Πρεμιέρα στο κατάμεστο Ηρώδειο έκανε την Κυριακή 24/7/2016 η δεύτερη νέα παραγωγή της ΕΛΣ στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών. Ηταν άλλη μια υπερδημοφιλής όπερα, η «Κάρμεν» του Μπιζέ, που παρουσιάστηκε σε ενδιαφέρουσα εκσυγχρονιστική σκηνοθεσία του Στίβεν Λάνγκριτζ και μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού.
Η παράσταση, που στηρίζεται από διπλή διανομή, άφησε πολύ καλές εντυπώσεις, βρήκε παραλήπτες και ενθουσίασε το κοινό, που χειροκρότησε ενθουσιωδώς και παρατεταμένα όλους τους συντελεστές.
Η άρρηκτης δραματουργικής συνέπειας πρόταση του Αγγλου σκηνοθέτη ανανέωσε καίρια την ικανότητα του έργου να σοκάρει, απαλείφοντας σχεδόν τελείως το τσιγγάνικο και εθνικό φολκλόρ που, σήμερα πια, φαίνονται απλώς διακοσμητικά και έχουν ακυρωθεί, χάνοντας τη σημασιολογική αιχμηρότητά τους.
Παραμένοντας στην ισπανική Σεβίλη, ο Λάνγκριτζ ενέγραψε τη δράση στο ακραία δυστοπικό κοινωνικό περιθώριο των ταπεινών και καταφρονεμένων τού σήμερα:
η Τσιγγάνα Κάρμεν και η παρέα της, που μόνον ισχνή ανάμνηση τσιγγάνικης αμφίεσης φέρουν, έχουν συνεχώς νταραβέρια με τις Αρχές και ασχολούνται με κάθε είδους παράνομες δραστηριότητες, κυρίως όμως με τη διακίνηση παράνομων μεταναστών που καταφτάνουν φορώντας ακόμη πορτοκαλί σωσίβια.
«Μαγαζιά μόνο για άνδρες»
Ο έμπειρος σκηνογράφος και ενδυματολόγος Γιώργος Σουγλίδης έστησε στη σκηνή του Ηρωδείου έναν τόπο γυμνό, στεγνό και αφιλόξενο, όπου κυριαρχούσαν περιφράξεις, συνοριακοί φράχτες, στρατιωτικά φυλάκια και αλουμινένια μεταλλικά κοντέινερ, στα οποία δουλεύουν στριμωγμένες καπνεργάτριες και στοιβάζουν ασφυκτικά οι διακινητές τους μετανάστες.
Την εικόνα συμπλήρωσαν οι μουντές στρατιωτικές στολές λοκατζήδων και χωροφυλάκων, τα ετερόκλητα, σύγχρονα φτηνόρουχα για τους «Τσιγγάνους», τους μετανάστες και τον λαό, τα αποκαλυπτικά ρούχα «μαγαζιού μόνο για άνδρες» για τις πλανεύτρες συντρόφισσες της Κάρμεν…
Οι σκληροί, παγεροί φωτισμοί του Τζουζέπε ντι Ιόριο κράτησαν μακριά κάθε συναισθηματισμό, ενώ οι καλαίσθητες, ημιαφαιρετικές βιντεοπροβολές του Τόμας Μπέργκμαν (κύματα, αίμα, καπνός, σκουπίδια, άνθρωποι-σκιές) όξυναν καίρια την εικαστική δραματουργία της παράστασης.
Ο ευφυέστατος Λάνγκριτζ εισήγαγε πειστικά και με έντεχνο τρόπο αποεξιδανικευτικές, σύγχρονες καταστάσεις στη δράση και έκανε μια ενδιαφέρουσα ανατροπή: ξεκίνησε την παράσταση αφηγούμενος τι συμβαίνει μετά το τέλος της όπερας:
στην αρένα ο ταυρομάχος Εσκαμίγιο θριαμβεύει, άνδρες σέρνουν τον νεκρό ταύρο αφήνοντας ένα αυλάκι από αίμα, η ανυποψίαστη Μικαέλα συνεχίζει να αναζητά μάταια τον αρραβωνιαστικό της, οι μετανάστες σύρονται στις φυλακές και ο Θουνίγα εκτελεί τον φονιά Δον Χοσέ με μια σφαίρα στο κεφάλι.
Ξεκινώντας έτσι την «κανονική» δράση από την αλλαγή της φρουράς και το επεισόδιο με τα χαμίνια, η παράσταση μετατράπηκε σε ένα τραγικά φορτισμένο «φλας μπακ». Το όλο ισορρόπησε στην κόψη του ξυραφιού ανάμεσα στην ευτέλεια και τη φτώχεια της μετα-Φράνκο αλμοδοβαρικής λαϊκής Ισπανίας και στα όσα ζοφερά δείχνουν καθημερινά οι τηλεοπτικές οθόνες για τους Σύρους και τους Αφρικανούς, που θαλασσοπνίγονται για να φτάσουν στην ευρωπαϊκή ακτή.
Νέοι, ζωντανοί πρωταγωνιστές
Γενικώς καλό ήταν το μουσικό μέρος˙ και, σίγουρα, θα ηχούσε άριστα σε κλειστό θέατρο. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ακούσαμε τρεις πολύ καλούς μονωδούς με φρέσκες, υγιείς φωνές, καλή τεχνική και ταιριαστή σκηνική παρουσία.
Μεταξύ των κορυφαίων Κάρμεν του παρόντος, η 35χρονη Ισραηλινή μεσόφωνος Ρινάτ Σαχάμ ηγήθηκε αδιαπραγμάτευτα της παράστασης, τόσο σκηνικά όσο και φωνητικά.
Ζωώδης, επιθετικά ερωτική, παράτολμα αυθάδης, η Κάρμεν της διήνυσε με γενναιότητα έμπειρου ακροβάτη τον μοιραίο μονόδρομο από το ερωτικό πλάνεμα ώς τον θάνατο, ενώ η φωτεινή, μεσαίου μεγέθους, ικανής έκτασης φωνή και το έμπειρο, λεπτομερώς φροντισμένο τραγούδι της λειτούργησαν άνετα και αδιάλειπτα ως άξονας του ακροάματος.
Απέναντί της είχε τον Δον Χοσέ του Ιταλοαμερικανού τενόρου Λεονάρντο Καπάλμπο. Παρότι σε ρόλο που απαιτεί πιο δραματική φωνή (υπήρξε ιδανικός Ροντόλφο στην «Μποέμ» της ΕΛΣ το 2007), το καταφανώς νεανικό παρουσιαστικό, η φωτεινή, λυρική φωνή και το παλλόμενο από ένταση τραγούδι του ταίριαξαν άριστα στον άτυχο, ευάλωτο, οδυνηρά διχασμένο δεκανέα που έπλασε ο Λάνγκριτζ.
Τον ρόλο/βινιέτα του μάτσο ταυρομάχου Εσκαμίγιο ενσάρκωσε ο ακμαίος βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης, τον οποίο ο σκηνοθέτης αξιοποίησε ως λαμπερό «ηρωικό» είδωλο, αντικείμενο λατρείας από τον λαό. Με φωνή αισθητά δραματικότερη απ’ ό,τι απαιτεί ο ρόλος ήχησε η Μικαέλα της Ισπανής υψιφώνου Σαϊόα Ερνάντεθ.
Ο εξαίρετος βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς έδωσε ουσιαστική υπόσταση στον ρόλο του υπολογαχού Θουνίγα. Καλοί ήσαν ο Νίκος Κοτενίδης ως Μοράλες και ο Αλέξανδρος Τσιλογιάννης ως Ρεμεντάδο, αξιοπρεπής ο Κωστής Ρασιδάκης ως Ντανκάιρε.
Μέτριες υπήρξαν οι Μαρία Μητσοπούλου και Ελένη Δάβου ως Φρασκίτα και Μερσέδες, καθώς το συχνά ασυντόνιστο τραγούδι τους υπονόμευσε το κουιντέτο της Β’ πράξης και τη σκηνή με τα χαρτιά της Γ’ πράξης.
Γενικώς πολύ καλή, δυναμική και συντονισμένη ήταν η απόδοση της Χορωδίας της ΕΛΣ. Ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός διηύθυνε με πυγμή και άγρυπνη εποπτεία των μονωδών, διαπλάθοντας ένα ακρόαμα γενικώς σφριγηλό και ακριβές, αντλώντας από την Ορχήστρα της ΕΛΣ ενδιαφέρουσες αποχρώσεις και, όταν χρειαζόταν, εμφατικά μελωδικό παίξιμο.
Παραστάσεις επαναλαμβάνονται
στις 26 (α’ διανομή), 27 και 29/7 (β’ διανομή)
