Το ότι είδα με καθυστέρηση την τελευταία σκηνοθετική και ερμηνευτική κατάθεση του Γιάννου Περλέγκα στον Μπέρνχαρντ, καθόλου δεν μειώνει τον ενθουσιασμό μου.
Εμεινα κι εγώ, όπως και άλλοι πριν από μένα, εμβρόντητος.
Για μια παράσταση που αποδεικνύει ανάμεσα σε πολλά πως ο Αυστριακός συγγραφέας υπήρξε πράγματι μια από τις πιο εμφατικές απουσίες στο ρεπερτόριό μας, σποραδικός μόνο και περαστικός από μια σκηνή που θα όφειλε τέλος πάντων ένα κάποιο μεγαλύτερο ενδιαφέρον προς τον σπουδαίο εκφραστή του μεταπολεμικού τοπίου, προς τον πλέον εμβληματικό νου της πρόσφατης γερμανόφωνης λογοτεχνίας του κυνισμού και της κάθαρσης.
Σπουδαίος σε αυτά και εξαιρετικά δυσάρεστος σε όλα τ’ άλλα, ο αληθινά «τοξικός» Μπέρνχαρντ.
Ακόμα κι αν αφήσουμε κατά μέρος την πολύ ιδιαίτερη σχέση του με το πολιτικό παρελθόν και το παρόν της πατρίδας του, της Αυστρίας, την εμμονή του με τη συνέχεια και την ευθύνη της ενοχλητικής μνήμης, δεν ξεφεύγουν από αυτόν και πολλά άλλα ακόμη: στο στόχαστρο βρίσκονται η υποκρισία και ο μανιχαϊσμός, η αποξένωση και η αλλοτρίωση που στον ευρωπαϊκό πολιτισμό μασκαρεύονται με τα προσωπεία της προόδου, της κουλτούρας, των θεσμών.
Με άλλα λόγια, ο κυνισμός του Μπέρνχαρντ κάποια στιγμή ανατέμνει το ίδιο το πτώμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, το πτώμα που διατηρείται χρόνια ολόκληρα στη φορμόλη της πολιτικής, ακαδημαϊκής και καλλιτεχνικής σοβαροφάνειας.
Επιπτώσεις της άγνοιας
Πιστεύω ότι αυτό ακριβώς είναι το πρώτο θέμα του «Αδαούς και του Παράφρονα» που ο Γιάννος Περλέγκας έκανε στο θέατρό μας τη χάρη να παρουσιάσει για πρώτη φορά και σαν για τελευταία.
Οι επιπτώσεις της άγνοιας για την αληθινή ζωή γεννούν και οδηγούν στην παραφροσύνη της ευρωπαϊκής κουλτούρας.
Αγνοια για ένα σύστημα που έχει λησμονήσει τις ρίζες του και έχει φτάσει να συντηρεί τον εαυτό του σε έναν αέναο κύκλο μονοτονίας και παράκρουσης.
Ιδού το αποτέλεσμα: μια καλλιτέχνιδα έχει αυτοκαταδικαστεί να παρουσιάζει ξανά και ξανά τις κολορατούρες του «Μαγικού Αυλού» του Μότσαρτ, σαν Βασίλισσα της Νύχτας, μια μηχανή της κολορατούρας, που τρέφει τους αυλικούς, τους κηφήνες, το ίδιο της το προσωπείο.
Πίσω από αυτό κανείς δεν ασχολείται με το αληθινό: με την ίδια την τέχνη, ας πούμε, με το ίδιο το καλλιτέχνημα.
Με τον ίδιο τον καλλιτέχνη-άνθρωπο, που θα περίμενε κάποιος να υπερβαίνει την όποια κολορατούρα, αντί να υποτάσσεται σε αυτήν.
Κι ωστόσο όλοι, το ίδιο αδαείς, συμμετέχουν στο αέναο εργαστήρι παραλογισμού, σε ένα θέατρο ανδρείκελων, όπου οι ρόλοι είναι πιο αληθινοί από τους ηθοποιούς, η τέχνη πιο πραγματική από τους ανθρώπους, το ψέμα πιο ζωντανό από την αλήθεια και η όποια ειδίκευση πιο γοητευτική, πειστική και επιτυχημένη από τη σοφία της πλατιάς αντίληψης της ανθρώπινης υπόστασης.
Χωρίς αμφιβολία μια τέτοια κριτική δεν αφήνει τίποτα όρθιο, ούτε καν το ίδιο το θέατρο που τη φιλοξενεί, τον συγγραφέα που δεξιώνεται τον κυνισμό του, τους ηθοποιούς που ερμηνεύουν το ίδιο λάθος έστω και για να το καταγγείλουν, τους θεατές που καταναλώνουν τις ίδιες λέξεις σαν αδαείς και παράφρονες – δυστυχώς δεν αφήνει όρθια ούτε δα την ίδια αυτή ταπεινή κριτική που εσείς τώρα διαβάζετε…
Είναι το μόνο θαύμα της ευρωπαϊκής σκέψης, που ούτε ο ίδιος ο Μπέρνχαρντ δεν θα μπορούσε να αρνηθεί εύκολα, ότι μπορεί να εγκολπώνεται μια πολεμική τόσο κατάφωρα εναντίον της – κι από αυτή να ψηλώνει.
Και να που με ένα έργο το οποίο καταφανώς αρνείται όχι μόνο το δικαίωμα της επιτυχίας, αλλά και αυτήν ακόμη την υποχρέωση της ελάχιστης κολακείας του κοινού του, ο Μπέρνχαρντ θριαμβεύει πίπτοντας.
Και με αυτόν, ο ίδιος ο Γιάννος Περλέγκας, και τελικά το θέατρό μας.
Δεν διστάζω να τοποθετήσω την παράσταση ανάμεσα στα επιτεύγματα του θεάτρου μας των τελευταίων δεκαετιών.
Είναι από εκείνες τις δύστροπες, απαιτητικές και μαγικές εν τέλει στιγμές, που ξεπλένουν σε δυόμισι ώρες χρόνια τύρβης και σήψης, από εκείνες που τοποθετούνται στο εσωτερικό νέων ανθρώπων και θεατών, κι αφήνονται εκεί να μεταλλαχθούν σιγά σιγά με τα χρόνια σε ακριβή μνήμη.
Πρώτα πρώτα γιατί προκαλούν τον θαυμασμό μας. Για τον συγγραφέα βέβαια.
Που, όπως είπαμε, δεν επιβεβαιώνεται αλλά αποκαλύπτεται στους νεότερους και τους «αδαείς» σαν μύστης ενός περίεργου αισθήματος που έρχεται από το ματσακόνι των λέξεων, ώσπου να βρουν τη χαμένη λάμψη και ευπορία τους.
Αμέσως μετά όμως βρίσκεται ο θαυμασμός για την ίδια την παράσταση που έχουμε μπροστά μας: στιλπνή και σκοτεινή, τεχνητή και εύληπτη, ρέουσα και ελαφριά στη παιγνιώδη θεατρικότητά της, διεκδικεί και επιβάλλει τη δική της φυσικότητα, τα δικά της διογκωμένα, με τη φόρμα του συμβολισμού και τη σμίλη της καρικατούρας, πλάσματα: ένας φιλότεχνος ιατροδικαστής, ένας κηφήνας αλκοολικός πατέρας, πιο δίπλα μια «ενδύτρια», ένας κομπέρ και κάποιος μπάτλερ, στη μέση η απόλυτη ντίβα του ενός μεγάλου ρόλου.
Αυτά είναι ρόλοι-κοστούμια εντός των οποίων εισχωρούν οι ηθοποιοί της παράστασης.
Και σαν ανδρείκελα, υπερμαριονέτες, μιλούν τη μέσα σιωπή, με λέξεις που παφλάζουν στο κενό.
Σε αυτό ασφαλώς και υπάρχει αρκετός Μπέκετ: λέξεις εντυπωσιακές αλλά άχρηστες, ακίνητες κι αλειτούργητες.
Οταν κάποτε η ντίβα επιχειρήσει τη μεγάλη «επανάσταση», οι λέξεις θα πνίξουν την κίνηση σαν βούρκος.
Η παράσταση ολοκληρώνεται κανονικά στο απόλυτο σκοτάδι, όπου το ίδιο το θέατρο έχει φάει πια τον εαυτό του, έχει εξαντλήσει τα καύσιμά του και βυθίζεται στο τίποτα.
Το χαμόγελο λειτουργεί καθαρτικά
Και μετά η ίδια παράσταση δείχνει πως όλα αυτά είναι τα πράγματα μιας αληθινής κωμωδίας.
Το δύσκολο, το κατόρθωμα δεν είναι να βαρύνεις τον Μπέρνχαρντ, αλλά να τον ελαφρώσεις, καλύτερα, να δεις πως η έξοδος από το σκοτάδι βρίσκεται προς τη μεριά του αστείου.
Το χαμόγελο μπορεί να είναι σαρδόνιο αλλά λειτουργεί καθαρτικά: αν αφαιρέσεις τη μάσκα από πίσω θα δεις τον κόσμο να σου χαμογελά με αυτοπεποίθηση – ο αδαής και ο παράφρων ήσουν εν τέλει εσύ, και το θεατρικό σκοτάδι αποκαλύπτει την τυφλότητά σου.
Σαν αληθινό θέατρο αυτή η παράσταση δύσκολα χωρίζεται στα μέρη της. Αρκεί να πω ότι μπορούν να εξαχθούν από αυτήν πέντε τουλάχιστον βραβεία: της μετάφρασης του Γιώργου Δεπάστα, που μπόρεσε να μετατρέψει την ιατρική ορολογία σε σκηνική ποίηση – ποίηση της φρικίασης και αποξένωσης.
Κοστουμιών της Λουκίας Χουλιάρα, και από κοντά μακιγιάζ της Εύης Ζαφειροπούλου και κομμώσεων του Χρόνη Τζήμου: εδώ πλέον δεν μιλούμε για όψη της παράστασης αλλά για τον πυρήνα της δραματουργίας.
Και βέβαια –επίτηδες την άφησα τελευταία– ερμηνείας του ενός και πολλαπλών προσώπων: ο ρόλος του ιατροδικαστή στα χέρια του Γιάννου Περλέγκα κι ο πατέρας του Χρήστου Μαλάκη αναδύουν από κοινού ατμόσφαιρα δυσωδίας, εγκατάλειψης και ασφυκτικής ηλιθιότητας.
Η μαριονέτα της Ανθής Ευστρατιάδου βγάζει θυμό και απελπισία σαν τελευταία σημεία ζωής.
Και αυτός ο ειρωνικός κομπέρ του Γιάννη Καπελέρη, όπως κινείται μέσα κι έξω από τη θεατρική σύμβαση, μοιάζει ανάμεσά μας σαν ο μόνος ελεύθερος, υποψιασμένος και –πιθανόν– ο μόνος λογικός.
