Το δίλημμα Μπρεχτ, η αντίφαση Μπρεχτ, το πρόβλημα Μπρεχτ ενέσκηψαν για μία ακόμη φορά στο θέατρό μας.
Ανάμεσα σε εκείνον τον Μπρεχτ που αναλύουν οι θεωρίες και σε αυτόν που παίζεται στη σκηνή, μοιάζει να ανοίγεται ένα κενό που δύσκολα και σπάνια γεμίζει. Στο «Παλλάς» ο Γιάννης Χουβαρδάς ανέβασε την «Οπερα της Πεντάρας» άλλοτε πηδώντας, άλλοτε αγνοώντας, άλλοτε νικώντας κι άλλοτε πέφτοντας μέσα του.
Η παράσταση πάντως σημείωσε σχετική επιτυχία, αν κρίνει τουλάχιστον κανείς από την ευχάριστη προσέλευση του κοινού – δύσκολα θα μιλούσε όμως για κάτι άλλο, μεγαλύτερο, στο οποίο τέλος πάντων φιλοδοξούμε όταν ανεβάζουμε έναν τέτοιου διαμετρήματος συγγραφέα. Και πώς θα γινόταν αυτό; Ας μη γελιόμαστε, η «Οπερα» στήθηκε στο «Παλλάς» πρωτίστως με επιχειρηματικούς όρους.
Προσκάλεσε το «μεγάλο κοινό», απλώθηκε σε μια κλίμακα που μόνον η εμπορική προσδοκία του εγχειρήματος μπορεί να στηρίξει. Ακόμα και όταν την ίδια στιγμή σκηνοθέτης και ηθοποιοί, συντελεστές και παραγωγοί ζητούσαν να αποδώσουν στον Μπρεχτ τους όρους του και να μεταφέρουν μια πολιτικού τύπου ανάγνωση που αγγίζει το σημερινό περιβάλλον της κρίσης, το στοίχημα έθετε εξ αρχής η γεμάτη πλατεία.
Από εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Το να μιλάς για τους Αθλιους του συστήματος από το «Παλλάς» είναι ίσως από μόνο του αντιφατικό – το να σχολιάζεις όμως τον ρόλο των τραπεζών από τη Βουκουρεστίου μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και υποκρισία.
Οι περισσότεροι έλυσαν την αντίφαση, νομίζω, με τον πιο εύκολο τρόπο: διασκεδάζοντας εξίσου και με τους μεν και με τους δε, και με τους «φουκαράδες του κοινού εγκλήματος» και με τους «πολιτικούς αμπελοφιλόσοφους». Τι είναι, μας λέει, η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυσή της; Και τι είναι, απαντούμε, μια τόσο μικρή ενοχλητική φρασούλα, στο φινάλε ενός θεάτρου που μας προσκάλεσε στον οίκο του μεγαλείου του;
Για να είμαι ειλικρινής, δεν περιμένω να κατακτηθεί εύκολα ο πολιτικός Μπρεχτ, και η αλήθεια είναι ότι κάτι υπερ-στρατευμένοι Μπρεχτ αποδείχθηκαν στην πράξη τρισχειρότεροι από τους εμπορικούς, «απολιτίκ» σωσίες του. Εξάλλου είναι ζήτημα αν ποτέ και ο ίδιος μπόρεσε να λύσει το δίλημμα ανάμεσα σε ένα αληθινά διασκεδαστικό, μεγάλο, θέατρο επιτυχιών και σε ένα συνειδητοποιημένο, πολιτικό θέατρο για τον λαό.
Η «Οπερα» είναι φτιαγμένη σαν παρωδία, σάτιρα, σχόλιο πάνω στο «κακό», αστικό θέατρο. Παραμένει εν τούτοις ένα από τα μεγαλύτερα σουξέ του 20ού αιώνα, με τη θαυμάσια μουσική του Βάιλ να μας συνοδεύει στον δρόμο προς το σπίτι και το περίεργο κλίμα εξπρεσιονισμού, καμπαρέ και χαρμόσυνης ελαφράδας να μας διεγείρουν. Πόσοι όμως είδαν τον κόσμο αλλιώς μετά την «Οπερα»; Και πόσοι ξύπνησαν από τον ύπνο της παλιάς γοητείας του αστικού θεάτρου, χωρίς να πέσουν αμέσως μετά σε έναν νέο λήθαργο;
Οι περισσότεροι στο «Παλλάς» λοιπόν προσήλθαν για να δουν κατά βάθος ένα μιούζικαλ, κάπως ιδιόρρυθμο έστω, έξυπνο όμως και πολύ διασκεδαστικό. Για την πολιτική διάσταση της «Οπερας», ούτε κουβέντα.
Το πολύ η συζήτηση να φτάσει σε κάποια λαϊκίστικη απόφανση περί κακών ισχυρών και ενός κακορίζικου συστήματος που θα ’χει διαρκώς θύμα τους φτωχούς και θύτες τους πλούσιους. Με άλλα λόγια, ό,τι ο Μπρεχτ έβγαλε από την πόρτα, το ξαναβάζουμε από το παράθυρο. Μετατρέπουμε ένα κοινωνικό μελόδραμα σε μελόδραμα πολιτικό.
Δεν είναι όμως έτσι. Στο «φτηνό μελόδραμα» υπάρχουν κακοί και καλοί – στην «Οπερα της πεντάρας» όμως υπάρχει ένα σύστημα εξουσίας και διαπλοκής που επαναλαμβάνεται σε ομόκεντρους κύκλους, στον μικρόκοσμο και μακρόκοσμο της καπιταλιστικής οργάνωσης.
Οι φουκαράδες όχι μόνο είναι «καλοί ή κακοί», αλλά δεν είναι και διόλου «φουκαράδες»: είναι οι «τραπεζίτες» και «χρηματιστές» σε άλλη θέση του συστήματος. Λίγα χρόνια πριν από τον Φριτς Λανγκ ο Μπρεχτ έδωσε πρώτος την εικόνα ενός υπόκοσμου που αντιγράφει (αν δεν ξεπερνά κιόλας) τους τύπους του άλλου, του φανερού συστήματος της έννομης διαπλοκής και της νομιμοποιημένης αδικίας.
Αν δεν μπορούμε εύκολα να φτάσουμε στον πολιτικό, αυτό που απομένει στο «Παλλάς» είναι να κάνει τα πράγματα τουλάχιστον ενδιαφέροντα με τον σκηνικό Μπρεχτ. Και αυτό αληθινά επιχειρήθηκε από τον Χουβαρδά. Ακόμα κι αν πολλά από τα στοιχεία της σκηνοθεσίας του ξεπερνούσαν αυτό που λέμε «ύφος» και έμοιαζαν κολάζ από προηγούμενες σκηνοθεσίες του. Είναι επόμενο, βέβαια.
Ο Χουβαρδάς πάντα έτσι σκηνοθετούσε, είτε στο κέντρο ήταν ο Ο’Νιλ είτε ο Σέξπιρ είτε ο Ευριπίδης. Αυτό είναι η δική του «μέθοδος», και εδώ που τα λέμε όχι μόνον η δική του. Το μισό σύγχρονο θέατρο έχει διαποτιστεί από το επικό ή διαλεκτικό θέατρο. Απλώς τώρα συμβαίνει η «μέθοδος» να εφάπτεται του περιεχομένου.
Και από την άλλη, καθώς όλα διογκώνονται και φιλτράρονται από τη διάθεση του εξπρεσιονισμού να μετατρέψει το περιβάλλον σε πηγή νοήματος, τα πρόσωπα γίνονται φιγούρες και σχήματα, μοιάζουν, θα λέγαμε, με καρτούν. Αυτό ίσως ενοχλεί πολλούς.
Είναι τόση η επιθυμία μας να μπούμε στον «ψυχικό κόσμο» του ήρωα, είμαστε τόσο πια εγκλωβισμένοι στην ψυχολογική προοπτική των ηρώων, ώστε κάθε αντιψυχολογική προσέγγιση ενοχλεί, αν δεν απωθεί κιόλας.
Πάντως το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη φέρνει εμπρός μας το παραδειγματικό περιβάλλον της σημερινής οργάνωσης του εγκλήματος.
Οι μέσα κύκλοι έγιναν εξωτερικοί και δραστηριοποιούνται πια στον κοπανιστό αέρα του ίντερνετ. Το κοινό έγκλημα έχει μετατραπεί σε ηλεκτρονική απάτη και η παλιά χειραγώγηση σε οργανωμένη τηλε-προπαγάνδα. Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη είχαν την ένταση που επέβαλλε το ύφος της παράστασης – δεν είμαι όμως σίγουρος ότι φανέρωναν την ίδια έμπνευση εκ μέρους της δημιουργού τους.
Επίπεδο ερμηνείας
Η μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα ήταν εύφορη και πιστεύω καλός αγωγός της μπρεχτικής ειρωνείας. Εκείνο πάντως που δεν μπορεί ασφαλώς να αμφισβητήσει κανείς, ήταν η μουσική διεύθυνση του Θοδωρή Οικονόμου: η μουσική και τα τραγούδια του Βάιλ υπήρξαν το σαφέστερο κέρδος της παράστασης.
Μαζί βέβαια με το γενικό επίπεδο των ερμηνειών της. Ο Χρήστος Λούλης υπήρξε ο πληρέστερος Μακχίθ του ελληνικού θεάτρου μέχρι σήμερα. Ο Αγγελος Παπαδημητρίου ως κύριος Πίτσαμ και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σαν καρικατουρίστικη κυρία Πίτσαμ ήταν ίσως σκηνικά ασύμβατοι, πέτυχαν όμως να αποδώσουν με ελαφρύ τρόπο κάτι πολύ βαρύ: ότι η ηθική εκπορεύεται του συστήματος.
Πολύ καλή η Λυδία Φωτοπούλου, μοιραία και ταυτόχρονα εκφυλισμένα μελοδραματική Τζένι. Ο Νίκος Καραθάνος έπαιξε με άνεση τον διπλό ρόλο του κομπέρ (μέσα σε ένα όχι και πολύ βολικό κοστούμι) και του έκφυλου αστυνόμου Μπράουν.
Η Νάντια Κοντογεώργη ως Πόλι απέδειξε και σε εκείνους που δεν τον είχαν καταλάβει ακόμη ότι αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη ηθοποιό σήμερα του μουσικού θεάτρου: ελαφριά, ευέλικτη, με άριστη τεχνική και μεγάλο γκελ στο κοινό. Το μελοδραματικό ζευγάρι της με την Κίκα Γεωργίου ως Λούσι ήταν μια από τις πιο όμορφες στιγμές της βραδιάς.
Λίγο ασφαλώς δεν είναι. Ωστόσο μένουμε πάλι με την εντύπωση ότι ο Μπρεχτ παραμένει για το θέατρό μας ένα ζητούμενο.
