Η τρίτη στη σειρά (και από ό,τι ακούω, δυστυχώς η τελευταία) φιλοξενία της Στέγης ξένων και εν πολλοίς άγνωστων σκηνών του κόσμου περιλαμβάνει την τόσο γνωστή και τόσο άγνωστη για εμάς γη της Ανατολικής Ευρώπης, την πρόσφατη γενιά των εκεί καλλιτεχνών, που μετά τα πολιτικά και ιστορικά τείχη ζητούν να ρίξουν και τα μέσα, τα εσώτατα.
Ο πρώτος στη σειρά, που άνοιξε φέτος το Transitions 3, είναι ο γνωστός μας από παλιότερες παρουσιάσεις του, Αρπαντ Σίλινγκ. Ο θίασός του είχε εντυπωσιάσει παλιότερα με τον «Δημόσιο Κίνδυνο» (2001) τη Θεσσαλονίκη, είχε ενθουσιάσει έπειτα με τον «Γλάρο» του Τσέχοφ (2007) στο Φεστιβάλ.
Επανέρχεται τώρα με ένα νέο, πρωτότυπο δραματικό κείμενο, τη «Μέρα της Οργής». Εχει όμως στο μεταξύ προηγηθεί αρκετός δρόμος: μια ενδιαφέρουσα στροφή του νέου, νεότατου αμφισβητία καλλιτέχνη σε περισσότερο ακτιβιστικές, λειτουργικές και πολιτικές φόρμες, στο θέατρο του δρόμου και της κολεκτίβας.
Και τώρα που τον απαντάμε πάλι, βρίσκεται ξανά σε μια νέα στροφή, σε έναν νέο επαναπροσδιορισμό της τέχνης του θεάτρου, της θέσης του σε αυτήν, της λειτουργίας του κείμενου επί σκηνής.
Γιατί τα λέω αυτά; Για να δείξω πως ο Σίλινγκ δεν είναι τυχαίος καλλιτέχνης. Δεν ρισκάρει μόνο – ρισκάρει και αποτυγχάνει.
Ισως γι’ αυτό φέρει το σημάδι μιας βαθιάς αναζήτησης, κοντινής πολύ στην απογοήτευση.
Κι αν το καλοεξετάσουμε, ό,τι βλέπουμε σε αυτόν σήμερα δεν είναι παρά η άρνηση μιας άρνησης, κάτι που, αντίθετα με το ρηθέν, στην τέχνη δεν σημαίνει πάντα «κατάφαση». Μπορεί εξίσου καλά να σημαίνει δύο αρνήσεις.
Με τέτοια δεδομένα ήταν φυσικό να ξαφνιάσει η παράστασή του το κοινό της Στέγης (που την είδε, παρακαλώ, παρθενικά, σε παγκόσμια πρώτη).
Μπορεί να ήταν μεν «πολιτική», αλλά δεν ήταν ούτε τόσο πολιτική ούτε έτσι πολιτική ώστε να ταιριάζει στα δικά του σχήματα προσδοκιών. Αντίθετα, η υπόθεση «της μέρας της οργής» είναι από πολιτικής άποψης μάλλον απλή: το κύριο πρόσωπο, η Ερζι, ανήκει σε εκείνον τον τύπο που στο θέατρο ονόμαζαν κάποτε «συμπαθητικό».
Είναι μια καλή, ευγενική ύπαρξη που αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής με στωικότητα, γενναιότητα και αξιοπρέπεια.
Ζει μόνη της, αφού διάλεξε να χωρίσει με τον άνδρα της που την απατούσε, και τώρα μεγαλώνει την κόρη της, ενώ φροντίζει παράλληλα την ηλικιωμένη μητέρα της.
Το κύριο όμως γνώρισμά της είναι πως αγαπάει τους ανθρώπους. Τους αγαπάει αληθινά – και τους εμπιστεύεται. Είναι νοσηλεύτρια στο τμήμα νεογνών και τους βλέπει να έρχονται στον κόσμο αγωνιώντας και αγωνιζόμενοι. Βρίσκεται στα θεμέλια της κοινωνίας σαν ένας από τους αφανείς εργάτες της για τους αδύναμους.
Ωστόσο η Ερζι δεν θα βρει σήμερα απέναντί της παρά την αδιαφορία και το κακό. Θα πρωτοστατήσει σε μια διαδήλωση (τη «Μέρα της Οργής»), που από ό,τι γίνεται φανερό θα σημάνει την εκ των υστέρων απόλυσή της (αφού πρώτα παρασημοφορηθεί ως γνήσια αγωνίστρια)… Θα μείνει έτσι άνεργη, αβοήθητη και ολοένα περισσότερο βυθιζόμενη…
Η μητέρα της χάνει το φως της, η κόρη της γίνεται σταδιακά ανεξέλεγκτη, η ίδια πέφτει θύμα ερωτικής εκμετάλλευσης. Στο τέλος, πλάσμα αλλοπρόσαλλο και μισότρελο πια, στρέφει ένα μαχαίρι στον δικό της λαιμό. Γίνεται το θύμα μιας κοινωνίας που αδυνατεί να προστατέψει τους αδύναμους.
Ξέρω τι σκέφτονται οι περισσότεροι. Αυτό δεν είναι πολιτικό θέατρο, δεν είναι καν κοινωνικό δράμα. Αν ταιριάζει κάτι σε αυτό, ονομάζεται «λαϊκό μελόδραμα». Και για να πούμε την αλήθεια, υπάρχουν εδώ όλα τα στοιχεία: η αγνή και δυστυχισμένη μάνα, η τυφλή μητέρα, ο άθλιος πατέρας, ο εκμαυλιστής…
Το χειρότερο είναι πως η Ερζι δεν μοιάζει να πολιτικοποιείται κατά τη διάρκεια του έργου, δεν «αφυπνίζεται». Σαν ναρκωμένη μεταβαίνει από επεισόδιο σε επεισόδιο με μόνο γνώμονα την επιβίωση. Και αυτό το τέλος, πάλι!
Ποιος αλήθεια ανέχεται από ένα πολιτικό υποκείμενο την αυτοκτονία; Θα ήταν πολύ καλύτερα αν το έργο τελείωνε όπως αρχίζει: με μια «μέρα οργής». Ετσι ιδωμένο δεν πρεσβεύει παρά έναν ξεθωριασμένο ανθρωπισμό, μια παλιά κοπή σοσιαλιστικού ουμανισμού. Δεν βρίσκεται ιδεολογικά μπροστά μας, αλλά πίσω… Κι αν ανακαλύπτει το αποτέλεσμα, αδυνατεί να μιλήσει για το αίτιο….
Λυπάμαι, αλλά μια τέτοια ανάγνωση δεν ταιριάζει παρά σε Επιτροπή Κόμματος. Ο Σίλινγκ, σε αντίθεση με αυτό που πολλοί περίμεναν, δεν πολιτικολογεί από σκηνής (αν και κατ’ ιδίαν είναι λαλίστατος και αιχμηρότατος). Περιγράφει κατ’ αρχήν μια άθλια κατάσταση υποκρισίας και αδιαφορίας. Και δείχνει έπειτα την απελπισία ως βίωμα: ουσιαστικά η Ερζι παθαίνει αυτό που όλοι φοβόμαστε: μην και μας τύχει κάτι κακό τώρα που είμαστε τόσο μόνοι, τώρα που νιώθουμε τόσο μετέωροι.
Από εδώ και πέρα είναι που τα πράγματα γίνονται σοβαρά πολιτικά. Γιατί κατά τη γνώμη μου ο Σίλινγκ διδάσκει μπροστά μας την πιο καθαρά μπρεχτική παράσταση των τελευταίων χρόνων. Ας ξανασκεφτούμε τα πράγματα από την αρχή: ξεκινάμε από μια υπόθεση απλή, από μια παραβολή, αληθινή ιστορία ή μελόδραμα.
Από κάτι τέλος πάντων που μπορούμε να καταλάβουμε και να νιώσουμε. Και έπειτα, πιασμένοι από την αφήγηση, απομακρυνόμαστε σταδιακά, για να θέσουμε ζητήματα πολιτικής φύσης. Οπως: Μπορεί ένας άνθρωπος να ζήσει με γνώμονα την καλή του διάθεση; Μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς; Αν όχι, τι φταίει;
Είναι ζήτημα έλλειψης κρατικών υποδομών (απάντηση αρ. 1);
Ή μήπως μέρος της ευθύνης βρίσκεται στην ίδια την ανθρώπινη υπόσταση (απάντηση αρ. 2);
Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει από την παγίδα. Ακόμα και όσοι αντιδρούν στη λύση του έργου ή στην αδράνεια της Ερζι, φτάνουν να συζητούν τελικά και οι ίδιοι με αφορμή του. Το κυριότερο: στο έργο δεν εφαρμόζουν έτοιμες ιδεολογικά λύσεις.
Τις κρίνει και αυτές και ζητάει να τις δει εφαρμοσμένες στην πράξη. Μην παραξενεύεστε λοιπόν αν βλέπετε τέτοιους καλλιτέχνες από αυτές τις χώρες να βρίσκονται πίσω σας (αντί να είναι εμπρός σας). Μπορεί να κάνουν τον ίδιο δρόμο δεύτερη φορά.
Οι περισσότεροι θα έπρεπε κανονικά, αντί να σταθούμε στην ιδεολογική επάρκεια του θιάσου, να εξετάσουμε την καλλιτεχνική του.
Αν σε κάτι εντυπωσιάζει, είναι η τιμιότητα της τέχνης του, το φως μιας αλήθειας που φεγγίζει από μέσα προς τα έξω.
Η σεμνότητα και επάρκεια των ηθοποιών (σε πολλαπλούς ρόλους).
