ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δύο παραστάσεις, εξαιρετικές και οι δύο (και το εννοούμε): στην πρώτη πρωταγωνιστεί. Στη δεύτερη πρωταγωνιστεί και σκηνοθετεί. Η Λίλλυ Μελεμέ είναι η Μαρίτσα, η υπηρέτρια στο σπίτι της Νίνας στο «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, που συνεχίζει τις παραστάσεις στο Σύγχρονο Θέατρο, σε (εξαιρετική) σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού. Τόση ώρα έργο, με 15 ηθοποιούς επί σκηνής και έναν μουσικό, και η ιστορία της Νίνας και της Εκάβης, της σύγχρονης Ελλάδας δηλαδή, ρέει μπροστά στα μάτια σου και δεν θέλεις να χάσεις ούτε άνω τελεία – τόσο υπέροχη δουλειά έχουν κάνει όλοι τους, ενώ οι ερμηνείες είναι μία και μία.

Η δε Μελεμέ έχει αποδώσει τον χαρακτήρα της Μαρίτσας πολύ πιο ενδιαφέροντα ακόμα και από το ίδιο το κείμενο, καθώς το έχει αυτό το θέατρο – δίνει άλλες δυνατότητες, αν σε βοηθάει και το ταλέντο σου. Αλλά η ίδια δεν σταματάει εκεί: με νέα παιδιά, πρώην μαθητές της, ανεβάζει την παράσταση «Βάσσα – μια μητέρα» του Μαξίμ Γκόρκι, σε δική της σκηνοθεσία: πρόκειται για μια αιχμηρή πολιτική ανάγνωση πάνω στην εξουσία, την οικογένεια και τη βία που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά. Συνδυάζοντας τα δύο έργα, συνομιλήσαμε με τη Λίλλυ Μελεμέ.

● Στη «Βάσσα» ο Γκόρκι εμφανίζει στη μορφή της μητέρας μια μικρογραφία της κοινωνίας. Αντίστοιχα δρα και η «οικογένεια» στο «Τρίτο στεφάνι». Ποιες κοινωνικοπολιτικές δομές θεωρείτε πως αντικατοπτρίζει η οικογένεια σήμερα;

Η οικογένεια είναι η πρώτη μας εμπειρία ιεραρχίας. Μαθαίνουμε από πολύ νωρίς ποιος αποφασίζει, ποιος φροντίζει, ποιος υπακούει και ποιος «θυσιάζεται». Σε μια έντονα πατριαρχική και ταξικά άνιση κοινωνία, όπως αυτή της Βάσσα, η οικογένεια λειτουργεί σαν εργαστήριο αναπαραγωγής αυτών ακριβώς των δομών: ο πατέρας λειτουργεί ως αδιαμφισβήτητη αυθεντία, η μητέρα ως διαχειρίστρια της καθημερινής επιβίωσης και τα παιδιά ως υποκείμενα πειθαρχίας που μεγαλώνουν, θρεμμένα με φόβο. Αντιστοιχίες βρίσκουμε και στον Ταχτσή, αλλά όχι αναλογίες: ωστόσο οι δυσλειτουργικές σχέσεις είναι εκεί, παρούσες. Σήμερα, πάνω από έναν αιώνα μετά, παρότι έχουν αλλάξει οι μορφές της οικογένειας και οι κοινωνικές δομές έχουν εκσυγχρονιστεί, ο λειτουργικός πυρήνας δυστυχώς παραμένει λίγο-πολύ ίδιος: η εξουσία συχνά μεταμφιέζεται σε «φροντίδα» ή «προστασία» και νομιμοποιείται στο όνομα του καλού των άλλων. Ο μηχανισμός που γεννά την υποταγή και τη συμμόρφωση τροφοδοτείται από την ανάγκη της επιβίωσης και αυτό ακριβώς αποκαλύπτουν και ο Γκόρκι αλλά και ο Ταχτσής στο έργο τους, πετυχαίνοντας μια ανατριχιαστική και διαχρονική πολιτική αλληγορία ο πρώτος και μια ρεαλιστική απεικόνιση της νεότερης Ελλάδας ο δεύτερος.

● Στη «Βάσσα» η παράσταση ανατρέπει το μύθο της μητρικής «θυσίας». Αποτελεί τελικά αυτός ο μύθος (που αξιοποιείται τα μέγιστα από τις περισσότερες γυναίκες/μανάδες, και δη τις Ελληνίδες) μία από τις βάσεις της πατριαρχίας;

Ναι, ο μύθος της μητρικής θυσίας θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι ένα θεμέλιο της πατριαρχίας, αλλά με μια ειρωνική αντιστροφή: δεν επιβάλλεται μόνο έξωθεν στις γυναίκες, συχνά αναπαράγεται και από τις ίδιες ως μοναδικό και ξεχωριστό προνόμιο που τους προσδίδει κύρος. Ενα «παράσημο ζωής» που περιμένει αναγνώριση και, όχι σπάνια, ανταπόδοση, δημιουργώντας παιδιά-οφειλέτες. Η αποθέωση της «μητρικής θυσίας» είναι μια βολική παγίδα ενός ανδροκρατούμενου συστήματος που εγκλωβίζει τη γυναίκα σε έναν αδιέξοδο ρόλο: η ίδια να υπάρχει μόνο όταν προσφέρει ανεξάντλητα και η οποιαδήποτε επιθυμία για αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία χαρακτηρίζεται με ευκολία «εγωισμός» και φορτώνεται με τύψεις και ενοχές.

● Εχουμε το τρίπτυχο: εξουσία-θυσία-αγάπη. Πού σταματούν η προστασία και η αλληλεγγύη και πού ξεκινά η εξουσία; Βρίσκεις αντιστοιχίες στο σήμερα;

Το κρίσιμο όριο είναι νομίζω πάντα η αυτονομία του άλλου. Η αλληλεγγύη ενδυναμώνει, ενώ, αντίθετα, η εξουσία περιορίζει – ακόμη κι όταν μιλά τη γλώσσα της αγάπης. Στις μέρες μας, αυτό φαίνεται πολύ έντονα: το κράτος μιλά για «προστασία» ενώ αφαιρεί δικαιώματα ή συγκαλύπτει ευθύνες. Η προστασία λέει «στέκομαι δίπλα σου», ενώ η εξουσία λέει «αποφασίζω για σένα». Η αλληλεγγύη εκπορεύεται από τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη τού «μαζί». Προϋποθέτει ισότητα, ελευθερία, σεβασμό και διαφάνεια χωρίς αστερίσκους. Οταν αυτό συμβαίνει -όχι τόσο συχνά όσο θα ήλπιζε κανείς- η δύναμή της είναι σαρωτική και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να την εκμεταλλευτεί για ίδιον όφελος.

● Ο Γκόρκι μιλάει για την παρακμή της αστικής τάξης. Ο Ταχτσής διατρέχει δεκαετίες ελληνικής ιστορίας. Και οι δυο το κάνουν μέσα από τη γυναίκα. Πώς συνδέονται και τα δύο έργα με τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα;

Ο Μαξίμ Γκόρκι και ο Κώστας Ταχτσής γράφουν από διαφορετικούς κόσμους, αλλά συναντιούνται σε κάτι ριζοσπαστικό: δείχνουν ότι η Ιστορία περνά μέσα από το σώμα και τη ζωή των γυναικών. Στον Γκόρκι, η γυναίκα αποκαλύπτει τη σήψη της αστικής οικογένειας. Στον Ταχτσή, η γυναικεία εμπειρία διασχίζει Εμφύλιο, φτώχεια, μετανάστευση και ξεγυμνώνει την κοινωνική υποκρισία. Και στους δύο συγγραφείς, η γυναίκα δεν λειτουργεί ως καθαγιασμένο σύμβολο αλλά ως ένα πεδίο σύγκρουσης. Ακόμα και σήμερα αυτό το θέμα παραμένει ζωντανό και επίκαιρο: οι πιο σκληρές κοινωνικές ανισότητες -στον τομέα της εργασίας, της φροντίδας, της οικονομικής ανασφάλειας, της βίας- συνεχίζουν να αποτυπώνονται πρώτα πάνω στις γυναίκες.

● Τελικά τι είναι αυτό που ενώ έχεις την εξουσία είτε γίνεσαι απελευθερωτική φιγούρα είτε αναπαράγεις το ίδιο σύστημα; Είναι διαφορετικό αν είσαι άντρας ή γυναίκα;

Το αν η εξουσία θα μεταμορφωθεί σε αληθινή απελευθερωτική δύναμη ή όχι δεν εξαρτάται τόσο από το φύλο όσο από τη συνείδηση του κάθε ατόμου. Μια γυναίκα σε θέση ισχύος μπορεί να αναπαράγει πλήρως πατριαρχικά και ταξικά πρότυπα – το έχουμε δει ιστορικά να συμβαίνει.

Ωστόσο το φύλο δεν είναι εντελώς αδιάφορο: οι γυναίκες, έχοντας βιώσει συχνότερα την εξουσία ως επιβολή, θα έλεγα πως έχουν και πολύ πιο έντονη την ανάγκη για ένα διαφορετικό μοντέλο εξουσίας. Οταν αυτή η εμπειρία μεταφράζεται πολιτικά, η εξουσία μπορεί να μετασχηματιστεί σε φροντίδα χωρίς αυταρχισμό. Οταν όχι, απλώς το σύστημα αλλάζει πρόσωπο αλλά παραμένει το ίδιο σκληρό και απάνθρωπο.

● Είναι δύο έργα επικίνδυνα για το σήμερα;

Ναι, με την έννοια ότι απογυμνώνουν τους μύθους που μας κρατούν ήσυχους: την ασφάλεια της οικογένειας, την αγιοποίηση της μητέρας, την «προστατευτική» μάσκα της εξουσίας. Σε εποχές έντονης κοινωνικής ανασφάλειας, το σύστημα επενδύει πολύ σε αυτούς τους μύθους, γιατί προσφέρουν παρηγοριά αλλά και πειθαρχία μαζί, αντί να ξυπνούν τα ναρκωμένα αντανακλαστικά μας.

● Πιστεύετε ότι το κοινό αντέχει τη σκληρή πολιτική ανάγνωση και την αλήθεια ή προτιμά την ιστορική νοσταλγία (ειδικά όταν φοράει μπέρτα, όπως ο Καποδίστριας, ή ράσο, όπως ο Παΐσιος);

Το κοινό νομίζω ότι αντέχει πολύ περισσότερη αλήθεια απ’ όσο πιστεύουμε. Απλώς, ίσως είναι πιο εύκολο να του προσφέρουμε μια εξωραϊσμένη, ηρωική εικόνα προς ταύτιση, επιλέγοντας ηγέτες με μανδύες και άμφια, όπως ο Ιωάννης Καποδίστριας ή ο Αγιος Παΐσιος, γιατί η νοσταλγία είναι σίγουρα πιο ασφαλής και ανώδυνη από την αυτοκριτική. Οταν όμως η τέχνη γίνεται τολμηρή, όταν δεν υποκύπτει στις «απαιτήσεις της εποχής» και σε «αυτά που θέλει ο κόσμος», αλλά εμπιστεύεται τη φωνή και τη δύναμή της, τότε και το κοινό ανταποκρίνεται.

● Αν οι δύο παραστάσεις έδιναν ένα κοινό μήνυμα για τη σημερινή Ελλάδα, ποιο θα ήταν;

Οτι καμία κοινωνία δεν εξελίσσεται και δεν αλλάζει αν δεν αμφισβητήσει ακόμα και τις πιο «ιερές» της δομές, όπως για παράδειγμα την οικογένεια. Και ότι η αγάπη χωρίς ουσιαστική ελευθερία γίνεται έλεγχος, ενώ η θυσία χωρίς δικαιοσύνη γίνεται συνενοχή. Αν οι δύο παραστάσεις μιλούν για τη σημερινή Ελλάδα, λένε ότι η πραγματική δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο στους θεσμούς και στα λόγια, αλλά στις πιο μικρές καθημερινές σχέσεις εξουσίας: στο σπίτι, στο φύλο, στη μνήμη.

ℹ️ Το «Τρίτο στεφάνι» παίζεται κάθε Τετ. 19.00, Παρ. 20.30, Σάββ. 21.15, Κυρ. 16.15 στο Σύγχρονο Θέατρο (Ευμολπιδών 45, Κεραμεικός), έως 5/5. Το «Βάσσα – μια μητέρα» παίζεται κάθε Δευτ., Τρ. στις 21.00, για λίγες ακόμα παραστάσεις, στο Θέατρο Arroyo (Μ. Αλεξάνδρου 128, Κεραμεικός). Και για τα δύο, η προπώληση γίνεται μέσω www.ticketservices.gr