Πριν καλά καλά δει τη μελάνη των κριτικών της υποδοχής του να στεγνώνει, το «Γκιακ» ευτύχησε να ακούσει τη φωνή του στη σκηνή μας.
Ο πρώτος λόγος, που έρχεται στο μυαλό για αυτή την ενθουσιώδη βιασύνη, συνδέεται μοιραία με την απροσδόκητα μεγάλη καλλιτεχνική και εκδοτική επιτυχία του, απροσδόκητη αν αναλογιστούμε ότι πρόκειται για έργο νέου λογοτέχνη, μικρής φόρμας, υποστηριζόμενο από έναν δραστήριο, αλλά μικρό σχετικά εκδοτικό οίκο.
Ο δεύτερος λόγος, όμως, έχει να κάνει με την ιδιαιτερότητα του βιβλίου του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Εδώ, η ίδια η διασκευή για το θέατρο από την Ελενα Τριανταφυλλοπούλου θυμίζει εξαρχής αντιδάνειο.
Κι αυτό, γιατί το «Γκιακ» στηρίζεται σε μια υπόγεια θεατρική συνθήκη που εδώ και αιώνες φέρνει στη σκηνή κάποιον, για κάποιον λόγο, με κάποια αφορμή, σε κάποιο τόνο, και μπροστά σε κάποιον ακροατή, για να «ανοίξει την καρδιά του».
Στη φιλολογία ανήκει, ίσως, το τι λέει σε αυτή την εξομολόγηση. Σε εμάς, όμως, και στο θέατρο μεταφέρεται το βάρος διασαφήνισης όλων αυτών των «κάποιων», που κάνουν τα πράγματα στο «Γκιακ» να επικοινωνούν τελικά όχι μόνο μέσω της αναγνωστικής οδού, αλλά και μέσω της ζωντανής θεατρικής παρουσίας.
Το «Γκιακ» αποτελεί στην ουσία μια σύνθεση «μονολόγων», με αφηγητή και ακροατή. Αφορούν ιστορίες προσώπων με συγκεκριμένο «ήθος», οι οποίες εξωτερικά πλαισιώνονται από τα ιστορικά τεκταινόμενα της Μικρασιατικής εκστρατείας –μια Ελλάδα χωμένη στην άμμο της μεγάλης ιστορίας-, εσωτερικά όμως συνυφαίνονται με τη χρήση της προφορικής γλώσσας και μαρτυρίας, με την κατάθεση του λαϊκού στοιχείου, με τη διαχρονική λειτουργία του ανθρώπινου αίματος στην εθιμική παράδοση και στο άγραφο δίκαιο.
Και πολλά άλλα ακόμα. Κατά τη γνώμη μου το «Γκιακ» βρίσκεται στον χώρο της νεο-ηθογραφίας που, στη σειρά αρκετών ακόμη, προσπαθεί να φανερώσει την αμαρτύρητη πορεία του ταπεινού λόγου μέσα στο μεγάλο, επίσημο, ιστορικό γίγνεσθαι. Το λέω αυτό γιατί το βιβλίο του Παπαμάρκου –η θεατρική διασκευή του σωστότερα-, από μόνη της ούτε τόσο πρωτότυπη είναι, ούτε καν σπάνια για τη σκηνή μας. Μόλις προχθές, τα ίδια λίγο-πολύ γράφαμε με αφορμή τη φωνή της «Αγγελικής» στον Νέο Κόσμο.
Παλιότερα, με αφορμή το «Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη». Και ακόμα παλιότερα, με τον «Κοινό λόγο»…
Δεν πρόκειται βέβαια για την ίδια περίπτωση – στο «Γκιακ» ο συγγραφέας βρίσκεται από όλες τις απόψεις μακριά από τους αφηγητές των ιστοριών του, και το πλέον αξιοθαύμαστο είναι ίσως η επιτυχία της πλαστοπροσωπίας.
Αυτό όμως είναι δεύτερη σκέψη, που έρχεται μετά. Στο θέατρο αυτό που συναντούμε είναι η ίδια ανάγκη του απλού ανθρώπου να μιλήσει, να πει την ιστορία του, να κοινωνήσει (ή να ξορκίσει) την εμπειρία ή μοίρα.
Από κάτω βρίσκεται το θέατρο της μαρτυρίας. Κι όσο πιο γνήσια κι αυθεντική είναι η φωνή που ακούγεται, όσο πιο θερμή η λαχτάρα να ακουστεί, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αποκτά στη δημόσια λειτουργία του θεάτρου.
Ειδικά όταν, όπως συμβαίνει σπάνια, συνδέεται με την αίσθηση ότι στο βάθος ακούγεται ο βόμβος της ανθρώπινης πύκνωσης, μια σοφία που δεν προέρχεται από τον συγγραφέα αλλά στεγάζεται από τη γραφή του. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στο «Γκιακ». Ο Παπαμάρκος γίνεται στην ουσία φερέφωνο των αφηγητών του.
Είναι περιττό να πούμε ότι ο Θανάσης Δόβρης δεν σκηνοθέτησε το βιβλίο του Παπαμάρκου – το απίθωσε μαλακά στο πρώτο λίκνο, τη σκηνή του. Για τον ηθοποιό και σκηνοθέτη τα πάντα στο βιβλίο έχουν να κάνουν με τον άνθρωπο -και νομίζω σωστά ο στόχος δεν βρίσκεται μόνο σε αυτόν που μιλάει, αλλά και σε αυτόν που ακούει. Ο Δόβρης προσπάθησε να παρουσιάσει το βιβλίο του Παπαμάρκου σαν κοινό κτήμα.
Το σκηνικό της Εύας Γουλάκου είναι ένας λάκκος με κόκαλα, ένας ομαδικός τάφος. Εκεί που ενταφιάστηκαν σώματα στρατιωτών, θύματα πολέμου, νεκροί μιας καταγεγραμμένης βίας ή λείψανα κάθε άγνωστης «αιματοχυσίας».
Δεν ξέρω πόσοι υπέθεσαν ότι το σκηνικό παραπέμπει ειρωνικά στον Εθνικό Υμνο («Από τα κόκαλα βγαλμένη…»). Πρόκειται για μια άλλη ιστορία, παρ-εθνική και αδοξολόγητη, που δικαιώνει ανάμεσα στα άλλα το πιο ξοδεμένο αλλά και λιγότερο διατηρήσιμο στοιχείο του ανθρώπινου σώματος: το αίμα.
Οι ηθοποιοί γίνονται πρόσωπα που κουβαλούν έναν κόσμο και ένα τοπίο, ένα ήθος και μια προσωπική ιστορία που τα δικαιώνει. Για χάρη του θεάτρου τα πρόσωπά τους επανέρχονται στη ζωή και την ιστορούν σαν πάθημα.
Το αίμα που ρέει
Ο Στέλιος Ιακωβίδης παίζει δύο ρόλους του βιβλίου με έντονα τα στοιχεία της λαϊκής υπερβολής. Το πρώτο περιέχει το άγριο στοιχείο της εκδίκησης για μια «χαλασμένη αδελφή».
Το άλλο τη συνάντηση ενός αφελούς χωριάτη με τον διάβολο –εδώ το σημαντικό είναι πως δεν τίθεται καμιά αμφιβολία για την «αλήθεια» των λεγομένων του: το ίδιο το ύφος της αφήγησής του κατοχυρώνει την παρουσία του υπερφυσικού.
Ο Σωτήρης Τσακομίδης από τη μεριά του αναλαμβάνει το βάρος ίσως του πιο όμορφου διηγήματος του «Γκιακ»:
Το «Γυάλινο μάτι» είναι μια ιστορία εξομολόγησης για την ερωτική σχέση ενός στρατιώτη με έναν συνάδελφό του –ας πούμε, η δική μας εκδοχή του «Brokeback Μountain». Στην ερμηνεία του Ποιμενίδη υπάρχει ευγένεια, λεπτότητα και ταπείνωση.
Απομένει το εμβόλιμο στάσιμο της Εύης Σαουλίδου, στην έντεχνη μετασκευή από τον Παπαμάρκο της δημώδους Παραλογής «Της Λυγερής και του Χάρου». Νομίζω ότι από μόνη της η απόπειρα θα απασχολήσει τους κριτικούς λογοτεχνίας στο μέλλον. Εδώ, όμως, εκείνο που συναρπάζει είναι η απόδοση της Σαουλίδου.
Διατηρεί στην απαγγελία της ένα επικό στοιχείο έντασης και βίας, σαν να περιγράφει μονομαχία σε κάποια ραψωδία της Ιλιάδας.
Ο Γρηγόρης Ποιμενίδης, τέλος, αποδίδει ήρεμα, σταθερά, με χαμόγελο απορίας, την ιστορία του «Νόκερ», ενός ήρωα του εθνικού μετώπου, που θα γίνει κάποτε σφαγέας βοδιών στον Νέο Κόσμο. Με άλλα λόγια, ο ηρωισμός εκβάλλει στον κόσμο της κατανάλωσης.
Η ταυτότητα του αίματος, που ρέει και χάνεται, η άγραφη παράδοση που μεταφέρεται χωρίς να καταγράφεται…
Η ταυτότητά μας συντίθεται και από αυτά τα στοιχεία. Από μια άποψη το «Γκιακ» μπορεί να θεωρηθεί ο τελευταίος σταθμός στην πορεία αναζήτησης της ιθαγένειας. Κι όσο για το αν μπορεί (ή αν έχει το δικαίωμα) να ανιχνεύσει το «ελληνικό» στα αρβανίτικα, η απάντηση έχει νομίζω ήδη δοθεί: «Τα τόπια δεξιά. Βρας!/ Βρας, αλβανιστί φωτιά: Μπολιβάρ!»…
