξεις από μέλη ΜΚΟ, κληρικούς και θύματα πολέμου) και προσπαθεί να «μεταβολίσει» σκέψεις, βιώματα, αισθήματα και απώλειες.
Επειτα από σχεδόν δύο ώρες ανατριχιαστικών μαρτυριών που έχουν πλημμυρίσει συγκίνηση κι ενοχή το θέατρο, η μόνη ανακούφιση κρυβόταν σε μία από τις τελευταίες φράσεις: «Ακόμα κι ο Θεός είναι ανίσχυρος. Βρίσκεται ανάμεσά μας και υποφέρει».
