ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αρχές του 2000 ο Ρόλαντ Σιμέλπφενιγκ, από τις πιο σημαντικές μορφές του σύγχρονου γερμανικού θεάτρου, γράφει το έργο «Push Up» εξερευνώντας για ακόμη μία φορά την ευρωπαϊκή κοινωνία με χιούμορ και κοινωνικό προβληματισμό. Το συγκεκριμένο κείμενο εξετάζει την καθημερινή ζωή και τις σχέσεις μέσα σε ένα σύγχρονο εταιρικό περιβάλλον. Σύγχρονο για τη Γερμανία και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες ήδη από τις αρχές του 21ου αιώνα – στην Ελλάδα ακόμα έως σήμερα δεν έχουμε φτάσει σε αυτά τα επίπεδα «απανθρωπισμού» της εργασίας, ωστόσο οι αναλογίες είναι ορατές και δυστυχώς, απόλυτα αναγνωρίσιμες: Η παράσταση, σε διασκευή και σκηνοθεσία Εφης Ρευματά, ξεκινάει με ένα εταιρικό πάρτι. Εξι εργαζόμενοι, τρεις άντρες και τρεις γυναίκες, χορεύουν και πίνουν, ενώ σιγά σιγά αρχίζουν και ξεδιπλώνουν την αλήθεια τους. Ολοι φιλόδοξοι, σκληρά εργαζόμενοι και με βασικό άξονα ζωής τη δουλειά τους. Δεν είναι όλοι νέοι – ο ηλικιακός ρατσισμός διαφαίνεται ήδη από τις πρώτες σκηνές. Αλλά μόνο όσον αφορά την ανέλιξη στην εταιρεία – γιατί τα προβλήματα, υπαρξιακά και πολύ βαθιά, είναι σχεδόν κοινά σε όλους.

Η Εφη Ρευματά, με εμπειρία στις παραστάσεις εσωτερικών δομών (και αποδομήσεων) των ηρώων, με πολυετή διαδρομή σε ελληνικές και διεθνείς παραγωγές και εμπειρία στη μετάφραση Γερμανών δραματουργών όπως ο Σιμέλπφενιγκ, ξέρει τι κάνει: θεμελιώνει τη σκηνοθετική της γραμμή πάνω σε δίπολα ζευγαριών που μοιάζουν με αντανακλάσεις χαρακτήρων: η γυναίκα του αφεντικού (εξαιρετική η Φανή Παναγιωτίδου) με τη νεαρή όμορφη υπάλληλο που έχει γνώσεις και δυνατότητες ανέλιξης (η Βιβή Φωτοπούλου είναι μια ηθοποιός που σίγουρα θα μας απασχολήσει στο μέλλον), αλλά όμως έχει να κάνει σεξ δύο χρόνια, αν και παρ’ όλα αυτά η πρώτη τής χρεώνει (λανθασμένα) σχέση με τον σύζυγό της.

Ο μεγαλύτερος σε ηλικία υπάλληλος περιμένει μια μετάθεση στο εξωτερικό για «να αρχίζει να ζει», ενώ ταυτόχρονα κάνει καθημερινά γυμναστική προσδοκώντας αυτή την «άλλη» ζωή (απόλυτα πειστικός στον ρόλο ο Κώστας Ανταλόπουλος) μαζί με τον νεότερο, μα τόσο μόνο, συνάδελφό του, που αφού χώρισε το μόνο που κάνει είναι να ψάχνει σε τσοντοκάναλα «παρέα» (ο Νίκος Στεργιώτης είναι ένα απίστευτο ταλέντο, που γνωρίσαμε στο «Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου» του Θ. Τριαρίδη πέρσι, στο οποίο συνεχίζει και φέτος).

Και υπάρχει ακόμα ένα «ζευγάρι» δύο ισάξιων σε ικανότητες εργαζομένων, νέων και πανέμορφων (στην κυριολεξία) που, ενώ θα μπορούσαν να ερωτευτούν, ο εργασιακός ανταγωνισμός και ο αρρωστημένος εγωισμός τους τούς κάνει να ναρκοθετούν τόσο τη διαπροσωπική όσο και την εργασιακή σχέση τους (οι Αθανασία Κουρκάκη και Θεμιστοκλής Μαλεσάγκος συνυπάρχουν στους αντίστοιχους ρόλους, δίνοντας ακόμα και με το ίδιο το σώμα τους όλες τις αποχρώσεις μιας ζωής που βάλλεται από την εργασιακή διαστροφή).

Το καταπληκτικό που καταφέρνει η παράσταση μέσα από τις πραγματικά σπουδαίες ερμηνείες και τη σκηνοθεσία της Ε. Ρευματά είναι πως αυτά τα «ζευγάρια» δεν εκφράζουν μόνο μια ενδοπροσωπική σύγκρουση, αλλά και μια κοινωνική διπλοπροσωπία: «Κάθε προηγμένη κοινωνία, κι όσο πιο προηγμένη τόσο χειρότερα, οδηγεί στη μοναξιά και την αποξένωση. Η μοναξιά και η απομόνωση οδηγούν σε ψεύτικες αν όχι φαιδρές σχέσεις, με το συμφέρον να έχει τον πρώτο λόγο.

Δύσκολο στο σήμερα να ξεχωρίσεις την αιτία από το αποτέλεσμα, καθώς κάθε απάντηση οδηγεί στο ίδιο αδιέξοδο» μας λέει η σκηνοθέτρια μετά την πρόβα. Η αλήθεια είναι πως η Ρευματά στοχεύει σε ένα θέατρο που δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για το πλαίσιο της σύγχρονης εργασιακής ζωής: προσοχή στις σχέσεις εξουσίας, ηλικιακό ρατσισμό, σεξουαλικές δυναμικές και την αποξένωση του ατόμου σε έναν αδυσώπητο καπιταλιστικό μηχανισμό. Και τα καταφέρνει. Καταφέρνει να αναδείξει πως η εργασία δεν είναι απλώς ένα πλαίσιο επιβίωσης – δεν πάω στη δουλειά μου, τελειώνω και ξεκινώ να ζω. Αυτό που ισχύει όλο και εντονότερα, όλο και πιο επικίνδυνα είναι πως η επιτυχία, αυτό το «push-up», γίνεται αιτία για την προσωπική αυτοεκμηδένιση. Οσο για τη σκηνική μεταφορά της, αυτή γίνεται μεταφορά για υποταγή στο σύστημα και θυσία της προσωπικότητας.

Φόβος

«Το έργο παραμένει επίκαιρο, διότι ζητήματα που μας απασχολούσαν πριν από 20 χρόνια εξακολουθούν να επηρεάζουν την κοινωνία μας. Η εξουσία δεν έχει αλλάξει στον τρόπο που λειτουργεί. Συνεχίζει να μας κάνει να νιώθουμε φόβο για τον εαυτό μας. Μας παγιδεύει συχνά, αφού απομυζά την κρίση μας υποσκάπτοντας τις αξίες μας με σκοπό να μας χειραγωγεί και να μας εξουσιάζει» μας λέει ο Κώστας Ανταλόπουλος.

«Αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο είναι σήμερα πολύ χειρότερο. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας, των κοινωνικών δικτύων, της αποπροσωποποίησης της εργασίας οδήγησαν σε καταχρηστικότερες μορφές εξουσίας και εντονότερα υπαρξιακά αδιέξοδα. Δεν είμαι πολύ αισιόδοξη για την αντιμετώπισή τους. Οι εστίες αντίστασης τρεμοσβήνουν. Περιμένω με λαχτάρα τη στιγμή που όλο αυτό το σύστημα θα αυτοκαταστραφεί λόγω της αντίφασής του με τον πυρήνα της ουσίας του ανθρώπου και της φύσης του» συμπληρώνει η Φανή Παναγιωτίδου.

Η σκηνική γλώσσα δείχνει σαφή πρόθεση να αποφύγει μελοδραματισμούς και να εστιάσει σε ένταση και αυθεντικότητα, φωτίζοντας (ερμηνευτικά και δραματουργικά) χαρακτήρες που ψάχνουν αυτοπροσδιορισμό μέσα από επιτυχία – μια διαδικασία που τελικά τους αποξενώνει από τον εαυτό τους και τους άλλους αντικατοπτρίζοντας ευρύτερες κοινωνικές τάσεις στην εποχή της οικονομικής αβεβαιότητας. Εν τέλει το «Push Up» είναι ένα έργο (ειδικά με τη διασκευή της Ρευματά) που δεν κρύβει τις προθέσεις του: θέλει να αποκαλύψει πώς το σύστημα εργασίας σήμερα λειτουργεί ως μηχανισμός εξουσίας που θυσιάζει ανθρώπους για κέρδη και θέσεις. Η σκηνοθετική προσέγγιση υπογραμμίζει τις δυναμικές εξουσίας και την ψυχολογική πίεση χωρίς να υποτιμά τη σημασία της θεατρικής έντασης, ενώ αποφεύγει τον σκόπελο μιας corporate δραμεντί με το να προσθέτει βάθος στην εμπειρία και εν τέλει στην ίδια την πραγματικότητα… έστω και επί σκηνής εν προκειμένω.

Πληροφορίες: Από αυτό το Σάββ. 24/1 και κάθε Σάββ. 21.00, Κυρ. 20.00, στο θέατρο ΕΛΕΡ (Φρυνίχου 10). Προπώληση: www.more.com. Στην παράσταση ακούγεται η φωνή του Γιώργου Νινιού.